( life is wonderful )

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΦΤΕΡΟ

«Μια πεταλούδα. Αυτό θέλω. Μια πεταλούδα. Εκεί, λίγο πιο κάτω από τον αστράγαλο». Έτσι του το ανακοίνωσα. Απότομα και μεγαλοφώνως. Εκείνος ρουφούσε ένα παγωμένο τσάι με πολλά παγάκια και πότε-πότε σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με ένα πράσινο παρεό. «Είσαι σίγουρη;» ρώτησε μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Για τίποτα δεν ήμουνα σίγουρη. Μόνο για το ότι η μέρα εκείνη ήταν από τις πιο ζεστές του Αυγούστου και η θάλασσα απέναντί μου δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Μόνο γι’ αυτά ήμουνα σίγουρη. Όλα τ’ άλλα τα άφηνα να κολυμπούν μέσα στην αβεβαιότητα. Όχι στην αμφιβολία. Στην αβεβαιότητα. Που για μένα, όμως, πια μετρούσε σαν ελευθερία. Αυτό το καλοκαίρι το ’χα βάλει πείσμα. Δεν θα καιγόμουνα. Γιατί είχα αποφασίσει πως ήτανε πια καιρός να με εμπιστευτώ. Που σήμαινε να δείξω, επιτέλους, εμπιστοσύνη στο ένστικτό μου.

Το προηγούμενο καλοκαίρι κάηκα. Έτσι ξαφνικά. Κάηκε το μυαλό μου. Έγιναν όλα σαν φωτιά. Τίποτα δεν ξεχώριζα, τίποτα δεν διέκρινα. Ό, τι είχα μέσα στο νου μου καταχωρημένο σαν βεβαιότητα, το ’βλεπα να καίγεται και γω περίμενα μήπως από τη στάχτη βρω μια άκρη. Μα δεν έσβηνε η φωτιά. Έπαιρνε το κεφάλι μου. Ξυπνούσα τα πρωινά και μύριζα καμένο. Κοιμόμουνα τα βράδια και έβλεπα καπνό.

«Θα τρελαθώ», έλεγα στην Ιωάννα. «Μια λεπτή κλωστή μας χωρίζει από την τρέλα. Και γω την έκοψα. Την πάτησα, την πέρασα. Μ’ ακούς; Θα με βρείτε μια μέρα να κάθομαι σε κείνη την κόκκινη πολυθρόνα μέσα στο σπίτι μου να επαναλαμβάνω την ίδια λέξη δεκάδες φορές, κοιτώντας το κενό. Έτσι θα γίνει. Και δεν θα ξέρει κανείς από τι έχω τρελαθεί. Κάπως έτσι δεν γίνεται;»

Την ρωτούσα με αγωνία. Εκείνη δεν απαντούσε. Αλλά εγώ καιγόμουνα. Με όλους τους δείκτες προστασίας -νόμιζα- απλωμένους στο κορμί μου. Πώς διάολο τα είχα καταφέρει; Εγώ που λάτρευα τα καλοκαίρια, που ξεδιψούσα με αλάτι, που ανάπνεα στο βυθό, που κοίταγα τον ήλιο κατάματα, που χόρευα στην άμμο… Πώς διάολο τα είχα καταφέρει; Και όλα όσα πίστευα πως ήτανε ζωή μου τα ’νιωθα δανεικά και ξένα. Πέρασε καιρός για να απαντήσω. Και για να σβήσει η φωτιά. Έσβησε μόνο όταν άρχισα πια να κλαίω. Για μέρες. Για μήνες. Έκλαιγα και  έριχνα νερό μέσα στο μυαλό μου. Έριχνα νερό και έσβηνα την πυρκαγιά. Και κατάλαβα πως ό, τι κάηκε έπρεπε να καεί, για να δω καθαρά ποιο ήταν το δικό μου δάσος. Έμενε τώρα να του χαρίσω και τη δική του πεταλούδα…

«Μια πεταλούδα. Αυτό θέλω». Του το ’πα ξανά. Πιο δυνατά. Και λίγο εκνευρισμένα.

«Καλά ντε, μη φωνάζεις» μου απάντησε. «Έχω πεθάνει στη ζέστη και συ με έχεις πρήξει με την πεταλούδα σου. Γιατί τόσο βιαστική;».

Δεν απάντησα. Δεν ήτανε απαραίτητο να ξέρει, μα η ερώτησή του εκείνη την ώρα με τσουρούφλιζε. Δεν έχεις ιδέα πόσους μήνες ξόδεψα για να το βρω το δάσος το δικό μου. Αυτό ήθελα να του πω. Μα δεν είπα τίποτα. Παράγγειλα ένα παγωμένο τσάι και σιώπησα. Ο καθένας τραβάει το δικό του ζόρι, σκέφτηκα. Δεν έχουν νόημα πια οι εξηγήσεις. Να νιώθεις μόνο.

«Βάλε εδώ το πόδι σου», με πρόσταξε διακόπτοντας ευτυχώς τις σκέψεις μου.

Πήρε το πόδι μου, το τοποθέτησε σε ένα μεγάλο μαξιλάρι μπροστά του κι ύστερα πήρε ένα μπλε στυλό κι άρχισε να κάνει γραμμές, ασυνάρτητες, δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω, σχεδίαζε γρήγορα μα με αυτοπεποίθηση, δεν με άφηνε να του μιλώ, μου έγνεφε να μην πω λέξη μέχρι να τελειώσει και γω ένιωθα το στυλό να γλιστρά στο ιδρωμένο μου πόδι και να σχηματίζει, εκεί κάτω από τον αστράγαλο, μια πεταλούδα. Μέσα σε πέντε λεπτά την έκανε. «Σου αρέσει;» μου είπε αμέσως μετά. Την κοίταξα έτσι γραμμική, χωρίς χρώματα, χωρίς τίποτα, μόνο ένα σχήμα που εμένα μου έμοιαζε πεταλούδα αλλά ήξερα πως κάποιος μπορούσε να το δει και σαν αράχνη ή και σαν ουλές στο κάτω μέρος του ποδιού. Ναι μ’ αρέσει. Αυτό ακριβώς μου άρεσε. Που ήταν μια πεταλούδα, η οποία θα μπορούσε να ’ναι και αράχνη αλλά και σημάδια από ουλές. Ναι μ’ αρέσει. Ας το κάνουμε λοιπόν. Μόλις συμφώνησα άφησε το στυλό και πήρε ένα μικρό καλάμι μπαμπού που είχε στην άκρη του τέσσερις μικροσκοπικές βελόνες. Εγώ ξάπλωσα στο πάτωμα. Εκείνος με ρώτησε αν είμαι έτοιμη. Έγνεψα με το κεφάλι μου πως ήμουν και άρχισε σιγά-σιγά, εκεί όπου ήτανε το περίγραμμα της πεταλούδας, να τρυπάει το δέρμα μου με τις τέσσερις βελόνες. Με χάραζε αργά και σταθερά και γω περίμενα υπομονετικά δαγκώνοντας τα χείλη μου, μέχρι να τελειώσει. Πέρασαν περίπου 20 λεπτά. Και στο τέλος τους, είχα ήδη στο πόδι μου, μια πεταλούδα, που θα κατοικούσε πάνω μου για πάντα.

Κάπως έτσι, λοιπόν, μια μέρα του Αυγούστου, την πιο ζεστή, που η θάλασσα ήτανε ακίνητη και ο ήλιος έκαιγε, χαράχτηκε απάνω μου, αργά και επώδυνα, το πρώτο μου φτερό.

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)