( life is wonderful )

ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Φορούσε μια μακριά κάπα και ένα μπλέ γαλλικό μπερέ. Είχε ένα γαλάζιο έντονο βλέμμα και ένα πλατύ χαμόγελο. «Πώς είναι το όνομα σου», τον ρώτησα, «δεν έχω όνομα», μου απάντησε, απόρησα και εκείνος γέλασε γιατί είχε ήδη προβλέψει την απορία μου. «Μπορείς να με φωνάζεις ό,τι θέλεις», μου είπε, αυτό έκανα λοιπόν, τον φώναζα ό,τι ήθελα, ανάλογα με την στιγμή και τις διαθέσεις της μέρας, άν δηλαδή ήτανε συνεφιά ή όχι κι’αν ήτανε να ρίξει μπόλικη βροχή ή αν θα μας έκαιγε ο ήλιος. Ήταν σαν ένα παιγνίδι, του άρεσαν είπε τα παιγνίδια, πιο πολύ του άρεσε όμως το σκάκι, πάντα κουβαλούσε στην τσάντα του ένα μικρό πλαστικό σκάκι, «για μένα είναι ένας τρόπος να καταλαβαίνω κατα πόσο απέναντι μου έχω ένα ενδιαφέρον άνθρωπο ή ένα τεμπέλικο μυαλό», μου είπε, «βαριέμαι τα τεμπέλικα μυαλά», είπε μετά, «ίσως όταν γεράσω να τα βρίσκω ενδιαφέροντα, μα τώρα τα βαριέμαι», επανέλαβε. Και έτσι για να γλιτώσει χρόνο αράδιαζε τα πιόνια, τα αλογάκια, τους πύργους, τους στρατηγούς  και τις βασίλισσες του, πάνω σε ένα τραπέζι, όπου κι’αν βρισκόταν, και σου πρότεινε μια παρτίδα γνωριμίας.

«Θέλεις λοιπόν να παίξουμε», με ρώτησε, «έχω να παίξω σκάκι από τότε που ήμουνα δέκα χρόνων», του είπα, «είναι όπως το ποδήλατο», είπε εκείνος, «δεν το ξεχνάς ποτέ, αλλά άν θες μπορώ να σου επαναλάβω την σημασία των κινήσεων του κάθε ρόλου», είπε «για να φρεσκάρω τις ικανότητες σου». Έγνεψα καταφατικά και κείνος έγνεψε στο γκαρσόνι πως θέλει ακόμα ένα ζεστό καφέ, «δεν σε έχω δεί ποτέ να τρώς», σχολίασα, «πάντα πίνεις ένα φλυτζάνι ζεστό καφέ με δεκάδες κουταλάκια ζάχαρη», έκανα παρατήρηση. «Δεν είμαι εξαρτημένος από το φαγητό» είπε εκείνος «όπως δεν είμαι εξαρτημένος ούτε και από το ύπνο». «Κατακρίβειαν μισώ το ύπνο», είπε, «τον θεωρώ χάσιμο χρόνου, δεν φταίω εγώ, φταίει η γυναίκα που με πρόσεχε όταν ήμουνα μικρός». Και γιατί ρίχνεις σε κέινη το φταίξιμο, απόρησα, «γιατί εκείνη ήταν που με έβαζε να κοιμάμαι συνέχεια ώστε να μην κάνω φασαρία, γι’αυτό τώρα δεν θέλω να κοιμάμαι, θέλω να γυρνάω τον κόσμο, να γνωρίζω ενδιαφέροντα μυαλά και να παίζω παρτίδες σκάκι».

Δεν είχα ιδέα τι έκανε στην ζωή του. Το μόνο που ήξερα ήταν πως γεννήθηκε κάπου στην Γαλλία και τώρα ζει κάπου στην Ινδία. Τον συνάντησα στις όχθες αυτής της λίμνης, «έρχομαι συχνά εδώ», μου είπε, «παρότι δεν είναι του γούστου μου να μένω πολύ καιρό και να χαζεύω τις αγελάδες που κόβουν βόλτες με αυτό το ατάραχο βλέμμα», συμπλήρωσε μετά. Και τότε γιατί έρχεσαι συχνά απόρησα, «γιατί μου αρέσουν οι βαρκάδες και γιατί είναι ένας υπέροχος καταρράκτης κάπου εδώ κοντά όπου μπορείς να πας για μπάνιο, τα νερά είναι καθαρά, έρχονται κατευθείαν από τα Ιμαλάια, είναι παγωμένα, και έτσι όπως κυλούν στο σώμα σου νιώθεις να λιώνουν οι βουνοκορφές του κόσμου πάνω στα κύτταρά σου, καταλαβαίνεις τί λέω», δεν ήμουνα σίγουρη ότι καταλάβαινα, εκείνο όμως που σίγουρα καταλάβαινα ήταν πως αυτός ο άνθρωπος απέναντι μου με το γαλλικό μπερέ και την μακριά κάπα κοιτούσε την ζωή με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Με εκείνο δηλαδή τον τρόπο που δήλωνε ενάντια στα στερεότυπα, τα βαριότανε τα στερεότυπα, την βαριότανε και την ασφάλεια, «ίσως όταν γεράσω», έλεγε ξανά και ξανά «να βρίσκω ενδιαφέρον σε αυτά, αλλά τώρα δεν υπάρχει τίποτα και κανένας που μπορεί να με πείσει ότι η ασφάλεια των στερεότυπων μπορεί να μου δείξει τί πραγματικά εμπεριέχει αυτό που λέγεται ζωή».

Το γκαρσόνι έφερε τον ζεστό καφέ, εκείνος πήρε ένα κουταλάκι και έριξε τουλάχιστον πέντε κουταλιές ζάχαρης μέσα στο φλυτζάνι, «θα πάθεις διαβήτη» του είπα περιπαιχτικά, «τίποτα δεν θα πάθω», είπε εκείνος με μια βεβαιότητα, την οποία ζήλεψα. «Γιατί δεν έχεις όνομα», τον ρώτησα ενώ είχε ήδη αρχίσει να τοποθετεί τα λευκά και μαύρα πιόνια στις θέσεις τους. «Έζησα κάποτε σε ένα κιμπούτ, στο Ισραήλ», μου είπε, «κανένας δεν μπορούσε να προφέρει το όνομα μου και έτσι όλοι με φώναζαν Παπού, μου άρεσε το Παπού, το κράτησα», εγώ λέω να σε φωνάζω Παντού, του είπα και γέλασα, στα ελληνικά σημαίνει πως βρίσκεσαι παντού, του εξήγησα, το βρήκε διασκεδαστικό, «ναί βρίσκομαι παντού», παραδέχτηκε και άρχισε να μου περιγράφει πως κάποτε δούλευε στο Μπόλιγουντ, «δουλειά μου ήτανε να βρίσκω ηθοποιούς, έβγαινα λοιπόν στους δρόμους της Ινδίας και διέκρινα ποιός είχε όνειρο να παίξει στο σινεμά.»..Και πώς το διέκρινες, τον ρώτησα, «όταν έχεις τα μάτια σου ανοιχτά μπορείς να διακρίνεις τα όνειρα των ανθρώπων», είπε και συνέχισε να τοποθετεί τους μαυρόασπρους στρατιώτες του στα τετράγωνα τους. «Όλα εξαρτούνται από ποιά πλευρά επιλέγεις να κοιτάς την ζωή», είπε μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής, «εκεί κρυβεται το μυστικό», ποιό μυστικό, ρώτησα, δεν απάντησε, μου έριξε ένα έντονο γαλάζιο βλέμμα, το οποίο μου υπαγόρευε πως η απάντηση ήταν καθαρά υπόθεση και ευθύνη του καθενός ξεχωριστά.

«Είσαι έτοιμη να σου εξηγήσω ποιά είναι η θεωρία μου για το σκάκι;» Ναί ήμουνα έτοιμη, τράβηξα την καρέκλα μου πιο κοντά στο τραπέζι και έβαλα τους αγκώνες μου να ακουμπούν στις άκρες του όπως μια μαθήτρια στο θρανίο της. Έξω από το μικρό καφενεδάκι όπου καθόμαστε είχε αρχίσει να βραδιάζει, η λίμνη έμοιαζε σαν ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο κοιτούσαν την μούρη τους τα γύρω βουνά και οι μικρές μπλε βάρκες. Το φεγγάρι εμφανίστηκε μισό στο βάθος και όλα έμοιαζαν σαν ένα εύπλαστο περίγραμμα, λίγο περισσότερο να το παρατηρούσες και ένιωθες πως μπορούσες να μετακινήσεις τις άκρες του, πως μπορούσες να παίξεις μαζί του φτιάχνοντας σχήματα ανάλογα με το ποιό ταίριαζε εκείνο το βράδυ καλύτερα σε ένα φεγγάρι μισό που εμφανίστηκε για να φωτίζει άλογα και πύργους και κρυμμένες βασίλισσες. Ο Γάλλος έβγαλε το μπερέ από το κεφάλι του, το τοποθέτησε στην άκρη του τραπεζιού, ρούφηξε μια γουλιά από τον ζαχαρένιο καφέ του και άρχισε να μου εξηγεί πως παίζεται το παιγνίδι. Μου περιέγραφε αναλυτικά τις κινήσεις που κάνει ο πύργος, ο στρατηγός, το άλογο, η βασίλισσα, ο βασιλιάς, όλοι αυτοί δηλαδή που ήταν στα μετόπισθεν και ύστερα αφού έκανε μια παύση, αφού με κοίταξε ξανά κατάματα, μου είπε πως τώρα είναι η στιγμή να αντιληφθώ την σημαντικότητα των στρατιωτών, των απλών δηλαδή άνθρώπων, έτσι είπε, πως «αυτοί που βλέπεις εδώ είμαστε εμείς, οι απλοί ανθρώποι, οι οποιοι πρέπει να διαφυλάξουμε το χώρο μας, πρέπει να υπερασπιστούμε τα πιστεύω μας, πρέπει να πολεμήσουμε για να μην μας κλέψει κανείς τα όνειρα μας». Μετακίνησε τα μικρά πιόνια δεξιά και αριστερά, «με ένα μόνο μικρό βήμα», μου είπε «και γίνονται σαν ένα κύμα, γίνονται σαν μια μεγάλη ασπίδα, γίνονται σαν ένας μεγάλος κύκλος, γίνονται όλα εκείνα τα σχήματα που μπορείς να πλάσεις όπως κοιτάς γύρω σου τώρα τα βουνά και κείνο το μισό φεγγάρι». Καταλαβαίνεις τί λέω, ρώτησε, δεν είπα λέξη, δεν ήμουνα σίγουρη αν αυτό που καταλάβαινα ήταν εκείνο που ήθελε να μου μεταδώσει, πως δηλαδή όταν αποφασίσεις να υπερασπιστείς το χώρο των ονείρων σου, τότε έχεις την δύναμη και την δυνατότητα να γίνεσαι κύμα και βουνό και λίμνη και σύννεφο και θάλασσα και φεγγάρι και ουρανός μαζί. Αυτό εννοείς, τον ρώτησα και κείνος γέλασε, «είμαι σίγουρος ότι θα είναι μια ενδιαφέρουσα παρτίδα», είπε μετά το γέλιο, «γιατί δεν ανήκεις στα τεμπέλικα μυαλά, και γω βαριέμαι τα τεμπέλικα μυαλά, ίσως όταν γεράσω να τα βρίσκω ενδιαφέροντα, αλλά είμαι ακόμα πολύ νέος, είμαι μόνο σαράντα χρονών και σκοπεύω να γίνω πολλές φορές κύμα πριν σκάσω μια και έξω στην ακτή...»