( life is wonderful )

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Φόρεσε το καλό του κουστούμι, είχα καιρό να τον δω καλοντυμένο, συνήθως τον έβλεπα με τις πυτζάμες, καθισμένο σε μια κόκκινη πολυθρόνα μπροστά από την τηλεόραση να παίζει με το τηλεκοντρόλ. Φόρεσε και την καλή του γραβάτα, γυάλισε και τα παπούτσια του, «τα πήρα φτηνά» μου υπενθύμισε, «από κείνο το παζαράκι στην πλατεία, στα μαγαζιά μας κοροιδεύουνε, πληρώνουμε το τόσο, τόσο» είπε και ύστερα έφτιαξε το μαντηλάκι στην τσέπη του σακακιού του.

Ήταν οκτώ και τέταρτο το πρωί, ήμουνα ακόμα με την τσίπλα στο μάτι και με την απορία πώς τούρθε ξαφνικά να θέλει να πάει στην εκκλησία. Ποτέ δεν πήγαινε εκκλησία παρότι μαθητής στο γυμνάσιο, ήτανε ψάλτης, ήξερε τις ψαλμωδίες από έξω, μου τις απάγγελε καμμιά φορά και γω προσπαθούσα να κρύψω την βαρεμάρα μου για να μην τον κακοφανήσω. Δεν τους γούσταρε τους παπάδες, μόνο εκείνους του χωριού του γούσταρε, τους αυθεντικούς, σε κείνους πίστευε, τους άλλους τους καταριότανε που αλλοιώνουνε καθημερινά το χριστιανικό νόημα και την βαθύτερη του φιλοσοφία, αυτό έλεγε. «Μια αγέλη από γίδια» έτσι τους αποκαλούσε, απόλυτος και αφοριστικός όπως υποθέτω είναι ο καθένας που τα ογδόντα χρόνια ζωής του βαραίνουν από διαψεύσεις.

Τον παρακολουθούσα να ανάβει το κερί και ύστερα να κάθεται στην τελευταία σειρά με το κεφάλι σκυφτό και το καλό του κουστούμι να «φωνάζει» πως κάτι ήτανε σήμερα για γιορτή. Μόνο που δεν ήτανε τίποτα για γιορτή, ήτανε μια ακόμα Κυριακή, από κείνες που έπρεπε να τηρήσουμε το έθιμο, να παραστούμε δηλαδή οικογενειακώς στην εκκλησία για να τιμήσουμε την μνήμη της γιαγιάς μου που πέθανε μεν πριν από μια 20ετία αλλά η θύμιση της εξακολουθούσε να είναι από τις λίγες αφορμές που μας είχανε απομείνει για οικογενειακές συνάξεις.

«Να κάνουμε και τα γενέθλια της Φ την ίδια μέρα» είπε η μάνα μου το προηγούμενο βράδυ, «είναι ευκαρία» συμπλήρωσε. «Ευκαιρία να συνδυάσουμε μνημόσυνο και γενέθλια;» διερωτήθηκα παρότι έπρεπε νάμουνα ήδη εξοικειωμένη με το παράδοξο σαν μέρος της οικογενειακής μας προιστορίας. Μαζί με τα κόλυβα παραγγείλαμε και μια σοκολατένια τούρτα, πάντα σοκολατένιες της ήθελε η Φ, άμα τις πήγαινες μια διαφορετική ξίνιζε τα μούτρα της και μουρμουρούσε για το υπόλοιπο της μέρας πως δεν είναι κανείς άξιος να της διαλέξει μια σωστή σοκολατένια τούρτα. Η μάνα μου αυτή την φορά ήθελε περισσότερες σταφίδες στα κόλυβα, εγώ διάλεξα στριφογυριστά κεράκια για την Φ, από κείνα που συνήθως διαλέγουμε για τα παιδάκια, η Φ όμως δεν ήταν παιδάκι, κόντευε τα εξήντα παρότι η ίδια επέμενε να αφαιρεί μια δεκαετία από την παρουσία της στην ζωή. Κι’αυτό όχι απο ματαιοδοξία αλλά από μια ειδική σχέση που διατηρούσε με το χρόνο.

Μετά την εκκλησία μαζευτήκαμε στο σπίτι της μάνας μου, ήρθανε θειάδες που είχα να δω πολύ καιρό και ανίψια που παρολίγον να μην τα αναγνώρισω από το πόσο είχανε ψηλώσει. Εκείνος κάθισε στην βεράντα και άφηνε το ήλιο να φωτίζει το καλοσιδερωμένο του κουστούμι, άναψε την πίπα του και παράγγελε στην Φ να του φτιάξει ένα σκέτο. Η Φ είχε ντυθεί στα κόκκινα, πρώτη φορά στα τόσα χρόνια την είδα ντυμένη στα κόκκινα, έμοιαζε λες και κάποιο χριστουγεννιάτικο δέντρο την περίμενε να κρεμαστεί στο κλαδί του για να συμπληρώσει το γιορτινό παραμύθι. Κι’υστερα μόλις τελειώσαμε με τους καφέδες και τα κόλυβα και τις τυρόπιττες που έφτιαξε η μάνα μου, μαζευτήκαμε γύρω από το στρογγυλό τραπέζι και τραγουδήσαμε όλοι μαζί, και θειάδες και ανίψια, το «happy birthday”, ανάβοντας τα στριφογυριστά κεράκια που συνήθως τα αγοράζουνε παιδάκια, μα τώρα τα προορίζαμε να σβήσουν το χρόνο από μια ζωή, με πολλά κρυμμένα στις ρυτίδες της.

Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο και λέγαμε άλλα από κείνα που σκεφτόμασταν. «Ίσως και να μην είμαι εδώ του χρόνου» υπολογίζω πως σκεφτότανε μια θειά μου, η οποία πρόσφατα είχε αρρωστήσει πολύ και μου ομολόγησε πως τα βράδια την έπιανε μια φοβία, δεν ρώτησα τί φοβότανε, φοβήθηκα να ρωτήσω. Δεν ήθελα ούτε να υποθέσω τί περνούσε από το μυαλό του καθενός, ένιωθα όμως πως κάτι αλλιώτικο περνούσε, δεν ήτανε δηλαδή όμοια με τις προηγούμενες συνάξεις μνημοσύνου-γενεθλίων η φετεινή, ήτανε αλλιώς, λες και είχαμε ξεμείνει από δικαιολογίες στα αδικαιολόγητα και από εξηγήσεις στα ανεξήγητα. Λες και υπήρχε μια ανάγκη νάναι όλα καθαρά όπως τα καλά μας ρούχα που τάχουμε φυλαγμένα για τις ειδικές περιπτώσεις, τις περιπτώσεις που τα χέρια μας μυρίζουνε σαπούνι και τα μαλλιά μας φρέσκο αέρα. Το έβλεπα στο βλέμμα τους. Πως ελάχιστα πια τους ανακουφίζανε στο τώρα, μόνο στο πριν υπήρχε μια ζεστή φωλιά, ούτε στο αύριο, γι’αυτό τα βράδια ερχότανε εκείνη η φοβία που δεν ρωτάς να μάθεις την προέλευση της γιατί στο βάθος ξέρεις πως έρχεται από κεί που εσύ πηγαίνεις.

Πρίν φύγω του έβαλα σε ένα ταπεράκι τις τυρόπιττες που είχανε απομείνει και ένα δύο κομμάτια τούρτας, όχι περισσότερα γιατί τον πείραζε η ζάχαρη. «Θα κοιμηθείς;» τον ρώτησα, όχι δεν θα κοιμότανε, είπε, θα έψαχνε μήπως έπαιζε σε κάποιο κανάλι καμιά ελληνική ταινία, απο κείνες τις παλιές, «δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα» έλεγε συχνά «από τις ελληνικές παλιές ταινίες», τόλεγε μέρα παρά μέρα όταν πήγαινα τα μεσημέρια να φάμε μαζί και κείνος μου ζητούσε να δούμε πρώτα το τέλος της ταινίας και ύστερα να μεταφερθούμε στο τραπέζι. Στο τραπέζι εγώ μιλούσα, εκείνος παρίστανε πως άκουγε μα ήμουνα σίγουρη πως τίποτα δεν άκουγε, προτιμούσε να θυμάται εκείνα που τον ανακούφιζαν, όχι τα άλλα, τα άλλα ήθελε να τα ξεχάσει και ίσως γι’αυτό τα βράδια τον έπιανε μια φοβία. Εκείνη η φοβία που δεν ρωτάς από πού προέρχεται.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε όπως μια συνηθισμένη Κυριακή. Μέχρι το βράδυ που έβαλα τις ειδήσεις και είδα τους υποψηφίους να περιφέρονται με μια αγωνία έκδηλη για το αποτέλεσμα και τις καλοσιδερωμένες τους συζύγους με τα περιποιημένα χαμόγελα να προσδοκούν σε μια νίκη. Εκείνη την στιγμή τον φαντάστηκα να έχει βγάλει το καλό του κουστούμι και τα ωραία του παπούτσια. Τον φαντάστηκα να έχει φορέσει ήδη τις πυτζάμες του και κείνες τις μαύρες τρύπιες κάλτσες, «μην τις φοράς αυτές», του έκανα παρατήρηση συχνά, «θα κρυώσουνε τα πόδια σου», εκείνος έγνεφε καταφατικά αλλά δεν υπάκουε, ίσως γιατί αυτές οι τρύπες τον ενοχλούσανε λιγότερο από τις άλλες που έμπαζαν το κρύο αέρα των μαζεμένων του απογοητεύσεων. Τον φαντάστηκα να κάθεται σε κείνη τη κόκκινη πολυθρόνα, νάχει την σόμπα αναμμένη πλάι στα πόδια του και να ψάχνει μανιωδώς να αλλάξει το κανάλι, να μην βλέπεις ούτε τους υποψηφιους, ούτε τις καλοσιδερωμένες τους συζύγους με τα περιποιημένα χαμόγελα. Δεν του προκαλούσαν πια ούτε θυμό, ούτε προσδοκία. Τίποτα δεν του προκαλούσαν παρά μόνο την βεβαιότητα πως έδειχναν να μην ξέρουν τί πάει να πεί να σου χτυπά κάθε βράδυ την πόρτα εκείνη η φοβία που δεν θες να μάθεις την προέλευση της. Θα έψαχνε μια ελληνική ταινία και ύστερα θα αποκοιμιότανε στην κόκκινη πολυθρόνα. Την ίδια ώρα, σε ένα σπίτι μερικά τετράγωνα πιο πάνω, η Φ θα έκλεινε μέσα σε ένα συρτάρι τα στριφογυριστά της κεράκια και θα πηγαίνε για ύπνο. Περιμένωντας το επόμενο μνημόσυνο για να γιορτάσει την παρουσία της στην ζωή.