( life is wonderful )

San Francisco Bye Bye

Μια μέρα αλμυρή

Μια παρά τέταρτο το μεσημέρι. Μια τεράστια ουρά περιμένει το φέρι για το Σαν Φρανσίσκο. Κάνει αφόρητη ζέστη, έχω τυλίξει το σουέτερ στην μέση μου και έχω μείνει με το αμάνικο μπλουζάκι. Ο ήλιος με καίει στους ώμους και στην μύτη αλλά επιμένω να γυρίζω την μούρη μου σ’αυτόν γιατί θέλω να νιώσω την κάψα του να περνάει μέσα από τα ρουθούνια μου και να μου τσούζει τον λαιμό.

Ένας τύπος κάθεται γυμνός από την μέση και πάνω σε ένα παγκάκι, παίζει κιθάρα τραγουδώντας παράφωνα το «You are my sunshine και ταυτόχρονα παρακινεί με το βλέμμα του, ένα γκρουπ από ηλικιωμένες κυρίες να τον συνοδεύσουν στο ρεφρέν. «You are my sunshine my only sunshine” τους λέει, εκείνες διστάζουν αρχικά, σε πολύ λίγο όμως πετάνε τους δισταγμούς στην θάλασσα και αρχίζουνε να τραγουδάνε φωναχτά και ύστερα πιο φωναχτά και μετά ρίχνουνε μέσα και χορευτικές φιγούρες, αγκαλιάζουνε η μια την άλλη και κουνάνε τους γοφούς τους σαν κοριτσόπουλα σε σχολική εκδρομή.

Τις παρατηρώ με μια ακατανίκητη επιθυμία να μάθω πόσες και ποιές αναμνήσεις ξεπηδήσανε ξαφνικά, αυτό το μεσημέρι, μέσα από τους γερασμένους γοφούς τους.

Διαλέγω μια θέση στην άκρη του καταστρώματος. Δεν έχω διάθεση για γνωριμίες. Αυτό παθαίνω την τελευταία μέρα του ταξιδιού. Επιστρέφω στην σιωπή μου λες και είναι ο μόνος τρόπος να μην αφήσω καμία λέξη να δραπετεύσει από το μυαλό μου. Τις μάζευα όλες μια-μια αυτές τις μέρες μέχρι να γίνουν παραγράφοι. Μέχρι δηλαδή να βρω αρχή, μέση και τέλος.

Η ίδια διαδρομή. Το φέρι, οι γλάροι, τα κλικ των φωτογραφικών μηχανών, τα ζουμ στο Αλκατράζ και ύστερα στην κόκκινη γέφυρα μέχρι να ρίξει άγκυρα το πλοίο και η αλμύρα στην μούρη να μοιάζει ξανά με ένα ξεθωριασμένο λεκέ.

Περπατώ μέχρι τον σταθμό του Muni Metro, στην λεωφόρο Market. Περιμένω το L, εκείνο θα με πάει στην περιοχή Mission. Η Κίρστεν μου είπε πως είναι η πιο κουλάτη περιοχή με τα ωραία μεξικάνικα εστιατόρια και τα εντυπωσιακά γκραφίτι στα σοκκάκια. Έχει, μου είπε και ένα ωραίο πάρκο που το λένε Dolores, εκεί πάνε τα σαββατοκυριάκα οι κάτοικοι της γειτονιάς και κάνουνε πίκ -νίκ ή παίζουνε βόλει με δυνατές μουσικές.

Ένα ζευγάρι έχει απλώσει στο γρασίδι και μοιάζει νάχει αποκοιμηθεί. Εκείνη έχει περάσει τα πόδια της στα πόδια του, εκείνος τα χέρια του στην μέση της. Πλάι τους ριγμένα τα ποδήλατα τους ,λες και την έχουνε πέσει και κείνα για ύπνο. Και αυτή είναι τελικά η πιο ωραία σκηνή που μάζεψα από την σημερινή μου βόλτα. Πιο ωραία και από τους ζωγραφισμένους τοίχους. Πιο ωραία και από τις μεξικάνικες μυρωδιές.

Ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο κάτω από την σκιά ενός δέντρου, κάποιο Σάββατο μεσημέρι, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Δεν έχω ιδέα πόση ώρα περπατώ αλλά έχω πεθάνει στην δίψα. Σταματώ σε ένα χαριτωμένο καφέ που κάνει φρέσκους χυμούς, παραγγέλνω ένα με κόκκινα μούρα και τον καταπίνω σχεδόν μονορούφι. Και ύστερα παίρνω ξανά το L, για την επιστροφή. Το δειλινό μου δίνει σήμα. Πως η τελευταία μου βόλτα με αυτό το φέρι πρέπει νάναι την ώρα που πέφτει ο ήλιος, την ώρα δηλαδή που η αλμύρα δεν μοιάζει με λεκέ στην μούρη αλλά με μια κεντημένη δανδέλα που θα με κάνει να φαίνομαι όμορφη.

Δεν ξέρω άν η Λέιλα καιη Γιολάντα έχουνε επιστρέψει στο σπίτι. Σήμερα πήγανε σε ένα γάμο. Ξύπνησαν νωρίς το πρωί, τις άκουγα να χαζογελάνε καθώς δοκιμάζανε μακριά φορέματα και διαλέγανε ποιό σκουλαρίκι και ποιό γοβάκι ταιριάζει με δαύτα. Σήμερα προφανώς είχανε κι’αυτές ανάγκη να αισθανούνε μια ομορφιά...

Τις βρίσκω στην τραπεζαρία του σπιτιού μαζί με τον Ντέιβιντ νάχουνε απλώσει στο τραπέζι τυριά και προσούτο και πικάντικα κρακεράκια που τάχανε ψωνίσει από κείνο το μαγαζί με τα υγειινά. Με προσκαλούνε στην παρέα τους. Ο Ντέιβιντ λέει αστείες ιστορίες. Η Γιολάντα γελάει κακαριστά και η Λέιλα κλείνει τα μάτια σαν μικρό κοριτσάκι που το φλερτάρουνε για πρώτη φορά.

Δεν ξέρω τί διάολο συμβαίνει σήμερα αλλά έχω την αίσθηση πως ένας ερωτισμός έχει δραπευτεύσει από κάπου και ταξιδεύει στην ατμόσφαιρα, μαζί με τα φέρι, μαζί με τους γλάρους, μαζί με τους γερασμένους γοφούς και τα αλμυρά βλέμματα. Προσγειώνεται πάνω στα γρασίδια των πάρκων και στους ζωγραφισμένους τοίχους των γειτονιών και ύστερα όταν έχει πια βραδιάσει τρυπώνει από τις μπαλκονόπορτες και παίζει με τα μακριά φορέματα και τα ψηλά γοβάκια.

Η Λέιλα με κερνάει μια καραμέλα, δεν ξέρω αν θα σου αρέσει μου λέει, είναι λιγάκι αλμυρή. Ο Ντέιβιντ περιμένει να δει την έκφραση μου καθώς την βάζω στο στόμα μου και παίρνω την πρώτη γεύση. Το ίδιο και η Γιολάντα. Δεν μπορώ να καταλάβω αν μου αρέσει ή όχι, λέω μετά από μερικά λεπτά. Η Λέιλα ομολογεί πως γι’αυτό επιμένει να αγοράζει αυτές τις καραμέλες. Γιατί τις θυμίζουν τις σχέσεις που έχει ζήσει.

Δεν θέλω να κάνω ξανα τα ίδια λάθη, λέει και μου φαίνεται παράξενο που όλη αυτή η συζήτηση ξεκινάει από μια καραμέλα αλμυρή. Αλλά αυτή μάλλον έπρεπε νάναι η τελευταία μου μέρα στο Σαν Φρανσίσκο. Μια μέρα αλμυρή που πότε η αλμύρα έμοιαζε με ξεθωριασμένο λεκέ στην μούρη μου και πότε με κεντημένη δανδέλα.

Φτάνει πια με τις ταλαιπωρημένες αγάπες, Ντέιβιντ, είπε  η Γιολάντα απευθυνόμενη σε όλους μας. Εγώ δεν μίλησα. Είπα μόνο μια καληνύχτα και ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Σκεφτόμενη πως τελικά μόνο για ένα λόγο διασχίζουνε τα φέρι την θάλασσα και τα αεροπλάνα τον ουρανό. Γιατί οι άνθρωποι ψάχνουν να βρούνε κάπου, σε κάποια άκρη του πλανήτη τον άλλο τους εαυτό. Εκείνο που δεν θέλει τίποτα περισσότερο από ένα φρεσκοκομμένο σύκο σε μια ηλιόλουστη στιγμή για να τραγουδάει μέχρι να γεράσουνε οι γοφοί πως...

...You are my sunshin, my only sunshine, you make me happy when skies are grey, you’ll never know dear, how much I love you, so please don’t take my sunshine away..