( life is wonderful )

GUY DAVIDI

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι, χθες βράδι, του είπα μόλις κάθισε απέναντι μου και αφότου είχε παραγγείλει μια παγωμένη σόδα με λεμόνι. Με κοίταξε χωρίς να σχολιάσει. Σοκαρίστηκα, είπα αμέσως μετά. Χαμογέλασε αμυδρά. Είχα ακομα στο μυαλό μου τα μάτια του μικρού Τζιπρί, είχα κι’άλλες εικόνες από βλέμματα και πρόσωπα, κυρίως από βλέμματα και πρόσωπα…Ήταν ένα από τα πιο συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ που έχω δεί, του είπα. Και το εννοούσα. Γιατί το “5 Broken Cameras” δεν είναι απλά ένα ακόμα ντοκιμαντέρ για την διαμάχη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Το «5 Broken Cameras” είναι ένα ντοκιμαντέρ κυρίως για τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ζωή μας: Το πώς επουλώνει κανείς τις πληγές του για να μπορέσει να μετατρέψει το θυμό σε κάτι θετικό, έτσι ώστε να συνεχίσει να ονειρεύεται την ώρα που κοιτά χιλιάδες πουλιά να διασχίζουν τον ουρανό, έστω κι’αν λίγες μέρες πριν ή λίγες μέρες μετά τον ίδιο ουρανό διασχίζουν χιλιάδες σφαίρες.
Δεν θέλω να μιλήσουμε για το πολιτικό θέμα, του είπα. Ξαφνιάστηκε. «Όλοι γι’αυτό με ρωτάνε», μου απάντησε. Ήθελα να μάθω κάτι περισσότερο από τα γεγονότα. Γιατί η αλήθεια δεν είναι στα γεγονότα, είναι πάνω και πέρα από αυτά, είναι δηλαδή εκεί όπου περιπλανιέται η ανθρώπινη ψυχή ψάχνοντας ένα μέρος για να ησυχάσει. Πές μου Guy, του είπα, πώς θεραπεύεται η ψυχή και πως διατηρεί κανείς τις ευαισθησίες του όταν γύρω του το μόνο που υπάρχει είναι θάνατος;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διηγηθείς μια ιστορία. Ακόμα και όταν νομίζεις πως ξέρεις τα πάντα για το Παλαιστινιακό ζήτημα, ακόμα κι’αν έχεις εικόνες στο μυαλό σου από τις ειδήσεις ή από άλλα φίλμ, υπάρχει πάντα και μια άλλη οπτική γωνία από την οποία δεν έχεις κοιτάξει την πραγματικότητα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η προσωπική ιστορία του Εμάντ, του Παλαιστίνου αυτού αγρότη που ζεί στο χωριό Μπίλιν, δυτικά της Ραμάλας στην Δυτική Όχθη. Ο Εμάντ είναι ο κινηματογραφιστής του χωριού. Μέσα από τις πέντε κάμερες του κατέγραψε την ιστορία της αντίστασης του Μπίλιν ενάντια στην Ισραηλινή καταπιέση. Ταυτόχρονα ωστόσο κατέγραφε και τις προσωπικές του στιγμές, την γέννηση του γιού του Τζιπρί, την σύλληψη του, τον τραυματισμό του, χιλιάδες εικόνες, ένα απίστευτο κινηματογραφικό υλικό.

Ο Εμάντ είχε αρχίσει να κινηματογραφεί την ίδια χρονική περίοδο που είχα πάει και γω στο Μπιλίν, όπου και έζησα για κάποιους μήνες. Ήταν το 2005. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Εκεί συνειδητοποίησα για πρώτη φορά τί σημαίνει να ζείς κάτω από καταπίεση. Εκεί είδα για πρώτη φορά το Ισραήλ μέσα από τα μάτια των Παλαιστινίων. Όταν πηγαίνεις πίσω από την Δυτική Όχθη προς το Τελ Αβίβ και βλέπεις εκείνα τα τεράστια μπλοκ κτιρίων που έχουν κτιστεί αισθάνεσαι αμέσως την απειλή και την καταπίεση να σε περικυκλώνει. Αυτό δεν μπορείς να το αισθανθείς όταν κατευθύνεσαι από το Τελ Αβίβ στην Δυτική Όχθη. Ήταν πολλά τα συναισθήματα που μου δημιουργήθηκαν εκείνους τους μήνες. Πάρα πολλά...

Ο Εμάντ δεν είχε σκεφτεί πως κάποτε θα έκανε ένα φίλμ. Η ιδέα προέκυψε μετά το θάνατο του φίλου του Φίλ, μιας πολύ σημαντικής προσωπικότητας στο χωριό. Μου πρότεινε να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για τον Φίλ και τον Αντίπ (φίλος του Φίλ και επίσης καθοριστική φυσιογνωμία των διαμαρτυριών). Δεν ήθελα να το κάνω. Δεν έβρισκα νόημα να κάνω ακόμα ένα ντοκιμαντέρ για κάποιον που πέθανε. Μεγάλωσα με τον θάνατο. Κάθε χρόνο ζούσα την μέρα των στρατιωτών που χάθηκαν, την μέρα του Ολοκαυτώματος, την μέρα των θυμάτων από τις τρομοκρατικές επιθέσεις...Δεν έβρισκα λοιπόν τον λόγο.

Ανάμεσα στις σκηνές που μου έδειχνε ο Εμάντ απο το υλικό του, ήταν και ενός ηλικιωμένου ο οποίος προσπαθούσε να κλείσει το δρόμο σε ένα στρατιωτικό τζίπ. Μόλις είχανε συλλάβει τον γιό του. Ο ηλικιωμένος ανέβηκε στο καπό του τζιπ και δεν έφευγε παρότι οι στρατιώτες τον χτυπούσαν. Ρώτησα τότε τον Εμάντ ποιός ήταν εκείνος ο ηλικιωμένος. «Ο πατέρας μου», μου απάντησε. Σοκαρίστηκα. Το βρήκα φοβερό ότι είχε διαλέξει να συνεχίσει να κινηματογραφεί παρά να δράσει. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος να διηγηθείς ξανά αυτή την ιστορία και να φέρεις το ίδιο θέμα στην επιφάνεια ήταν μόνο μέσα από την προσωπική ιστορία του Εμάντ. Το φίλμ έπρεπε να ήταν προσωπικό, «εσύ πρέπει να είσαι ο χαρακτήρας του φίλμ», είπα στον Εμάντ «και όχι μόνο ο Φίλ ή ο Αντίπ».

Μια άλλη σκηνή που μου είχε δείξει ήταν μια εικόνα όπου ο Φίλ κρατούσε στους ώμους του το γιό του Εμάντ, τον μικρό Τζιπρί. Πόσο χρονών είναι ο γιός σου, τον ρώτησα και όταν μου είπε, έκανα τον υπολογισμό και αντιλήφθηκα οτι ο γιός του είχε γεννηθεί λίγες μέρες μετά που είχαν αρχίσει οι πρώτες διαμαρτυρίες ενάντια στην Ισραηλινή καταπίεση. Τότε σκέφτηκα πως μπορούμε να πούμε την ιστορία του μικρου του γιού και μέσα από αυτή την ιστορία την εξέλιξη του αγώνα τους εναντίον των Ισραηλινών. Το προσωπικό έσμιγε με το πολιτικό, ούτε ο ίδιος ο Εμαντ μπορούσε να τα διαχωρίσει . Ό,τι ζούσε ήταν πολιτικό και προσωπικό μαζί, αυτή ήταν η πραγματικότητα του.

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν να τον πείσω να συμπεριλάβουμε την σκηνή της σύλληψης του. Όχι την σύλληψη του αυτή καθεαυτήν αλλά το διάστημα που έμεινε υπό επιτήρηση σε ένα σπίτι έξω από το χωριό για ένα μήνα. Δεν ήθελε να το χρησιμοποιήσω γιατί ήταν η περιοδος που αισθανόταν ευαλωτος, έυθραυστος, οι εικόνες κατέγραφαν τις αδύνατες του στιγμές. Μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν ο κινηματογραφιστής των Παλαιστινίων ο οποίος αγωνιζόταν για την χώρα του, ο ήρωας, γι’αυτό δεν ήθελε να δείξει αδυναμία, τον φόβιζε κάτι τέτοιο. Και γω του έλεγα συνέχεια πως μόνο όταν δείξεις πως είσαι τρωτός οι άνθρωποι θα εκτιμήσουν περισσότερο την δύναμη που έχεις.

Το κείμενο του φίλμ γράφτηκε από μένα. Ο Εμάντ δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσε να δει την ζωή του από την θέση ενός παρατηρητή. Ένιωθε εκείνο ακριβώς που λέμε στην αρχή του φίλμ. Πώς έζησε τόσα πολλά ώστε πολλές φορές αισθάνεται χαμένος. Δεν προλάβαινε να επουλώσει τις παλιές του πληγές και έρχονταν καινούργιες να τις σκεπάσουν. Και τα παλιά τραύματα όταν δεν τα αντιμετωπίσεις σε κυνηγούν, δεν σε αφήνουν να κοιτάξεις με καθαρό βλέμμα την ζωή σου. Γι’αυτό και κινηματογραφούσε. Για να θυμάται. Για να θεραπεύεται... Όταν κάναμε το τελικό editing στο Παρίσι, εκείνος δεν είχε έρθει. Ήρθε μόνο όταν πια είχαμε τελειώσει και όταν είδε τις αλλαγές αντέδρασε, θύμωσε, ένιωσε ανασφάλεια για το αποτέλεσμα. Μετά όμως από λίγες μέρες με πήρε τηλεφωνο και μου είπε ότι είχε δει ξανά το φίλμ, ξημερώματα, στο δωμάτιο του και μου ομολόγησε πως βλέπωντας το έκλαψε πάρα πολύ. Εκείνη την στιγμή πιστεύω, συνειδητοποίησε κάτι πολύ ουσιαστικό για την ζωή του. Πώς κινηματογραφώντας προσπαθούσε τελικά να επουλώσει τις πληγές του. Είναι πολύ σημαντικό να κάνεις ένα βήμα πίσω και να δεις την ζωή σου από απόσταση. Τότε είναι που φτάνεις σε μικρές ή μεγάλες συνειδητοποιήσεις.

Για μένα ήταν πολύ σημαντικό μέσα από αυτό το ντοκιμαντέρ να φέρω στην επιφάνεια τον ψυχολογικό και συναισθηματικό κόσμο που προκαλεί η καταπίεση. Πώς χτίζεται δηλαδή ο θυμός και το μίσος. Δεν με ενδιαφέρει να κρύψω το θυμό και το μίσος όπως κάνουν σε άλλα φίλμ. Πρέπει να δείχνουμε πώς γεννιέται η οργή ακόμα και σε ένα φίλμ που είναι εναντίον της βίας. Μόνο έτσι μπορούμε να μεταμορφώσουμε αυτό το θυμό σε κάτι θετικό.

Στο φίλμ δεν είναι ο Εμάντ που μιλά. Είναι η ψυχή του Εμάντ. Όταν μιλήσεις με τον Εμάντ δεν θα σου πεί τα πράγματα που είναι γραμμένα στο σενάριο. Δεν είναι αυτή η γλώσσα του. Ο Εμάντ μιλάει ακόμα με την γλώσσα του θύματος κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο και στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη. Όταν υποφέρεις βλέπεις τον εαυτό σου σαν θύμα, η θυματοποίηση μετατρέπεται σε όχημα με το οποίο πορεύεσαι στην ζωή σου. Δεν το κρίνω απλώς το καταγράφω. Αυτό ήθελα να υπογραμμίσω. Πώς έχουμε ευθύνη και υποχρέωση να επουλώσουμε τις πληγές μας. Και αυτό είναι ένα μεγάλο πνευματικό ζήτημα.

Πώς αντιμετωπίζουμε το πόνο μας, την ψυχική μας ταλαιπωρία, το βάσανο; Προσωπικά πιστεύω ότι οι Ισραηλινοί και οι Εβραίοι δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τον πόνο τους. Αντιθέτως. Για χρόνια θαύμαζαν τις ταλαιπωρίες που πέρασαν, τις μετέτρεψαν σε στοιχείο της ταυτότητας τους, έγιναν η ταυτότητα τους σε βαθμό που πια δεν μπορούν να κατανοήσουν τους άλλους ανθρώπους που επίσης υποφέρουν. «Εμείς είμαστε πάντα εκείνοι που υποφέραμε περισσότερο από όλους». Και με αυτό εξακολουθούμε να πορευόμαστε. Είναι ξέρεις μεγάλος ο πειρασμός να «ερωτευτείς» το πόνο σου. Γι’αυτό ήθελα να μιλήσει ο Εμάντ όχι μόνο στους Παλαιστίνιους και στους Ισραηλίτες αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο που ζει μια καταπίεση, για να υπογραμμίσει πως έχουμε υποχρέωση να μην ερωτευόμαστε τις πληγές μας, αλλά να τις θεραπευουμε για να μπορέσουμε να αντισταθούμε.

Μεγάλωσα στο Ισραήλ. Μεγάλωσα δηλαδή σε ένα μέρος με πολύ καταπίεση και επιθετικότητα. Το όλο σύστημα σε εκπαιδεύει να γίνεις στρατιώτης. Με μια νοοτροπία η οποία μας υπαγορεύει από μικρούς ότι ζούμε σε μια χώρα περικυκλωμένη από εχθρούς οι οποίοί θέλουν όλοι να μας σκοτώσουν και αν δεν γίνεις δυνατός τότε θα υποφέρεις. Ο τρόπος που κοιτούσα την πραγματικότητα δεν ήταν αυτός. Δεν μπορούσα να ταυτιστώ με αυτή την νοοτροπία. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν δέκα χρονών. Αντιμετώπισα τον θάνατο σε πολύ νεαρή ηλικία και αυτό με έκανε λιγότερο αφελή και λιγότερο αθώο. Μου δημιουργησε πολλά ερωτηματικά σχετικά με την πραγματικότητα και την ζωή.

Όταν πας στο στρατό δεν σου επιτρέπεται να είσαι ο εαυτός σου. Πρέπει να αλλάξεις συμπεριφορά αλλιώς υποφέρεις. Έμεινα μόνο τρείς μήνες στο στρατό, ήταν πολύ τραυματική εμπειρία. Προσπαθούσα με όλη μου την δύναμη να αντισταθώ, να μην λυγίσω, να μην χάσω τον εαυτό μου. Ο στρατός προσπαθεί να σπάσει την προσωπικότητα σου ώστε να σε φτιάξει αλλιώς, να σε κάνει κάποιον άλλο. Και γω δεν ήμουν διαθετειμένος να κάνω κάτι τέτοιο.

Στα 14 μου ήθελα να γίνω συγγραφέας. Στα 16 μου ανακάλυψα το σινεμά. Ήξερα δηλαδή από νωρίς πως μέσα μου είχα καλλιτεχνική φλέβα κι’αυτό αν θες ήταν τελικά και η ασφαλιστική μου δικλείδα. Ένιωθα πως είχα ένα πεπρωμένο άρα μπορούσα να αντέξω τα πάντα γιατί μέσα μου ήξερα πως εμένα ο δρόμος μου δεν ήταν εκείνος που μου έδειχνε το σύστημα. Όλα ήταν εναντιον μου ακόμα και η οικογένεια και οι φίλοι. Αν δεν σε υποστηρίζει η οικογένεια σου ή αν δεν έχεις το σθένος να αντισταθείς τότε δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’αυτό δεν κρίνω τους ανθρώπους που δεν μπορουν στην εύθραυστη ηλικία των 18 να αντιδράσουν. Η πίεση είναι πολύ μεγάλη για να μπορείς να αντέξεις και να πας ενάντια στο κύμα.

Έζησα στο Παρίσι ένα χρόνο. Ήταν πολύ καθοριστικός χρόνος για την ζωή μου. Είχα φύγει για το Παρίσι όταν συνειδητοποίησα πως στις κινηματογραφικές σχολές στο Ισραήλ, η δημιουργία ξεκινά από ένα αίσθημα καταπίεσης. Λίγοι είναι που ξεφεύγουν και δημιουργούν κάτι που υπερβαίνει αυτή την βίαιη «γλώσσα» επικοινωνίας. Όταν επέστρεψα από το Παρίσι αισθάνθηκα την ανάγκη να πάω στην Δυτική Όχθη για να μην με κλειδώσει και μένα αυτή η βίαιη «γλώσσα». Επίσης είχα ανακαλύψει ότι και γω κουβαλούσα ακόμα μέσα μου οργή, έπρεπε να τα σπάσω λοιπόν όλα αυτά και ένας τρόπος ήταν να πάω στην Δυτική Όχθη, ήταν για μένα μια κίνηση συμβολική για να υπερβώ τα όρια μου.

Δεν πρόκειται να βρεις την αλήθεια μέσα στην πραγματικότητα γιατί η αλήθεια είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την πραγματικότητα. Μιλώ για γεγονότα αλλά η ιστορία που διηγούμαι θέλω να παραμένει πιστή σε αλήθειες που είναι πιο μεγάλες από την πραγματικότητα, σε πνευματικές αλήθειες. Αυτό θέλω να κάνω.

Οταν συνειδητοποιήσεις πόσο πολύπλοκη είναι η πραγματικότητα τότε αντιλαμβάνεσαι πως το να προσπαθήσεις να κρατήσεις μια ισορροπία αυτό καταλήγει να είναι χειραγώγηση. Δεν προσπάθησα ποτέ να κρατήσω μια ισορροπία γιατί πιστεύω πως τα περισσότερα φίλμ τα οποία έχουν αυτή την επιδιώξη είτε κρύβουν την αλήθεια είτε είναι υπεραπλουστευμένα.

Όταν έμενα στο Μπίλιν, ένας χωριανός, φίλος, μου είχε πει μια μέρα πως δεν θέλει τα παιδιά του να ονειρεύονται. Το βρήκα τρομαχτικό. Εκείνος με ενέπνευσε να γράψω την φράση «είναι επικίνδυνο να ονειρεύεσαι» την οποία μου ανάφερες τώρα. Αυτός λοιπόν προσπαθουσε να μάθει στο γιό του, που ήτανε ένα πολύ ονειροπώλο παιδί, πως τα όνειρα κάνουν ζημιά. Δεν συμφωνούσα μαζί του αλλά μέσα στην πραγματικότητα που ζουν οι Παλαιστίνιοι μπορούσα να καταλάβω γιατί το έκανε. Καταστρέφεσαι όταν ονειρεύεσαι μέσα σε τέτοιες πραγματικότητες...

Δεν πιστεύω ότι είναι καλή τακτική να σκληραγωγείς τα παιδιά σου αλλά από την άλλη καταλαβαίνω γιατί το κάνουν. Εγώ θα προσπαθήσω να μάθω στα παιδιά μου πως να διατηρούν τις ευαισθησίες τους, με πολλή αγάπη ώστε να εξουδετερώνεται ο θυμός και η οργή. Είναι ένα θέμα που με απασχολεί πάρα πολύ αυτό το ζήτημα της ευαισθησίας. Γι’αυτό και το επόμενο φίλμ που θέλω να κάνω θα έχει σαν θέμα τον στρατό και το πώς εκπαιδεύονται τα παιδιά για να χάσουν όλες τις ευαισθησίες τους.

Για μένα η ευαισθησία είναι δύναμη. Και όσο περισσότερο επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι τρωτός τόσο πιο δυνατός γίνεσαι. Αν διαλέξεις τον άλλο δρόμο, εκείνο δηλαδή που σε κατευθύνει στο να κρύβεις τις ευαισθησίες σου τότε σκληραίνεις, και όταν σκληραίνεις σημαίνει πως πάντα κάτι φοβάσαι. Όταν μέσα στην βιαιότητα καταφέρεις και διατηρήσεις την ικανότητα σου να ονειρεύεσαι τότε αυτό είναι η μεγαλύτερη ένδειξη ψυχικής δύναμης που μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος.

Όταν άρχισα να κάνω το πρώτο μου φίλμ έλεγα στην φίλη μου ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρω να βρω τα χρήματα ή τους ανθρώπους που θα πιστέψουν σε μένα γιατί ήμουνα κοντρα στο ρεύμα. Εκείνη μου έλεγε πως πρέπει να αλλάξω οπτική γωνία, πως πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι ότι είναι αδύνατον να πραγματοποιήσω το όνειρο μου. Με προέτρεπε να σκέφτομαι μόνο το τί έχω μέσα στην ψυχή μου, να μείνω πιστός σε αυτό που πραγματικά θέλω και να του δείξω εμπιστοσύνη. Όταν ξεδιαλύνεις μέσα σου τί πραγματικά θέλεις τότε και η πραγματικότητα έρχεται και σου καθαρίζει το δρόμο...