( life is wonderful )

Katmandu/Nepal

Κάνει φοβερή ζέστη μέσα στο δωμάτιο. Ο ανεμιστήρας δεν βοηθά καθόλου, ανοίγω τα παράθυρα, δεν υπάρχει άερας. Μόνο θόρυβοι από το δρόμο. Ένας Νεπαλέζος σφυρίζει το “στέαρ ουέη το χέβεν” και σμίγει τον σφύριγμά του με τους ήχους από τις κόρνες. Κάθε δύο δευτερόλεπτα κάποιος κορνάει σε αυτή την πόλη…Ήχοι από κόρνες λοιπόν και κάποιος που πάει με τα πόδια στο παράδεισο.

Και ύστερα φοράω ένα κόκκινο παντελόνι και ανεβαίνω στην μηχανή του Αμίτ. Διασχίζουμε τους δρόμους του Κατμαντού και κάνουμε ελιγμούς ανάμεσα σε άλλα μηχανάκια, ετοιμόρροπα λεωφορεία και λευκά μικρά σουζούκι που παριστάνουν τα ταξί. Κρατώ τον Αμίτ από την μέση, του λέω ότι φοβάμαι, εκείνος γελάει. Παράξενη πόλη, σκέφτομαι, σαν ένα απέραντο χωριό....Οι μεγάλες διαφημίσεις στους δρόμους μοιάζουν λες και προσγειώθηκαν από μια άλλη πραγματικότητα, δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι βλέπω να συμβαίνει στους δρόμους, προφανώς καδράρουν κάποιας άλλης καθημερινότητας, το όνειρο. Σίγουρα όχι αυτής εδώ.

Ο Αμίτ με πάει σε ένα μεγάλο ναό, «εδώ καίμε τους νεκρούς μας», μου εξηγεί. Τρείς νεκρές γυναίκες, δίπλα από ένα βρώμικο ποτάμι στο οποίο βολτάρουν ατάραχες αγελάδες. Στην απέναντι πλευρά σωροί από ξύλα, "εκεί θα γίνει η τελετή", λέει ο Αμίτ, πρώτα όμως πλένουν το πτώμα μέσα στο ποτάμι, «σ’αυτό εδώ το βρώμικο ποταμό;» τον ρωτώ με αηδία «τι σημασία έχει» μου απαντά «είναι ένα άψυχο κορμί, η ψυχή δεν λερώνεται».

Η ψυχή δεν λερώνεται λέει ο Αμίτ και γω κοιτώ τα λουλουδένια κολιέ των νεκρών που κυλάνε στο νερό αδιαφορώντας για την βρωμιά του...

Τίποτα δεν είναι οικείο γύρω μου αλλά την ίδια ώρα όλα απορρέουν εκείνη την οικειότητα που έμαθα πια να αισθάνομαι απέναντι στο άγνωστο και να την ερμηνεύω σαν πολύτιμη εμπειρία.

Η γυναίκα του Αμίτ φέρνει φρέσκα μάγκο για να με κεράσει, ο Αμίτ βάζει στην τηλεόραση να παίξει το βίντεο του γάμου τους...Ο κόσμος είναι ένας κύκλος σκέφτομαι...Όλα κάποια στιγμή ενώνονται και γίνονται πότε ένα στρογγυλό φεγγάρι και πότε ένας καυτός ήλιος...

Σήμερα βρέχει στο Κατμαντού. Ο Ραμ είπε ότι και τις επόμενες μέρες περιμένουν βροχή. Είπε επίσης ότι στην λίμνη Πόκαρα, όπου θα πάμε, είναι υπέροχα. Εκεί ο αέρας είναι πιο καθαρός, είπε και γω με φαντάστηκα να κοιτώ την λίμνη και τα ψηλά βουνά γύρω της και να αφήνω το μυαλό μου να καθαρίζει, μήπως έτσι και πάνω στην επιφάνεια του νερού της μπορέσω να σχηματίσω το επόμενο μου βήμα.

Κάθομαι σε μια μικρή αυλή κάπου στο Ταμέλ. Μπροστά ένα βιβλιοπωλείο με υπέροχες θιβετιανές εκδόσεις. Περιμένω ένα μήνυμα. Για να καθαρίσει ο αέρας από το καυσαέριο και να πάρω έτσι τους δρόμους, να μαζέψω εικόνες και μυρωδιές και χρώματα και να στα φορέσω όλα στα δάχτυλα σου όταν γυρίσω πίσω.

Απόγευμα. Παραγγέλνω καπουτσίνο σε μια μικρή καφετέρια. Ο Λουις Άρμόστρογκ παίζει στο βάθος. Παράξενο, σκέφτομαι. Στα τελευταία μου ταξίδια, εκείνα δηλαδή που με προχωράνε πιο κοντά στο επόμενο μου θέλω, πάντα συναντώ κάπου τον Λούις. Ίσως για να μου υπενθυμίζει πως όποιο κι’αν είναι το επόμενο μου θέλω πρέπει να μυρίζει…τριαντάφυλλο.

Τρώμε κάθε μέρα στο ίδιο εστιατόριο και τελειώνουμε συνήθως το φαγητό μας με ενα μεγάλο σοκολατένιο κέικ και την ίδια υπόσχεση πως δεν πρόκειται να έχουμε ξανά την ίδια …κατάληξη. Την επόμενη μέρα όμως αναιρούμε την υπόσχεση και νιώθουμε μια παιδική σχεδόν χαρά που παρανομήσαμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Όχι τον καινούργιο, τον άλλο, τον παλιό, εκείνον που φοβόταν να περπατήσει έξω από τις γραμμές. Σε αυτή εδώ όμως την πόλη οι γραμμές σβήνονται καθημερινά κάτω από την σκόνη. Σβήνονται δηλαδή με κείνη την ίδια ευκολία που τους αρμόζει…

Ό,τι κοιτάζω είναι χειροποίητο. Μικρά χαλιά, μάλλινες κουβέρτες, μαντάλα κεντημένα σε ξύλινες κορνίζες, τυρκουάζ κολιέ για το λαιμό, ζωγραφισμένοι βούδες. Και κάθε μέρα γράφω πρώτα πάνω σε ένα χειροποίητο χαρτί και μετά τα μεταφέρω στον υπολογιστή μου. Ίσως ένας τρόπος, σκέφτομαι, να καθαρίσουμε ξανά το μυαλό μας είναι να κάνουμε σκέψεις χειροποίητες. Από κείνες, δηλαδή που γεννάει μόνο η αφή...