( life is wonderful )

Η ΣΚΑΝΔΑΛΗ

Σχημάτισε με τα δάκτυλα της μια σκανδάλη, δηλαδή ένωσε το δείκτη με τον μεσαίο και ύστερα τα τοποθέτησε στο κρόταφο της κάνοντας την κίνηση του πυροβολισμού. Με κοίταξε έντονα. Τόσο έντονα δεν με είχε κοιτάξει ποτέ πριν και την ήξερα χρόνια, από τον καιρό που ήμασταν πιτσιρίκες και προβάραμε τα βλέματα μας στο καθρέφτη. Μαζί καπνίσαμε τα πρώτα μας τσιγάρα, κίτρινα σίλκ κάτ, στην ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας. Φυσούσαμε καπνό και βήχα μαζί, και μέσα από το καπνό και το βήχα φυσούσαμε και τις ευχές μας. Εκείνη είχε μεγαλεπίβολα σχέδια, ήθελε λέει να γυρίσει τον κόσμο, ήθελε και να τον αλλάξει, δεν ήξερε πώς, αλλά είχε την πεποίθηση πως θα τον έβρισκε τον τρόπο. Εγώ λιγότερο φιλόδοξη, δεν ήθελα να αλλάξω κανένα, παρά μόνο τον εαυτό μου, μήπως και έτσι κατάφερνα να χαίρομαι τις εκδρομές μου. Τα βράδια κλέβαμε το μοτοποδήλατο του πατέρα μου, ένα κόκκινο, όμοιο με κείνα που βλέπεις στις ιταλικές ταινίες. Ισορροπούσαμε και οι δύο μας στο κάθισμα του και γυρνούσαμε τα στενά της γειτονιάς με την αίσθηση πως σε κάθε φανάρι αλλάζαμε σύνορα και χώρες και χάρτες. Τα πρώτα μας ποτά τα καμουφλάραμε σε φλυτζάνια του καφέ και τα πρώτα μας φιλιά τα περιγράφαμε μέχρι και το τελευταίο τους σάλιο. Υποσχεθήκαμε πως έτσι θα περιγράφαμε πάντα την ζωή μας, η μια στην άλλη, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, τίποτα δεν θα αφήναμε να πέσει κάτω, όλα θα τα λέγαμε, και τα ζόρια και τις χαρές και τις πιο ιδιότροπες μας σκέψεις.

Δεν έγιναν ωστόσο έτσι τα πράγματα. Εκείνο που έγινε ήτανε πως η μέρα της σήμερα ξεκίνησε κάπως έτσι: Στις 6.30 ξύπνησε, στις 6.45 φώναξε στον άντρα της να ξυπνήσει, στις 7.00 ξύπνησε την κόρη της και στις 7.30 τηγάνιζε αυγά με μπείκον στο μεγάλο τηγάνι. Στις 8.00 έπαθε υστερία και πέταξε το τηγάνι με τα αυγά στο πάτωμα και τα πατούσε με τις παντόφλες της μέχρι να λιώσουν στα πλακάκια. Δύο ώρες μετά μου τηλεφώνησε. «Σήμερα έπαθα υστερία» μου είπε. «Έλα». Πήγα. Και τώρα καθόταν απέναντι μου με το ένα δάχτυλο κολλημένο στο άλλο και με τα δύο τους να σχηματίζουν μια σκανδάλη στο κρόταφο της. «Δεν θα με πείραζε, μου είπε. Έτσι αισθάνομαι, πώς δεν θα με πείραζε αν κάποιος με πυροβολούσε». «Τρελλάθηκες;» την ρώτησα. Δεν απάντησε με λέξεις. Απάντησε με κείνο το βλέμμα που ήτανε γεμάτο από θυμό και απελπισία και τρόμο και απογοήτευση και κενό και όλα αυτά μαζί. Και ύστερα μου είπε πως δεν ήθελε να το συζητήσει. Προτιμούσε, είπε, να αλλάξουμε τη διαρρύθμιση του σαλονιού. Να βάλουμε τον καναπέ απέναντι απο το παράθυρο που τώρα ήτανε με την πλάτη γυρισμένος στην θέα, κοιτούσε μόνο προς τον τοίχο, ήθελε να τον αλλάξει, είπε, γιατί ήθελε τα βράδια να κοιτάει απέξω, δεν ήθελε άλλο να κοιτάει μέσα, ούτε και μέσα της.

«Όπως τότε στις ταράτσες», θυμάσαι, με ρώτησε θυμάμαι, απάντησα. «Καλά έκανα που μετακόμισα», με ρώτησε μετά αλλά δεν περίμενε απάντηση. Εκείνο που περίμενε ήτανε μια επιβεβαίωση πως κάτι θα αλλάξει, πως όλα ίσως αρχίσουν να πηγαίνουν προς το καλύτερο. Σου ταιριάζει πιο πολύ της είπα, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχα ιδέα πια τί της ταίριαζε, ούτε και με τί ήθελε η ίδια να ταιριάζει. «Καλά έκανα» επανέλαβε. «Καταλαβαίνεις τί λέω», με ρώτησε. Δεν της απάντησα. Σήκωσα τον καναπέ και την πρόσταξα να κάνει το ίδιο για να τον πάμε στην θέση από όπου θα μπορούσε να βλέπει την θέα. Δεν είχα άλλη απάντηση να της δώσω, παρά μόνο πως έπρεπε να σταματήσει να κοιτάει τοίχο. Έπρεπε να σταματήσει να γυρνάει την πλάτη της στην θέα...