( life is wonderful )

ΧΑΡΗΣ ΖΑΜΠΑΡΛΟΥΚΟΣ

Στο τοίχο του σπιτιού του, σε μικρά κάδρα είναι αναρτημένες μερικές από τις αφιερώσεις που του έχουν χαρίσει οι άνθρωποι, οι οποίοι δούλεψαν μαζί του. Κι’ αν αυτό δεν σας προκαλεί την περιέργεια τότε απλά θα συμπληρώσω πως όταν λέω οι άνθρωποι που δούλεψαν μαζί του εννοώ την Μέριλ Στρήπ, την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, τον Πήτερ Ο Τούλ, τον Κένεθ Μπράνα, τον Πιαρς Μπρόνσον, τον Ντάνιελ Γκρέκ, τον Άντονι Χόπκινς…

Ο ίδιος, ωστόσο, δεν θεωρεί ότι τα πιο πάνω ονόματα που, ερήμην του, χρησιμοποιώ για να τραβήξω την προσοχή σας, είναι λόγος για να στραφούν τα φώτα της δημοσιότητας στο πρόσωπο του. Υποψιάζομαι μάλιστα πως αν τυχόν διαβάσει αυτή την μικρή εισαγωγή το πιο πιθανόν είναι να κοκκινίσει ή να γελάσει αμήχανα. Κι’ αν έχει αναρτημένες τις αφιερώσεις τους στον τοίχο της κουζίνας του-σε κείνο το μικρό διαμέρισμα που διατηρεί στην Λεμεσό, στο οποίο όπου κι’ αν την αράξεις το μάτι σου γεμίζει από το μπλε του ουρανού και της θάλασσας- είναι γιατί αισθάνεται πως μοιράστηκε μαζί τους μια ωραία συνεργασία. Τίποτα άλλο.Αυτό ακριβώς το ασυνήθιστα χαμηλό προφίλ του ηταν ανέκαθεν η απορία μου μαζί του. Τον ξέρω χρόνια τώρα. Όχι, βέβαια από παιδί, τότε δηλαδή που κλεινόταν μαζί με δύο κολλητούς του στο σκοτεινό θάλαμο και πειραματιζόταν με την φωτογραφία, ούτε και τόσο μικρό, όσος ήταν όταν άρχιζε να ζωγραφίζει και με τα μολύβια του να ανακαλύπτει το πώς παίζει το φως με την σκιά. Γνωριστήκαμε όταν είχε πια τελειώσει τις σπουδές του στο Λονδίνο και είχε αρχίσει να εργάζεται εκεί σαν διευθυντής φωτογραφίας στο κινηματογράφο, πριν ωστόσο το όνομα του να αποτελέσει την πρώτη επιλογή σπουδαίων σκηνοθετών του σινεμά.

Συναντηθήκαμε μήνες πριν, στο διαμέρισμα του στην Λεμεσό. Καθίσαμε, θυμάμαι, απέναντι-απέναντι στην βεράντα του και χαζεύαμε τη θάλασσα και τα καράβια στο βάθος πίνοντας μπύρες και μιλώντας για την μεγάλη του αγάπη, το windsurfing. Σε λίγες μέρες θα αναχωρούσε για το Λος Άντζελες για να τελειώσει τα γυρίσματα της ταινίας Thor, αλλά μέχρι την ημέρα αναχώρησης του είχε σκοπό να απολαύσει λίγο ακόμα την θάλασσα. Είναι βραδιές όπου παίρνει την σανίδα του και κολυμπάει μέσα στο σκοτάδι, έτσι μου είχε ομολογήσει, «εδώ σ’ αυτή την παραλία ερχόμουν από μικρός» μου είπε, γιατί από μικρός ήταν έτσι ο Χάρης, ήθελε τις μέρες και τις νύχτες του να τις γεμίζει με θάλασσα και ακόμα δεν μπορεί να διανοηθεί πώς γίνεται να ζει κανείς αλλιώς…Ίσως νάναι αυτά ακριβώς τα βιώματα που τον έκαναν να συνειδητοποιήσει στην πορεία πως τελικά το φως ήταν και ο τρόπος έκφρασης του. Γιατί…αυτό σημαίνει νάσαι διευθυντής φωτογραφίας στο κινηματογράφο. Να ξέρεις τα παιγνίδια του φωτός, να μπορείς να το χρησιμοποιείς για να τονίσεις την ατμόσφαιρα και την ψυχολογία μιας στιγμής, να το αναδημιουργείς, να μπορείς, δηλαδή, ένα ψυχρό στούντιο στην Αγγλία να το κάνεις να μοιάζει με ένα νησιώτικο ξενοδοχείο στην Σκόπελο, όπως ακριβώς είχε κάνει ο ίδιος τότε στην ταινία «Μama Mia». «Όλες εκείνες οι σκηνές στο ξενοδοχείο ήταν σε ένα στούντιο στην Αγγλία;» τον ρώτησα με αυθεντική απορία, όταν μου το αποκάλυψε. «Έτσι ακριβώς» μου απάντησε και έμοιαζε να διασκεδάζει με τις αφελείς γκριμάτσες μου. Πέθαινα να τον ρωτήσω λεπτομέρειες για το πώς είναι από κοντά η Μέριλ Στρήπ, για το τι άνθρωπος είναι και πως συμπεριφέρεται πίσω από τις κάμερες, συγκρατήθηκα ωστόσο και κείνος περιορίστηκε να μου πεί μόνο πως πρόκειται για ένα πολύ καλό άνθρωπο και πως διαθέτει απίστευτο μεράκι για την δουλειά της. Ήταν εμφανές πως για άλλα ήθελε να μιλήσουμε και κυρίως για τον άνθρωπο που τον καθόρισε, τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Κόνρατ Χόλ (American Beauty, Road to Petition κ.α 11 υποψηφιότητες και 3 Όσκαρ). Είχε την τύχη να τον γνωρίσει όταν ήταν ακόμα φοιτητής. «Του έγραφα γράμματα (τότε ακόμα δεν υπήρχαν τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία)» μου εξιστορεί «για να του ζητήσω να θητεύσω, για ένα διάστημα κοντά του. Τα έγραφα και μετά τα έσκιζα μέχρι που ένας φίλος μου είπε πως είχε καθηγητή του τον κολλητό του Κόνρατ. Και έτσι διευθετήθηκε να φάμε μια μέρα πρόγευμα μαζί ώστε να τον γνωρίσω». Εκείνο το πρόγευμα κράτησε μέχρι τις έξι το απόγευμα, δεν είχες τρομερό άγχος; τον ρώτησα, και βέβαια είχε, αλλά μετά τον πρώτο καφέ όλα κύλησαν λες και ήταν δύο παλιοί φίλοι που αντί για κινηματογράφο μοιράζονταν την αγάπη τους για την θάλασσα. «Ο Κόνρατ είναι κι’ αυτός νησιώτης, από την Ταιτή» μου είπε «μόλις τέλειωνε μια ταινία στο Χόλυγουντ πήγαινε και ζούσε εκεί στο νησί για 2-3 μήνες, σε μια καλύβα, με μια γεννήτρια. Του άρεσε πολύ να ψαρεύει» μου εξήγησε. Τι ήταν εκείνο που τον έκανε τόσο σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας; τον ρώτησα. «Ήταν ο πιο ριψοκίνδυνος από όλους τους διευθυντές φωτογραφίας» μου απάντησε και άρχισε τις διευκρινίσεις. «Όλα ήταν ή πολύ σκοτεινά ή πολύ φωτεινά. Δούλευε με ένα εντελώς ανορθόδοξο τρόπο και το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό. Είχε βέβαια τεράστια τεχνική γνώση, γεγονός που του επέτρεπε να τολμά, να ρισκάρει. Κάτι εντελώς καθημερινό κατάφερνε να το κάνει να φαίνεται μαγικό. Και αυτό συνέβαινε γιατί το καθημερινό δεν το αντιμετώπιζε ποτέ σαν κάτι δεδομένο ή συνηθισμένο. Όταν είχαμε γνωριστεί πρέπει να ήταν ήδη γύρω στα 72 του χρόνια. Τον είχα ρωτήσει, θυμάμαι, ποια είναι η προετοιμασία που κάνει πριν από κάθε ταινία. Ξέρεις τι μου είχε απαντήσει; Πως η μόνη προετοιμασία που έκανε ήταν να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα σε ένα τεράστιο αυτοκινητόδρομο και να φαντάζεται στο μυαλό του την ταινία…». Τι κράτησες από αυτόν; ρώτησα «Το αυθόρμητο και ελεύθερο του βλέμμα» μου απαντήσε.

Βρισκόμαστε ακόμα στην βεράντα του. Η κουβέντα μας διακόπηκε για λίγο, μέχρι να φέρει δύο μπύρες παγωμένες από το ψυγείο. Όταν πια επέστρεψε και πήρε την θέση του στην πολυθρόνα απέναντι μου αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να τον ρωτήσω πως αποφάσισε να γίνει διευθυντής φωτογραφίας, εννοώντας αν υπήρχε οποιαδήποτε επιρροή από το περιβάλλον του ή εμφανής κλίση στα παιδικά του χρόνια. Η μόνη σχέση που είχε με τον κινηματογράφο όσο ήταν ακόμα μαθητής ήταν να βλέπει σε πειρατικά βίντεο τα φίλμ τα οποία βασίζονταν σε λογοτεχνικά βιβλία, μου ομολόγησε. «Έπρεπε να τα διαβάσω και επειδή βαριόμουνα προτιμούσα να τα βλέπω σε βίντεο» είπε και λύθηκε στο γέλιο. Από μικρός, ωστόσο, ζωγράφιζε πολύ και επίσης του άρεσε πολύ να παίζει με την φωτογραφία. Ήταν γύρω στα 12 όταν είχε ζητήσει από τους γονείς του να του αγοράσουν μια Νikon και με αυτήν έκανε τα πρώτα του πειράματα, στο σκοτεινό θάλαμο ενός κολλητού του. Η ζωγραφική ήταν εκείνη που τον ώθησε να ψάξει να βρει μια σχολή, ο Νίκος Κουρούσιης καθηγητής του τότε στην τέχνη και ο πρώτος άνθρωπος που τον παρότρυνε και τον ενέπνευσε στα εικαστικά, του είχε μιλήσει για το St Martins, εκεί θέλω να πάω, σκέφτηκε ο Χάρης και έτσι και έγινε. Στη σχολή ανακάλυψε τον κινηματογράφο και ταυτόχρονα το δρόμο που ήθελε να ακολουθήσει στην ζωή του. «Πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου» μου περιγράφει «και τους ανακοίνωσα ότι δεν θα ακολουθήσω την ζωγραφική αλλά θα γίνω διευθυντής φωτογραφίας. Τότε η συγκεκριμένη επιλογή έκανε περισσότερο νόημα, είχες αν θες περισσότερες πιθανότητες να βρεις μια δουλειά στο κινηματογράφο παρά σαν ζωγράφος. Τώρα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Είναι μηδενικές οι πιθανότητες να μπεις στο χώρο του κινηματογράφου. Ίσως επειδή θελει όλος ο κόσμος να ακολουθήσει αυτό το δρόμο, ίσως επειδή άλλαξε η γνώση του κοινού για το τι είναι κινηματογραφική τέχνη, ίσως επειδή παίρνει ο καθένας μια βιντεοκάμερα και νομίζει πως είναι ο Σπήλμπέργκ…δεν ξέρω. Όλοι πάντως οι φοιτητές στον κινηματογράφο θέλουν να γίνουν  σκηνοθέτες». Ο ίδιος δεν ήθελε να γίνει σκηνοθέτης. Από νωρίς συνειδητοποίησε πως εκείνο που τον εκφράζει είναι να παίζει με το φως, να φτιάχνει εικόνες και ατμόσφαιρες… Του ταίριαζε περισσότερο, ήταν πιο κοντά στην δική του ιδιοσυγκρασία. «Το έβρισκα συναρπαστικό ότι μπορούσα να εκφράζομαι μέσα από το φωτισμό» καταλήγει. Το σίγουρο είναι πως ποτέ δεν αποτελεσε κίνητρο για κείνον η δημοσιότητα, το ακριβώς αντίθετο μάλιστα, μου είχε επαναλαβει πολλές φορές πως δεν θα μπορούσε ποτέ να διαλέξει ένα επάγγελμα το οποίο ενδεχομένως θα είχε κόστος στην ιδιωτική του ζωή. «Δεν αισθάνθηκες ποτέ σπουδαίος;» τον είχα ρωτήσει ώρα μετά, όταν με ένα γρήγορο βλέμμα είδα και πάλι τις φωτογραφίες όλων εκείνων των διασήμων σκηνοθετών και ηθοποιών, καδραρισμένες στο τοίχο του με προσωπική αφιέρωση στον ίδιο. Η ερώτηση μου ήταν εύλογη, αρκεί να γράψει κανείς το όνοματεπωνυμο του στο google και θα συνειδητοποιήσει το γιατί. Έχει υπογράψει την διεύθυνση φωτογραφίας σε πολύ σημαντικές ταινίες με τελευταία το Thor και έχει συνεργαστεί με σπουδαίους ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Λοιπόν; Δεν είχε απαντήσει αμέσως στην ερώτηση μου. Με κοίταξε χαμογελώντας και ύστερα πολύ απλά μου είπε πως κάθε φορά που ξεκινά μια ταινία αισθάνεται αρχάριος, δεν ξέρω αν αυτό είναι μια απάντηση σε κείνο που ρωτάς, διερωτήθηκε και γω του έγνεψα καταφατικά καταλαβαίνοντας ταυτόχρονα πως η σχέση του με την δουλειά και την τέχνη του είναι πολύ πιο ουσιαστική από ό,τι η ουσία της ερώτησης μου.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει, εκείνος με παρότρυνε να δω πόσο ωραία φαίνονται τα καράβια τώρα που έχουνε ανάψει τα φώτα τους και έτσι με το βλέμμα προς την θάλασσα άρχισε να μου διηγείται ιστορίες…Για τον Πήτερ Ο Τούλ, ένας από τους αγαπημένους του ηθοποιούς- συνεργάστηκαν μαζί στην ταινία Venus- ο θαυμασμός του για κείνον έγινε ακόμη πιο έντονος αφότου τον γνώρισε, είναι απίστευτος, μου περιγράφει, μπορούσε να σου πει ένα μονόλογο του Σέξπιρ απέξω οποιαδήποτε στιγμή…Συμπεριφερόταν σαν ένας δημόσιος υπηρέτης της τέχνης, έτσι μας έλεγε συχνά, πως η ζωή του ήταν να υπηρετεί τον κόσμο στο χώρο της ψυχαγωγίας. Μου περιγράφει επίσης τις καταπληκτικές πρόβες που έκαναν για την ταινία Σλούθ, όπου πρωταγωνιστούσε ο Μάικλ Κέιν και ο Τζούντ Λο, με σκηνοθέτη τον Κένεθ Μπράνα, μου λέει για την μέρα που είχε πάει ο ίδιος ο Χάρολντ Πίντερ καθσιμένος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, για να κάνει τα σχόλια του. Όλοι έτρεμαν τι θα πει μέχρι που εκστόμισε το θρυλικό its fucking brilliand…Και ύστερα μου μιλάει για το Thor, εκείνη την περίοδο βέβαια δεν μπορούσε να αποκαλύψει πολλά για την ταινία, περιορίζεται να μου ομολογήσει το πόσο δύσκολη παραγωγή ήταν ακριβώς γιατί σε αυτή την περίπτωση δεν επρόκειτο για ένα απλό κομικ αλλά ένα κόμικ βασισμένος στην νόρθικη μυθολογία. Όσο τον άκουγα να μου τα περιγράφει όλα αυτά μια απορία μόνο στριφογύριζε στο μυαλό μου. Αν όλα όσα έζησε μέσα από την δουλειά του, όλες αυτές οι εμπειρίες τον έμαθαν τελικά να απολαμβάνει καλύτερα την ζωή του. Θυμάμαι πως έμεινε λιγάκι σιωπηλός πριν μου απαντήσει. Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα άρχισε να μου διηγείται μια ιστορία, σε ένα ταξίδι του στην Αιθιοποία όπου είχε πάει για τα γυρίσματα μιας φιλανθρωπικής καμπάνιας. Μια ιστορία που άρχιζε ως εξής: «Η Αιθιοποία είναι μια απίθανη χώρα. Πιστεύω πως όλος ο κοσμος πρέπει να πάει κάποια στιγμή κεί γιατί μόνο τότε θα καταλάβει πόσο βολεμένη είναι η ζωή του και θα συνειδητοποιήσει πως δεν έχει ιδέα τι πάει να πει φτώχια και πείνα. Δεν έχω πάει σε πιο φτωχή χώρα και δεν έχω γνωρίσει καλύτερους ανθρώπους. Ήμασταν θυμάμαι σε μια κοιλάδα έξω από το Αντίς Απέπα, όταν ξαφνικά με είχε πλησιάσει ένα παιδάκι με κουρέλια, όπως εκείνα που βλέπεις στις διαφημίσεις της Unicef, ήταν ξυπόλυτο, η κοιλιά του πρησμένη από την πείνα, εγώ θεώρησα πως είχε έρθει για να ζητήσει φαγητό και όμως δεν ήταν έτσι. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε από κει μέσα λίγους σπόρους για να μας τους προσφέρει να φάμε. Έλιωσα. Ειλικρινά στο λέω. Τέτοιες εμπειρίες δεν θα είχα την ευκαιρία να τις ζήσω αν δεν ήταν η δουλειά μου. Γι’ αυτό λατρεύω την δουλειά μου. Πολύ περισσότερο για το ότι γνώρισα εκείνο το παιδάκι παρά την Μέρυλ Στρήπ»…Έμεινα και τον κοιτούσα χωρίς να αρθρώσω λέξη. Το μόνο που ευχήθηκα φεύγοντας από κείνη την συνάντηση μας, ήταν να μπορέσω γράφοντας για κείνον να μεταδώσω το πόσο υπέροχος άνθρωπος είναι!

 

(Με το Χάρη Ζαμπαρλούκο συναντηθήκαμε φθινόπωρο του 2010)