Η σιωπή των κυμμάτων

Τυλιγόμαστε από μια κουβέρτα, παίρνουμε δύο καρέκλες πλαστικές και μεταφερόμαστε στην παραλία σφηνώνοντας τα πόδια των καρεκλών δύο βήματα από το κύμα.

images
Back to top

Τυλιγόμαστε από μια κουβέρτα, παίρνουμε δύο καρέκλες πλαστικές και μεταφερόμαστε στην παραλία σφηνώνοντας τα πόδια των καρεκλών δύο βήματα από το κύμα. Το κύμα σήμερα είναι κάπως αναστατωμένο, τα καταφέρνει ωστόσο μια χαρά να σκάσει στην ακτή αθόρυβα, φτιάχνοντας συνάμα ένα σωρό αφρώδεις δανδέλες που τις καταπίνει μονορούφι η άμμος. Δεν κοιτάμε η μια την άλλη, κοιτάμε ευθεία μπροστά, και ευθεία μπροστά είναι η θάλασσα και ο ουρανός και ένα-δύο γλάροι που πηγαινοέρχονται και μπόλικα σύννεφα που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν. Έχουμε πολύ καιρό να βρεθούμε, μήνες ολάκερους και σ’αυτούς συνέβηκαν πολλά, τρομαχτικά και μη τρομαχτικά, τα πρώτα ήτανε περισσότερα και μας αφήσαν άυπνες νύχτες και νύχτες να στριφογυρίζουμε μέσα στα παπλώματα για να κρυφτούμε από τις προβλέψεις. Κάτω από άλλες συνθήκες θα μιλούσαμε συνέχεια, θα λέγαμε τα νέα μας, θα διακόπταμε η μια την άλλη, θα θυμόμασταν ιστορίες, θα τρέχαμε στα εφηβικά μας χρόνια χωρίς εξουθένωση, ίσως να κουτσομπολεύαμε παλιούς γνωστούς και να λυνόμασταν στα γέλια, οτιδήποτε αρκεί να κρατούσαμε σε απόσταση ασφαλείας τα σοβαρά που παρενοχλούσαν την έστω και πρόσκαιρη ανεμελιά μας. Τώρα όμως καθόμαστε και βλέπουμε ευθεία χωρίς να μιλάμε, η σιωπή μας ζεσταίνει πιο πολύ και από την κουβέρτα και όταν είναι να μιλήσουμε, έστω και ελάχιστα, διαλέγουμε προσεχτικά λέξεις ευφωνικές, συγχρονισμένες με τα κύμματα που φουσκώνουν και σκάνε και φουσκώνουν ξανά και πάλι σκάνε με μια ιδιότυπη συμμετρία, ανεπίδεκτη ερμηνειών. Την περισσότερη όμως ώρα εμπιστευόμαστε την συννενόηση μας στις χειρονομίες, το χέρι που σηκώνεται για να χαιδέψει τον αέρα, τα δάχτυλα που χώνονται τρυφερά μέσα στα μαλλιά, την παλάμη που τρυπώνει μέσα στο μάλλινο μανίκι, τις ανάσες που ανοιγοκλείνουν τους πνεύμονες σαν ακορντεόν, το βλέμμα που τεντώνεται σαν αγουροξυπνημένος έφηβος μέχρι την γραμμή του ορίζοντα. Τέτοιες χειρονομίες εννοώ που ησυχάζουν τα ανείπωτα μας και τα χαιδεύουν σαν κατοικίδια γιατί η αλήθεια είναι πως, εδώ και καιρό, τις φοβηθήκαμε τις λέξεις, κατάντησαν τόσο ύπουλες που τις έχουμε ικανές να μας ρίξουνε την μια απέναντι στην άλλη χωρίς να το πάρουμε πρέφα, πιο αξιόπιστη πλέον η σιωπή ή όπως το είπε καλύτερα ο Φελίνι "αν μπορούσαμε όλοι να σιωπήσουμε, ίσως θα μπορούσαμε να καταλάβουμε κάτι”. Τα σύννεφα αλλάζουνε σχήμα κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, πριν προλαβουμε να φανταστούμε με τί μπορεί να μοιάζει το καθένα τους εκείνα γίνονται αλλιώς, η ευλυγισία τους μαλακώνει τις σκέψεις, τις κάνει πιο ρευστές και αυτό δεν είναι λίγο, πόσο μάλλον όταν αρχίζει να αχνοφαίνεται πιο πίσω το ολοστρόγγυλο φεγγάρι. “Πανσέληνος απόψε” λέμε η μια στην άλλη, το λέμε ταυτόχρονα και το λέμε με ανακούφιση, η πανσέληνος είναι μια από κείνες τις λέξεις τις στέρεες που παραμένει ολοίδια όπως τότε που πιτσιρίκες βουτούσαμε μέσα στους φωτεινούς της διαδρόμους μαζί με άλλα ξωτικά κι’αυτό ήταν ανέκαθεν ανακουφιστικό. “Τί ωραία που ασημίζουν τα κύμματα”, της λέω, “τι ωραίο που τόση ώρα καθόμαστε και μιλάμε μόνο για δαύτα”, λέει εκείνη, πως θα ήταν η ζωή μας άραγε άν κάποια απογεύματα επιτρέπαμε στα κύμματα να είναι το κυρίως μας θέμα, αυτά νάχαμε πρώτη μας έγνοια και ίσως όλα τ’ άλλα να τα καταλαβαίναμε αλλιώς, με κείνη την πίστη πως τα πράγματα μπορούν να είναι αλλιώς και μέσα από αυτό το αλλιώς να βλέπαμε τα πάντα και τους πάντες αλλιώς. Προς το παρών όμως νυχτώνει για τα καλά, ο αέρας έγινε πιο κρύος, δεν κουνιόμαστε από τις καρέκλες, τραβάμε τις κουβέρτες μέχρι το λαιμό και συνεχίζουμε σιωπηλές να κοιτάμε τη θάλλασα, το φεγγάρι και κείνους τους δύο γλάρους που πετάνε πέρα-δώθε στον ουρανό.

 

Back to top