( life is wonderful )

ΧΑΜΠΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ

Τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Μου τόπε, έτσι ακριβώς, στο μέσο μιας αφήγησης και έτσι όπως μου τόπε, με το ένα του χέρι στο μέτωπο και με το βλέμμα γεμάτο βεβαιότητα, ένιωσα πως ήταν κάτι περισσότερο από μια διαπίστωση. Ήτανε και μια συμβουλή. Νάχω τον νου μου, νάχω, δηλαδή, πειθαρχία και επιμονή, γιατί… «Δεν υπάρχει τίποτα που να θέλει ο άνθρωπος και να μην μπορεί να το κάνει. Φτάνει μόνο να το θέλει». Έτσι μου είπε. Και ύστερα έγειρε μια σταγόνα ζιβανίας στο ποτήρι του, χαμογέλασε με το πιο πλατύ χαμόγελο που έχω δεί και άρχισε να μου διηγείται όλα εκείνα που του συμβήκαν και έμοιαζαν τυχαία, αλλά δεν ήταν. Ήταν τα όνειρα του που γίνονταν, στην ώρα που έπρεπε, πραγματικότητα. Και γω τον άκουγα χωρίς να διακόπτω. Γιατί δεν μπορούσα να διακόψω κάποιον που ήξερε να μου πεί πως χαράσσει κανείς τα όνειρα του με ζωή.

Ήθελα να γίνω ζωγράφος. Δεν εδιανοήθηκα να γίνω τίποτε άλλο. Τούτο ήθελα. Μου άρεσε. Μικρός έκαμνα πατατοτυπία. Έπιανα τις πατάτες και τις έκοβα με το μαχαίρι, έβαζα μελάνι και έβγαζα στάμπες. Δύο πράγματα μου άρεσαν στο δημοτικό. Η πατατοτυπία και η καλλιγραφία. Δηλαδή γραφικές τέχνες που τελικά σπούδασα. Δεν άφηνα πατάτες της μάνας μου. Διάλεγα τις πιο μεγάλες και κείνη με έτρεχε ξωπίσω. Μια φορά, χρόνια μετά, με είδε σε μια συνέντευξη στην τηλεόραση να διηγούμαι αυτό το περιστατικό και μετά μου είπε «γιέ μου να μεν το ξαναπείς», «γιατί εψέμματα που λαλώ;» της απάντησα « όχι γιέ μου ένεν ψέμματα αλλά να με το ξαναπείς». Ελπίζω να με συγχωρέσει η μάνα μου, αλλά πάντα το λέω γιατί είναι τόσο ωραίο. Έτσι που λες. Η μάνα μου καλά έκανε και με έτρεχε ξωπισω γιατί οι πατάτες ήταν για να φάμε, για μένα όμως ήταν το παιξίμιν μου. Στο γυμνάσιο ζωγράφιζα συνέχεια, και το δειλινό ζωγράφιζα μέσα στις στράτες του χωριού. Ήθελα να γίνω ζωγράφος. Η πρώτη ενθάρρυνση που είχα, ότι δηλαδή ζωγραφίζω καλά, ήταν στην πρώτη γυμνασίου. Είχαμε ένα καθηγητή, τον Γιώργο Μπισκίνη, σπουδαίος ζωγράφος, ο οποίος μας είπε μια μέρα «παιδιά τα Χριστούγεννα θα σας δώσω ένα διήγημα να το εικονογραφήσετε. Ήταν νομίζω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη. Η ιστορία του είχε να κάνει με ένα καράβι που χτυπά πάνω σε βράχους, τσακίζεται, τα ξύλα του πλέουν πάνω στα κύματα μαζί με μια εικόνα του Άη Νικόλα που και κείνη πλέει, και ήταν ένα τέτοιο σκηνικό. Και έκανα μια ακουαρέλα με αυτή την εικόνα και μάλιστα γέμισα και πέντε τετράδια ιχνογραφίας με μολύβι, εικονογράφηση εκείνου του διηγήματος. Όταν του τα πήρα ενθουσιάστηκε και τα έδειχνε σε όλη τη τάξη σαν παράδειγμα. Εμένα εκείνη η στιγμή με εκτόξευσε. Μου έδωσε τόση αυτοπεποίθηση ότι μου περνά να γίνω ζωγράφος, ώστε από κείνη την στιγμή τράξηξα το δρόμο μου και προχωρούσα. Επίσης είχα και μια άλλη καθηγήτρια την Δώρα Ορφανού, η οποία τα απογεύματα με έβαζε στο άσπρο Τriumph που είχε CA347, και με έφερνε από το Βαρώσι Λευκωσία, για να δω εκθέσεις, με πήρε στο εργαστήρι του Λευτέρη Οικόνομου, εκεί στην Κλήμεντος. Μια φορά με πήρε και σε ένα πατισερί που το έλεγαν "Βασίλης". Ήταν μεγάλο δώρο αυτό. Όλα τούτα με τροχιοδρόμησαν. Όταν, τέλος γυμνασίου, είπα στο παπά μου πως θέλω να σπουδάσω ζωγράφος είπε μου «εν καλά γιέ μου αλλά εγώ εν έχω ριάλλια να σου δώκω». Πραγματικά δεν είχε αλλά ήταν και μια προσπάθεια να γλιτώσει το γιο του από τα βάσανα, γιατί τότε ήξεραν όλοι πως οι ζωγράφοι πεινούν. Όταν ύστερα από χρόνια, έκανα την πρώτη μου ατομική έκθεση ζωγραφικής, σαν αυτοδίδακτος ζωγράφος, στο Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου- θυμούμαι ακόμα τις τιμές που είχαν τα έργα μου, ήταν μία , δύο, πέντε λίρες, και τα πιο ακριβά δεκαπέντε από 1, 2 έως 15 λίρες- πούλησα και με τα λεφτα που πήρα τι έκανα; Πήγα και γόρασα έξι τόνενες καρέκες για το σπίτι μας, παπούτσια για το παπά μου και ένα πουκάμισο για μένα και είπα του «Είδες παπά που φκάλλουν ριάλλια;». Ύστερα από 2-3 βδομάδες τα ξόδεψα όλα. Και όταν πήγα να του ζητήσω κανένα πεντόλιρο να μου δώσει, είπεν μου «Είδες που λείφκουν…» (χαμόγελο). Ήταν ωραίος άνθρωπος ο πατέρας μου. Καλός, αστείος, εύστροφος, εργατικός. Αγαπούσε πολλά την δουλειά του. Όργωνε το χωράφι με το ξυλάλετρο και έκανε τόσο ίσιες γραμμές στο χωράφι που στο χωριό όλοι έλεγαν πως «σαν τις αυλατσιές του Αντρικκί, έν έσσιει». Ναι, μπορείς να το πεις και έτσι. Πώς εκείνος ήταν ένας χαράκτης της γης…

Δημοσιογράφος έγινα καταλάθος. Μετά που ετέλειωσα το στρατό δούλευα αρκάτης στις οικοδομές. Κάποια στιγμή έκανε η ΕΚΑ μια εκδρομή στο Λονδίνο για τα αγροτόπαιδα. Σκέφτηκα λοιπόν να πάω και γω και να μην επιστρέψω πίσω, να μείνω εκεί και να σπουδάσω ζωγράφος. Πήγα στην Υπάτη Αρμοστεία να ζητήσω βίζα, μου είπαν "μα δεν είσαι αγροτόπαιδο", τους είπα ότι είμαι γραμματικός σε μια εταιρεία και ότι ο μάστρος μου, μου επιτρέπει να φύγω για 20 μέρες για να του φέρω και μια κουγκρομηχανή από την Αγγλία. Όχι δεν ήταν αλήθεια, ήταν το πλάνο για να δεχτούν να μου δώσουν την βίζα. Μου ζήτησαν επιστολή από το μάστρο μου, εκείνος μου την έδωσε, πήρα εγώ το γράμμα, που είχε την φίρμα του μάστρου μου, το έβαλα σε ένα φάκελο που είχα πρόχειρο και ήταν της αεροπορίας (γέλια) και πήγα ξανά στην Υπάτη Αρμοστεία. Η τελευταία ερώτηση που μου έκαμε ο διερμηνέας ήταν γιατί ενώ είναι η φίρμα της εταιρείας πάνω στο γράμμα, ο φάκελος είναι ξένος και γω τους είπα ότι μας τέλειωσαν οι φακέλοι. Τότε ο διερμηνέας γύρισε και είπε «I suppose that he told us all lies». Έτσι οι Εγγλέζοι δεν μου εδώσαν βίζα και δεν σπούδασα στην Αγγλία. Ευτυχώς. Εγώ κυπριόπληκτος, μόνο κυπριακά κάμνω στην τέχνη μου, αν πήγαινα στην Αγγλία, θα έμπλεκα με ρεύματα…και θα πάθαινα τελικά ρευματοπάθεια. Όταν δεν μου δώσαν βίζα, είπα «τωρά τι θα κάμω; Εν να συνεχίσω να είμαι μια ζωή αρκάτης;». Τότε η εφημερίδα «Χαραυγή» είχε μια μαθητική στήλη και γω έστελνα τα σχέδια μου όταν ήμουν γυμνάσιο και μου τα δημοσίευαν. Ήξερα, λοιπόν, ένα δημοσιογράφο, το Ιάκωβο Ρωσσίδη, και σκέφτηκα, με την αφέλεια που είχα, πως οι δημοσιογράφοι, λογικά, πρέπει να ξέρουν και πού μπορώ να βρώ δουλειά. Πήγα, τον βρήκα και του είπα, αυτό και αυτό. Μου είπε πως ήθελαν ένα καφετζή, του είπα "έρκουμαι εγώ", εκείνος όμως αρνείτο, «μα εσύ ένα παιδί που ετέλειωσες γυμνάσιο να γίνεις καφετζής» και γω του απαντούσα «παρά αρκάτης καλύττερα καφετζής". Εκείνος όχι. Ύστερα του είπα αφού δεν ξέρει εκείνος καμιά δουλειά, να ρωτήσουμε αν ξέρει ο διευθυντής της εφημερίδας και τότε εμάθαμε ότι ζητούσαν διορθωτή. Εγώ την λέξη διορθωτής πρώτη φορά την άκουγα στην ζωή μου, δεν ήξερα τι δουλειά ήταν και του λέω «αν κάμνω να με πιάσετε». Με οδήγησε στο γραφείο του διευθυντή και του είπα πως "άκουσα πως θέλετε ένα διορθωτή και ήρτα να δω αν κάμνω να με πιάσετε". Είχα και αφέλεια και θράσος! Μου είπε, «κάτσε να σε εξετάσω», έκατσα και μου υπαγόρευσε ένα κείμενο από την τελευταία σελίδα εκείνης της ημέρας, ήτανε ένα κείμενο για τις φοιτητικές ταραχές στο Παρίσι, έγραψα 3 χειρόγραφα και έκαμα μόνο ένα λάθος. Την λέξη χροιά, την έγραψα με έψιλον γιώτα. Μου είπε «είσαι καλός αλλά πρέπει να ρωτήσω και τους άλλους». Ερώτησεν τους άλλους και έτσι το Δεκέμβρη με πιάσαν διορθωτή και άλλαξε σιγά σιγά η ζωή μου. Δούλευα στο τυπογραφείο, έμαθα πολλά για τη χειροστοιχεία, την λινοτυπία…Μετά άρχισα να γράφω κάτι μικρά κομματάκια, πορτρέτα νεαρών ταλέντων. Τα μικρά κομματάκια, μεγάλωσαν και σε κάποια φάση από διορθωτής έγινα βοηθός συντάκτης. Περάσαν χρόνια. Κάνω μια έκθεση στην Αργώ που έχει μεγάλη επιτυχία. Όλοι μου είχαν γράψει επευφημητικά σχόλια και ήταν η καθοριστική ενθάρρυνση για μένα. Επαναστάτησα λοιπόν μετά την έκθεση, πάω στο Κανάουρο που ήταν ο αρχισυντάκτης μας τότε και του είπα «εγώ φεύκω, παραιτούμαι, θα πάω να σπουδάσω ζωγράφος». «Να το πεις του διευθυντή» μου λέει. Πάω στο Ακη Φάντη που ήταν τότε διευθυντής και μου λέει «γιατί θέλεις να φύγεις;». Του λέω «κοίταξε, φαίνεται ότι έγινα δημοσιογράφος καταλάθος (ήταν η πρώτη φορά που το είχα πει)- και δεν μπορώ, εγώ πρέπει να φύγω, να πάω να σπουδάσω ζωγράφος. Δεν σας ζητώ να με στείλετε με υποτροφία γιατί είμαι παντρεμένος, έχω και ένα μωρό, θα πάω στην Αγγλία και θα δουλεύω και θα σπουδάζω». Δέχτηκε και μου ζήτησε μόνο να του δώσω ένα μήνα προειδοποίηση. Του τον έδωσα.

Γι’αυτό σου λέω. Τίποτα τυχαίο. Είναι τόσα πολλά που μου συμβήκαν στην ζωή, τυχαία σε εισαγωγικά, που λέω αποκλείεται να είναι τυχαία. Δεν γίνεται. Τόσα πολλά; Και το καθένα να με καθορίζει; Δεν ήταν τυχαία. Ήταν απλώς το ότι όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους την σωστή. Αυτό να το θυμάσαι. Έτσι που λές…Είμαι υπό παραίτηση και εκείνο το μήνα, ο ανταποκριτής της εφημερίδας στην Μόσχα τους ειδοποιεί ότι θέλει να φύγει και ότι θα πρέπει να στείλουν άλλο. Καθόμαστε στην συνεδρίαση της Δευτέρας και είπε «ποιος θα πάει» και απάντησε ότι θα πήγαινε ο Γιώργος Σπανός. Την ερχόμενη Δευτέρα, ο Σπανός είπε ότι τελικά δεν μπορεί να πάει και θυμάμαι καθόταν απέναντι μου ο μακαρίτης ο Χαρίλαος Γιαπανάς, ο οποίος με είδε μές τα μάτια και σήκωσε το δάχτυλο του γνέφοντας μου να πω πως θα πήγαινα εγώ. Και εσηκώστηκα πάνω, και από καθαρά θέμα αλληλεγγύης για το πώς να γλιτώσεις μια κατάσταση, ειλικρινά στο λέω, ξέχασα και τις σπουδές και όλα, και τους είπα: «είμαι υπό παραίτηση, είμαι ο πιο μικρός, είμαι ο πιο ανώριμος πολιτικά δημοσιογράφος αλλά αν νομίζετε ότι σώζεται η κατάσταση τότε πάω εγώ». Και έτσι και έγινε και τελικά σπούδασα στην Μόσχα. Ήμουν ανταποκριτής και φοιτητής ταυτόχρονα για έξι χρόνια. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία και χαίρομαι που σπούδασα στην Μόσχα, γιατί ήταν εκείνο ακριβώς που χρειαζόμουν. Οι καθηγητές εκεί μας προέτρεπαν να δουλεύουμε και να κάνουμε έργα για τον τόπο μας. Αυτά δεν θα μου τα έλεγε κανένας στην Αγγλία. Και μένα τα θέματα μου ήταν και είναι πάντα Κύπρος.

Η χαρακτική; (μικρή παύση)Ήταν το άλλο «τυχαίο» σημείο στην πορεία μου. Το 71, το Μάη, είχε έκθεση χαρακτικής ο Τάσσος στο Χίλτον. Όταν πήγα να δω την έκθεση, βρήκα μπροστά μου τον Σοφιανό Χρυσοστομίδη, ένα λαμπρό δημοσιογράφο, ο οποίος δούλευε στη "Χαραυγή" και είχε ραντεβού με τον Τάσσο, πιάσαμε λοιπόν την κουβέντα με το Σοφιανό, έρχεται και ο Τάσσος και του λέει ο Σοφιανός «να σου γνωρίσω ένα Κύπριο χαράκτη»(σημείωσε ότι εγώ να είχα το πολύ δέκα χαρακτικά τα οποία έκανα ως αυτοδίδακτος). Και ο Τάσσος μου είπε: «θα χαρώ πολύ να δω την δουλειά σου». Ήταν θυμάμαι Σάββατο. Εγώ εργαστήρι δεν είχα για να τον πάρω να δει τα σχέδια μου, έμενα τότε σε κάτι πισινά στην Παλλουριώτισσα, χάρασσα πάνω σε κασόνια, του είπα πως θα του πάρω την δουλειά μου να την δει εκεί, την Δευτέρα. Από την στιγμή που είδα την έκθεση του, είχα μαγευτεί, επέλλανα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς να τον ρωτήσω αν έχει μαθητές να πάω και γω να μου μάθει. Επειδή ήμουν σίγουρος πως θα μου έλεγε όχι, δεν είπα σε κανένα τίποτε, ούτε στην γυναίκα μου, για δύο μέρες βασανίζομουν πως θα του το πω. Και ήρθε η Δευτέρα. Μάζεψα τα έργα μου, τα τύλιξα, έπιασα και τις πλάκες ξύλα, τα έβαλα στην σκάλα του ποδηλάτου, κρατούσα και τα χαρακτικά τυλιγμένα παραμάσχαλα και πήγα στο Χίλτον. Ακούμπησα το ποδήλατο μου δίπλα από την κύρια είσοδο του Χίλτον (κάθε φορά που πάω στο Χίλτον από τότε, μόλις πλησιάσω την είσοδο νιώθω ότι θωρώ το ποδήλατο μου τζαμέ), μπήκα μέσα στην γκαλερί, άπλωσα τα έργα μου και η πρώτη του κουβέντα μόλις τα είδε ήταν η εξής: «Είσαι καλός. Χρειάζεται όμως νάρθεις κοντά μου λίγο καιρό». Φαντάζεσαι τι έπαθα…Του είπα «Κ. Τάσσο, δύο μέρες τωρά σκεφτόμουν πώς να σας ρωτήσω αν έχετε μαθητές νάρθω κοντά σας…» και κείνο μου είπε «Δεν έχω μαθητές. Αλλά εσύ ναρθείς».

Πήγα. Τον ερχόμενο Οκτώμβριο. Με το Solomonides lines σε μια οκταθέσεα καμπίνα και ήταν το παρθενικό μου ταξίδι στο εξωτερικό. Μέσα στην καμπίνα οι υπόλοιποι εφτά ήταν δεκαπεντάχρονοι μαθητές της ιερατικής σχολής Πάτμου, καλογερούθκια, δεν ξέρω αν έχει αξιωματούχους της εκκλησίας από εκείνους σήμερα, αλλά ειλικρινά στο λέω, τις μέρες που είμαστε μέσα στο πλοίο, άκουσα από κείνους, τα πιο βαρετά ξιμαρόγλωσσα της ζωής μου (γέλια). Φτάνω στην Αθήνα. Θυμάμαι την πρώτη μέρα πήγαμε μαζί για να γοράσουμε χαρτί και βρίσκει στο δρόμο κάποιον Οδυσσέα, αγκαλιάζονται και φιλιούνται και μου λέει «τον γνωρίζεις;» και γω του απαντώ πως όχι. Ήταν ο Ελύτης (χαμόγελο). Τα έχασα εγώ όπως καταλαβαίνεις. Πάμε που λες, να γοράσουμε χαρτί (γιαπωνέζικο χειροποιήτο) και μελάνια, εγώ σημειωτέον είχα μαζί μου 20 λίρες για να περάσω 18 μέρες και όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε εγώ επέμενα και εκείνος δέχτηκε. Ο λογαριασμός ήταν τόσος, ώστε τελικά μου μείναν μόνο 2 δρχ για να περάσω. Φεύγοντας από κει μου λέει «τώρα πάμε να γοράσουμε ένα εργαλείο για να τυπώνεις» και γω του λέω «δεν γίνεται να πάμε άλλη μέρα;». Εκείνος το κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και μου είπε «άκουσε να δεις. Εμένα να μην με ντρέπεσαι. Ό,τι χρειάζεσαι να μου λες. Και λεφτά (και τόνισε το λεφτά) και ό,τι άλλο θέλεις». Ο Τάσσος με είχε σαν το γιό του. Ήταν ο μόνο δάσκαλος που είχα. Ήμουν κάθε μέρα μέχρι τις έντεκα το βράδυ σπίτι του. Πάνω στο πάγκο του έμαθα πώς να χαράσσω σωστά, πώς να τυπώνω, πώς να στρώνω το μελάνι. Μου έλεγε «να ακούσεις το μελάνι να τραγουδά». Εκείνο που μου εμφύτεψε ήταν υπευθυνότητα. Μετά από την παραμονή μου εκεί, εσοβάρεψα. Πριν ό,τι έκανα μου έβγαινε αυθόρμητα. Ο Τάσσος με έβαλε σε μια πειθαρχία. Όταν επέστρεψα πίσω τα πρώτα μου χαρακτικά ήταν τασσικά. Είχαν έντονα την επίδραση του. Όταν πήγα Μόσχα είχα μάλιστα σύγκρουση (με την καλή έννοια) με τον καθηγητή χαρακτικής, τον Ναβακούμ (με τον οποίο ακόμα είμαστε σαν τα αδέλφια). Εγώ του έλεγα άσπρο-μαύρο, έτσι με έμαθε ο Τάσσος, εκείνος έλεγε ασημί. Στο τέλος εγώ επηρέασα εκείνον και εκείνος εμένα. Και ακολούθησαν ο "Σπανός και οι σαράντα δράτζοι", που ήταν ασημί, η "Ανεράδα" που ήταν ασημί…Έμαθα να παίζω με το μαύρο και το ασημί. Ο χαράκτης, να το ξέρεις, είναι σε κάθε στάδιο, σαν το ακροβάτη που ισσορροπεί πάνω σε ένα σχοινί.

Η ιστορία της Πλατανίσκιας αρχίζει το 88. Ένα χρόνο πριν έφυγα από τη Χαραυγή και λίγο αργότερα διορίστηκα στην εκπαίδευση σαν καθηγητής γραφικών τεχνών στην Λεμεσό. Αποφάσισα να έρθω εδώ γιατί ήθελα χρόνο και ησυχία να μπορώ να δουλεύω. Αν σου δείξω φωτογραφίες πως ήταν αυτό το σπίτι δεν θα πιστεύεις. Μέχρι και ταύρους είχε μέσα. Ερχόμαστε κάθε Κυριακή να καθαρίσουμε και θυμάμαι την δεύτερη Κυριακή που ήρθα, μπαίνει ένας μέσα στην αυλή με την στολή του κυνηγού, σαν τον καουμπόι που μπαίνει μέσα στο μπαρ, και μου φωνάζει «Ποιου έν το σπίτι;». Εγώ εκατάλαβα αμέσως ότι ήταν εκείνος που είχε τους ταύρους. Του απαντώ «εν δικό μου», «ποιός σου το έδωκεν;» φωνάζει « η Επιτροπή προστασίας και διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών» του απαντώ. «Εν να σου βαλω πόμπα» μου λεει. Αυτή ήταν η υποδοχή μου στα Πλατανίσκια. Τον πλησιάζω εγώ στο ένα μέτρο και του λέω «βάρμου», εκείνος δεν το περίμενε, περίμενε να τσακωθώ, εγώ δεν ξέρω να τσακώνουμε, μου λέει μετά «εγιώ έν φεύκω τους ταύρους», «μεν τους φύεις» του απαντώ, «μα έν να βρωμούν» λαλεί μου «ας βρωμούν» απαντώ του. Με το Χριστάκη, αυτό ήταν το όνομα του, είμαστε πια φίλοι κολλητοί. Αυτό που βλέπεις τώρα (ένα υπέροχο σπίτι, με μια υπέροχη αυλή), ήταν γεμάτο ζώα, όπως και όλο το τετράγωνο. Το πρωί, θυμούμαι, έφευγα να πάω σχολείο στη Λεμεσό και τα μόνο πλάσματα γυρώ μου ήταν τσούρες, γαδούρια, κατσέλες, χήνες και όρνιθες. Άκουγα το μπέ των τσούρων και ήταν το καλημέρα μου. Και καμιά φορά όταν δεν ελαλούσαν μπε εκείνες ελάλουν εγώ (γέλια). Ήταν δύσκολα τα πρώτα χρόνια. Είχα φίλους που έλεγαν πως θα αντέξω δύο τρείς μήνες και θα στραφώ πίσω. Είμαι τώρα εδώ 22 χρόνια! Εδώ έκαμα την "Ανεράδα", εδώ τους "Καλλικάτζαρους"….Είχα χρόνο να αφοσιωθώ. Έκανα και το μουσείο και τη σχολή στην μνήμη του Τάσσου του δασκάλου μου. Κάθε Αύγουστο παραδίδω μαθήματα δωρεάν, όπως δωρεάν με έμαθε και κείνος. Το 2008 εγκαινιάσαμε το Μουσείο Χαρακτικής. Θυμούμαι ήταν μια φορά εδώ, μια παρέα, ήταν μόλις μου είχαν δώσει το χώρο όπου σήμερα είναι το μουσείο, τότε ήταν ένα χαλαμάντουρο, ήταν που λες μια παρέα και γω τους λέω πάμε να σας δείξω το μουσείο, μουσείο δεν υπήρχε, ήταν μόνο στο μυαλό μου, κατεβήκαμε λοιπόν κάτω και μια κοπέλα μόλις είδε το χαλαμάντουρο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Για μένα αυτό ήταν η κινητήριος μου δύναμη να κάνω το μουσείο, εκείνη η αντίδραση του «πώς είναι δυνατό αυτό το χαλαμάντουρο να γίνει μουσείο». Δεν έχει πράγμα που θέλει να κάμει ο άνθρωπος και δεν μπορεί να το κάμει. Φτάνει να το θέλει. Δεν μπορώ να φανταστώ να ήμουν στην χώρα και νάκαμνα πχ τους "Καλλικάτζαρους". Είναι άλλο να σκέφτουμαι σαν ένας πολίτης της χώρας και άλλο σαν ένας κάτοικος ενός χωριού μεσα στην φύση. Και αυτό που τελικά έβαλα μέσα στους "Καλλικάτζαρους" ήταν ο κόσμος της υπαίθρου. Πάνω σ’αυτό θα σου πω και την τελευταία ιστορία…

Ήταν σούρουπο. Επέστρεφα από το σπίτι του φίλου μου του Χριστάκη. Ήταν η εποχή, όπου έκανα την έρευνα μου για τους Καλλικάτζαρους. Δεν είχα υπόψιν μου να κάνω έρευνα. Εγώ ήθελα να μάθω για τους Καλλικάτζαρους για να μπορέσω να τους εικονογραφήσω. Στην πορεία όμως γύρισα πολλά χωριά και άκουσα πολλές ιστορίες από πολύ κόσμο και είπα είναι έγκλημα να τις κρατήσω όλες αυτές τις πληροφορίες για μένα. Πρέπει να τις μάθει ο κόσμος γι’αυτό και έγραψα τη δική μου μελέτη, για όλα όσα άκουσα. Τρία χρόνια ζωγράφιζα Καλλικάτζαρους μέχρι που κατάλαβα ότι ήμουν σε λάθος πορεία. Και είπα δεν γίνεται, οι Καλλικατζαροι δεν καρτερούν να γεννηθούν από την φαντασία του καλλιτέχνη. Οι Καλλικάτζαροι υπάρχουν, έχει τόσο κόσμο που τους είδε, πρέπει και γω να πάω να δω τι είδαν. Και που να πάω; Στην φύση. Τι ώρα; Από το σούρουπο και μετά. Ήταν σούρουπο λοιπόν και επέστρεφα σπίτι πάνω στο γάδαρο. Ο γάδαρος δέκα μίλια δέκα ώρες, και όπως πήγαινε έτσι αργά το μόνο που είχα να κάνω ήταν να παρατηρώ γύρω μου. Και άρχισα να βλέπω σκιές μέσα στα δέντρα και άρχισα τότε να αναγνωρίζω τους Καλλικάτζαρους. Ακύρωσα τότε δουλειά τριών χρονών και άρχισα να τους εικονογραφώ σαν σκιές, σκιές από συγκεκριμένη βλάστηση της φύσης, όχι τυχαία, δεν γέννησα εγώ αυτές τις σκιές, τις είδα μέσα στην φύση. Και μέσα στα παιγνίδια μου έκάνα αυτές τις σκιές πιο ανθρωπόμορφες. Αυτό ήταν το παιξίμιν μου! Αν ζούσα στην χώρα θα μπορούσα να σου διηγηθώ τέτοιες ιστορίες λοιπόν;

 

(Με τον Χαμπή Τσαγγάρη συναντηθήκαμε καλοκαίρι του 2010)