( life is wonderful )

ΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Αγόρασα ποδήλατο. Κόκκινο με μαύρες κάθετες γραμμές και ένα καλάθι μπροστά-μπροστά για να χωράει το σκυλί μου. Και τα ψώνια που κάνω κάθε Σάββατο από την λαική αγορά, και κείνα θέλω να τα χωράει. Πήρα και ένα φανάρι για τα βράδια, να αναβοσβήνει στο δρόμο έτσι ώστε νάμαι από τον καθένα ορατή. Τώρα που θα κυκλοφορώ με ένα κόκκινο ποδήλατο στις γειτονιές, τώρα είναι που θέλω να μην κρύβομαι, να είμαι, δηλαδή, από τον καθένα ορατή. Όσο κρυβόμουνα, ήθελα αμάξια με δερμάτινα καθίσματα και μεγάλους ανεμοθώρακες, με ζώνες ασφαλείας και ένα καθρέφτη μεγάλο για να κοιτάω πίσω μου. Μα όχι πια…Τώρα θέλω αυτό το ποδήλατο πουναι κόκκινο με μαύρες γραμμές στους τροχούς, χωρίς καθρέφτες για το πίσω, μόνο ένα καλάθι για το μπροστά. Και έχει και ένα κουδούνι. Μαύρο, μικρό, στην αριστερή μεριά του τιμονιού. Το βαράς μια-δύο φορές και δίνεις σήμα. Τις προάλλες περνούσα από το σπίτι του κολλητού, εκείνος δεν είχε ιδέα, βάρεσα το κουδούνι, βγήκε στο μπαλκόνι απορημένος και με είδε με ένα χρωματιστό σκουφάκι και τα γυαλιά ηλίου, μου πάνω σε ένα ποδήλατο. «Κοίτα, αγόρασα ποδήλατο», του φώναξα και κείνος έσκασε ένα χαμόγελο, είπε ένα αστείο για να με πειράξει, μα ύστερα, είπε, πως του αρέσει η εικόνα. Τόδα, δηλαδή, στο βλέμμα του πως εκείνος ο ήχος του κουδουνιού, κάτι του ξύπνησε, ίσως μια παιδικότητα που την είχε για χαμένη, μα εκείνη, απλώς, κοιμότανε…Και όταν το βάρεσα μια-δυο φορές, του ξύπνησε, προφανώς, μια χαρά αλλιώτικη, από κείνες τις ανεξήγητες, που χαίρεσαι, δηλαδή, χωρίς να υπάρχει λόγος ή τουλάχιστον χωρίς να υπάρχει ένας από τους λόγους που εσύ τους συνδυάζες, από κεκτημένη ταχύτητα, με τη χαρά. Μα δεν είναι μόνο εκείνοι. Είναι και άλλοι χίλιοι δυο, σοβαρά στο λέω, είναι και άλλοι χίλιοι δυο, τους αισθάνομαι την ώρα που ανεβαίνω στο ποδήλατο, βγαίνει αμυδρά ο ήλιος πάνω από το γκρίζο ουρανό και γω γυρνώ τις γειτονιές βαρόντας μια-δύο φορές το κουδούνι στο κάθε στενό. Συνήθως περνώ από το δημοτικό κέντρο τεχνών, αφού πρώτα περάσω από την μικρή καμαρούλα πλαί στην Αρχιεπισκοπή. Και κοίτα να δεις κάτι περίεργο. Εκεινο το μικρό δρομάκι με την καμάρα, το περνούσα με ένα ποδήλατο και όταν ήμουνα μικρή. Εκεί έμενε η γιαγιά μου και τα καλοκαίρια την έβγαζα να πηγαινοέρχομαι στο στενό δοκιμάζοντας την ισορροπία μου, πάνω στο πρώτο μου ποδήλατο. Και να που πάλι, ο ίδιος τρόπος είναι τελικά που μου δείχνει αν έχω βρει ισορροπία. Να ποδηλατώ σε κείνο το στενό, έχοντας πια διανύσει χιλιόμετρα. Τελικά όσα χιλιόμετρα και να διανύσεις μόνο αυτά που σου μαθαίνουν πώς να χαίρεσαι σαν μωρό αξίζει να τα κρατήσεις στο κοντέρ σου. Αλλιώς μηδένισε το και φτού ξανά από την αρχή…Μέχρι να βρεις ποιο είναι το ποδήλατο σου.
Έτσι που λες. Τόχω τοποθετήσει έξω στην αυλή. Κατω από στο σκέπαστρο μην μου το καταστρέψει η βροχή. Τόχω βάλει πλάι από τα γιασεμιά μου. Εκείνα που πότιζα χρονια τώρα, κάθε μέρα, και δεν μου μάρανε ούτε ένα. Εκεί θέλω και το ποδήλατο μου. Πλάι στα γιασεμιά. Το κοιτώ κάθε πρωί και σκέφτομαι πως μπαίνει ξανα η άνοιξη και θα μυρίζουνε οι αυλάδες των σπιτιών λουλούδια και γω θα μπορώ πια να μυρίζομαι τους δρόμους και τις μέρες και τον αέρα στις γειτονιές και θα μπορώ έτσι να κοιτάω γύρω μου, τους περαστικούς, τα σπίτια, τους δρόμους, όλα, όπως τότε που ήμουνα παιδί. Με μια χαρά ανεξήγητη. Από κείνη που δεν υπάρχει, νομίζεις, πια λόγος να την ζήσεις γιατί την έχεις καταχωρήσει σαν χαρά που μπορούν να αισθανθούν μόνο το μικρα παιδιά. Που δεν είναι ακόμα υποψιασμενα, έτσι λές, που είναι ακόμα αθωα, έτσι νομίζεις. Τίποτα από όλα αυτά δεν τα πιστεύω πια, γιατί όταν παίρνω το ποδήλατο και χάνομαι τα πρωινά στις γειτονιές, μυρίζοντας τα λουλούδια από τις αυλάδες και βλέποντας τα πρόσωπα των περαστικών να χαμογελάνε, τότε νιώθω πως τίποτα από όλα, αυτά που λες, δεν ισχύει. Γιατί βαράω το κουδούνι του ποδηλάτου μου και με το πρώτο ντρίγκ βρίσκω ξανά την ισορροπία λες και δεν την είχα χάσει ποτέ.