( life is wonderful )

MY OLD SOUL

«Νάσαι σίγουρος πως θα γράψω κάτι γι’αυτή την νύχτα» του είπα λίγο πριν τον καληνυχτίσω. Είχα καιρό να γράψω κάτι για κείνον. Μόνο που αυτή την φορά δεν ήθελα να πω τα ίδια. Δεν ήθελα να μιλήσω ούτε για την υψηλή αισθητική και καλλιτεχνική του ποιότητα, ούτε και για το πως καταφέρνει μέσα από την μουσική του να σε κάνει να αισθάνεσαι εκείνα τα δύο μικρά φτερά που κρύβονται στην πλάτη σου. Ήθελα νάναι αλλιώς. Δεν ήξερα ακόμη πως αλλά ήμουνα βέβαιη πως μέχρι το τέλος της νύχτας θα μου έδειχνε εκείνος ποιές λέξεις και ποιές εικόνες είχανε ανάγκη να ζευγαρώσουν κάτω από αυτό τον υπέροχο μπλε ουρανό.
Το ίδιο μπλε είχε και το πουκάμισο του. Και το βλέμμα του. Και το φως των προβολέων που πέφτανε πάνω του. Το ίδιο μπλε και μια πεταλούδα που πηγαινοερχόταν μπροστά μου και έμοιαζε λες και σηματοδοτούσε την έναρξη ενός αληθινού παραμυθιού. Όχι από κείνα που σε παραμυθιάζουν αλλά από τα άλλα, τα ουσιαστικά, που σου θυμίζουν πως η πραγματικότητα έχει πάντοτε χώρο και χρόνο για το προσωπικό σου μύθο. Και ύστερα είδα τις κόκκινες του κάλτσες που έμοιαζαν κι’αυτές σαν πινελιά από κάποιο παραμύθι. Και γύρω του κιθάρες και πιο πίσω ο ενισχυτής και μπροστά του ο λουπαδόρος και τα πετάλια του και παραδίπλα ένα μεγάλο μαύρο πιάνο με ουρά και πιο πέρα οι καμάρες της Αξιοθέας και πιο πίσω το περίγραμμα μιας φοινικιάς που δεν ξεχώριζες αν ήτανε αληθινή ή ξεχασμένη σε καποιουνού την φαντασία.
Δεν θυμάμαι με ποιό τραγούδι άρχισε. Το μόνο που θυμάμαι για αρχή ήτανε μια εισαγωγή που έκανε ο Μιχάλης Πιερής όπου έλεγε για το πώς ο Λευτέρης Μουμτζής καταφέρνει μέσα από την μουσική του να ρίχνει φως στα σκοτάδια και να τυφλώνει τους φόβους μας. Αυτό θυμάμαι. Έψαξα μάλιστα το σημειωμάριο μου για να σημειώσω την φράση αλλά συνειδητοποιήσα πως τόχα ξεχάσει, δεν έβρισκαν καν ένα στυλό πρόχειρο μέσα στο χάος της τσάντας μου. «Πώς την έπαθα έτσι;» είπα στο Χ που καθότανε δίπλα μου με το χέρι του περασμένο στους ώμους μου και με το βλέμμα του να ταξιδεύει πότε στο μπλε φως της σκηνής και πότε σε κείνο του ουρανό. Βρήκα μια απόδειξη του σουπερμάρκετ πεταγμένη στο πορτοφόλι μου, ζήτησα τότε από την Μ που είχε φορέσει ένα μωβένιο φόρεμα και μύριζε ολόκληρη σαμπουάν, να μου δανείσει ένα στυλό. «Ας είναι» σκέφτηκα και ξεδίπλωσα την απόδειξη του σούπερμαρκετ από την πίσω της μεριά. «Ίσως νάναι σημαδιακό, το να πρέπει να μουτζουρώσω απόψε τις λίστες της καθημερινότητας με τα γράμματα ενός ακροβάτη που ψάχνει το δικό του θεό», είπα και άρχισα με το πορτοκαλί στυλό της Μ να γράφω στην γλώσσα του Λευτέρη και κείνης της μπλε πεταλούδας που ακροβατούσε ανάμεσα μας.
Κι’υστερα όλα συνέβηκαν όπως ακριβώς συμβαίνουν κάθε φορά που κάποιος έχει την πίστη και την δύναμη να κεντάει στην πραγματικότητα μικρά μοτίβα μαγείας. Δηλαδή μέθυσα με ένα lilac wine και έπιασα κουβέντα με το παιδί του φεγγαριού. Του έδειξα τις λευκές μπουγάδες που κρέμονταν στις παραδίπλα αυλές, τούδειξα και τα κλειστά παντζούρια των σπιτιών με τις τηλεοράσεις συντονισμένες στα σκοτάδια. Τούδειξα και κείνα τα δύο αστέρια, που είναι το ένα δίπλα από το άλλο, σαν ματάκια, δύο φωτεινά ματάκια που μόνο αν κλείσεις τα παντζούρια και συντονίστεις με το σκοτάδι σου, μπορείς να τα αγνοήσεις. Αλλιώς αυτά είναι εκεί, στο κάθε σου βήμα, δεν σε αφήνουνε να ξεχάσεις τον ουρανό εκτός κι’αν εσύ θες να ξεχνιέσαι στο μικρόκοσμο και να ανακυκλώνεις τα λερωμένα στο νεροχύτη μιας επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας. Γιατί ναί, υπάρχουνε οι τέσσερεις τοίχοι που σπάνε στην υγρασία και αφήνουνε τις κατσαρίδες να σουλατσάρουν ανάμεσα στους βασιλικούς αλλά υπάρχει και μια μπλε πεταλούδα που πετάει στο ρυθμό του ποταμού, εκεί όπου κατοικεί ο riverman, ο άνθρωπος που ξέρει να σου πει πως να σπάσεις εκείνη την απαγόρευση που σε απομακρύνει από το να νιώθεις ελεύθερος. Σ’αυτόν με παρέδωσε το παιδί του φεγγαριού, στον riverman, ο οποίος μου έδειξε τα μυστικά της νύχτας και μου θύμισε πως η ζωή κυλάει όπως ένα ποτάμι. Και ύστερα, μαζί περπατήσαμε στις όχθες του, μαζί αγκαλιάσαμε τις κουρτίνες των διπλανών σπιτιών και τις αφήσαμε να πετάξουν έξω από τα πλαίσια και τα κάδρα των κλειστών παραθύρων για να χαιδέψουν τον αέρα που φυσάει κάθε φορά που μια παλιά ψυχή ξυπνάει και γίνεται πεταλούδα. Μια μπλε πεταλούδα που εμφανίζεται ξαφνικά κάτω από ένα μπλε ουρανό, μπροστά από ένα παιδί του φεγγαριού που φοράει μπλε πουκάμισο και κόκκινες κάλτσες και κεντάει με τη μουσική του το νήμα που σε ενώνει με όλες τις παλιές ψυχές του σύμπαντος. Εκείνες τις ψυχές που ξυπνάνε για να σου θυμίσουν πως εκεί κατοικείς, εκεί ανήκεις, κάτω από κείνα τα δύο αστέρια που είναι τόσο κοντά το ένα στο άλλο όσο και τα μάτια του ουρανού.
«Ι will do things my way Λευτέρη στο υπόσχομαι», έγραψα στο πίσω μέρος της απόδειξης του σούπερμαρκετ και ύστερα περπάτησα αγκαλιά με το Χ μέχρι το σπίτι μας, που δεν ήτανε πια στην ίδια οδό αλλά σε κείνο το δρόμο που είναι γεμάτος από lilac trees, old souls και παιδιά των φεγγαριών.