( life is wonderful )

ΦΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Σάββατο πρωί. Δεν έχω ιδέα αν θα τον συναντήσω κι’ αυτόν ξενυχτισμένο με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, αλλά καλού-κακού τους δικούς μου τους κρύβω επιμελώς κάτω από τα γυαλιά ηλίου, λίγο πριν ξεκινήσω προς Παλλουριώτισσα μεριά. Ακολουθώ τις οδηγίες του, βρίσκω σημάδι το κίτρινο mini΄(το παλιό λατρεμένο μοντέλο που και βέβαια του ταιριάζει), σταθμευμένο μπροστά-μπροστά, ανέβα στο τελευταίο όροφο μου λέει από το τηλέφωνο, ναι εκείνον τον μισοτέλειωτο, σκέτο μπετόν δηλαδή, χωρίς πόρτες, ούτε και παράθυρα, δεν τολμώ να ρωτήσω πως την βγάζει το χειμώνα με το κρύο. Σήμερα όμως κάνει ζέστη σαν άνοιξη, με την διαφορά πώς μας έχει πνίξει αυτή η σκόνη, γι’ αυτό και βρίσκω τα γλυπτά του τυλιγμένα στα νάυλον, βρίσκω και τον ίδιο σε μια πολύ καλή διάθεση, με τις μουσικές του, και με τα καπέλα του κρεμασμένα στην άκρη μιας καρέκλας. Λατρεύω με την πρώτη το στούντιο του. Ένα απίστευτα οργανωμένο χάος, με τα γλυπτά να συνυπάρχουν με χιλιάδες αντικείμενα που ο Φάνος μαζεύει χρόνια, από όπου μπορείς να φανταστείς, κομμάτια που πχ για μένα θα ήταν απλώς ένα κασόνι ή ένας κουβάς καθημερινής χρήσεως, για κείνον, ωστόσο, κανένα αντικείμενο δεν έχει μια μόνο ταυτότητα, ούτε και μια μόνο ζωή.
Το σκηνικό στο στούντιο του είναι πολύ urban, δηλαδή κάπως έτσι τον έχω στο μυαλό μου το χώρο ενός ανήσυχου καλλιτέχνη, μα έτσι είναι όμως και η πραγματικότητα του, εκείνη που ο ίδιος επιλέγει πως τον ενδιαφέρει, λίγο urban, λίγο punk (όχι σαν αντίδραση αλλά σαν δράση, σημειώστε την διαφορά) και πολύ συγκεκριμένη. Μ’ άρέσει ο Φάνος. Γιατί δεν συμβιβάζει την τέχνη του αλλά εφευρίσκει τρόπους να κάνει αυτό που γουστάρει και αυτοτροφοδοτείται για να εξελιχθεί. Κι’ αυτό στις μέρες μας δεν είναι μόνο μαγκιά. Αλλά κυρίως μια απόδειξη πως όταν παραμένεις εστιασμένος σ’ αυτό που έχεις επιλέξει πως θέλεις να είσαι στην ζωή σου, η ζωή δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να στο εξαργυρώσει…
Προς το παρών όμως είναι ένα Σάββατο πρωί. Κάπου στην Παλλουριώτισσα. Όπου δύο άνθρωποι μοιράζονται τις σκέψεις τους. Με την διαφορά πως ένας εκ των δύο είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες καλλιτέχνες της νέας γενιάς.

«Με τα μάτια ανοιχτά»
«Πού στο καλό τα βρήκες όλα αυτά;» τον ρωτώ χωρίς να κοιτώ τον ίδιο, το βλέμμα μου παίζει μέσα στο χάος. Γελάει, και όταν ο Φάνος γελάει μοιάζει σαν μικρό διαολάκι που θέλει να σε τσιγκλήσει με την πονηριά του (την αθώα πονηριά του). «Εχω μανία» μου λέει «να μαζεύω αντικείμενα. Όταν οδηγώ, το μάτι μου δεν ησυχάζει. Παίζει δεξιά και αριστερά, σαν φλιπεράκι. Και όταν δω κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον, σταματώ αμέσως και είτε το φωτογραφίζω, είτε το μαζεύω αν τόχουνε στα άχρηστα». Δεν υπάρχει περίπτωση να βγει από το σπίτι του χωρίς την φωτογραφική μηχανή. Αυτό μου το τονίζει δύο και τρείς φορές και μάλιστα για να δώσει ακόμη περισσότερη εμφάση, ομολογεί πως όταν τυχόν την ξεχάσει, όσο κι’αν έχει απομακρυνθεί επιστρέφει πίσω για να την πάρει. Διερωτώμαι αν είχε ανέκαθεν αυτή τη σχεδόν ακραία παρατηρητικότητα. Την είχε, παραδέχεται αλλά, ωστόσο, όσο προχωρούσε μέσα στην τέχνη του, η παρατηρητικότητα του οξυνόταν. Γινόταν πιο ευαίσθητος δέκτης πληροφοριών, πιο συνειδητός και με περισσότερη πλέον ικανότητα να δομεί σωστά αυτή την αλλοπροσαλή πληροφόρηση. «Είναι η φύση της τέχνης που κάνω» μου λέει και επεξηγεί: «Αυτό το κολάζ των υλικών, των χρωμάτων, των ιδεών…Εχει να κάνει καθαρά με urban objects, γι’ αυτό και γω είμαι εκεί έξω και παρατηρώ. «Τι παρατηρείς;» «Τα πάντα» παραδέχεται. Ενθουσιάζεται-μου δίνει παράδειγμα- με τις λύσεις που βρίσκει ο κόσμος για να καλύψει μια ανάγκη ή ένα πρακτικό πρόβλημα της καθημερινότητας του. «Μα δεν έχεις δει ποτέ τι κάνει κάποιος για να διαφυλάξει πχ χώρο για το αυτοκίνητο του έξω από το σπίτι του; Βάζει ένα τενεκέ και πάνω ένα τροχό και ύστερα ένα ξύλο που γέρνει και πλάι και ακόμα ένα τενεκέ κτλ κτλ. Είναι απίστευτο το πώς χρησιμοποιεί ο κόσμος τα υλικά. Μέσα σε αυτή τη τυχαία τοποθέτηση τους βλέπεις τους πιο παράξενους χρωματικουύς συνδυασμούς, τα πιο παράξενα σχήματα, είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον (ενθουσιάζεται και κάνει χειρονομίες ενώ δυναμώνει επίσης και το τόνο της φωνής του για να με κάνει να ταυτιστώ. Το καταφέρνει…). Και ύστερα μου αποκαλύπτει πως έχει μανία, το τελευταίο καιρό, με τις παράγκες. Τις παράγκες; επαναλαμβάνω έκπληκτη. Ετσι ακριβώς. «Έχουν μια εκπληκτική δομή», μου εξηγεί, «η οποία δημιουργείται από την αρχιτεκτονική της ανάγκης. Είναι αρχιτεκτονική, χωρίς την αρχιτεκτονική. Είναι εντελώς urban.» Παίρνει την φωτογραφική του λοιπόν και κάνει εκδρομές μέχρι και στα χωριά φωτογραφίζοντας παράγκες. «Είμαι σε mission» λέει και γελάει ξανά σαν διαολάκι. Και βέβαια όλα αυτά που μου περιγράφει ή που του κεντρίζουν το ενδιαφέρον δεν είναι καθόλου στο τυχαίο. Έχει πίσω του ένα ολόκληρο υπόβαθρο γνώσεων που του αμβλύνει την οπτική γωνία, μου μιλάει με αφορμή τις παράγκες για το κίνημα utopia, για την εξπρεσιονιστική αρχιτεκτονική, για το πώς τα συνδέει όλα αυτά σαν πληροφορίες στο μυαλό του, παράγκες-utopia-ανάμειξη γλυπτικής και αρχιτεκτονικής, γερμανούς εξπρεσιονιστές και ένα σωρό άλλα. Μου λέει πως σερφάρει για πολλές ώρες την ημέρα στο διαδίκτυο για να κρατάει τον εαυτό του ενήμερο σε ό,τι καινούργιο συμβαίνει, παραγγέλνει εκδόσεις και βιβλία καλλιτεχνών που τους καταχωρεί πια σαν τα σημεία αναφοράς του και αν μάλιστα κάτι του κινήσει την περιέργεια, μπορεί και να παρει το αεροπλάνο για να βρεθεί εκεί, μέσα στο γεγονός. Τα κάνει αυτά…Κάνει κι άλλα. «Το κάθε τι το χρησιμοποιώ. Μπορεί να είμαι στο μπαρ και να ακούσω μια κουβέντα κι ύστερα νάρθω εδώ, να την σκεφτω και να την αξιοποιήσω». Του αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα όταν βγαίνει έξω τα βράδια. Συλλέκτης εικόνων, προσώπων, μορφασμών, εκφράσεων, λέξεων. «Δεν είναι βάσανο να τριγυρνάνε τόσες πολλές πληροφορίες στο μυαλό σου;» του λέω και πραγματικά απορώ. «Ναι είναι λίγο βάσανο» παραδέχεται. «Κάποτε προσπαθώ να ησυχάσω το μυαλό μου αλλά…Το meditation το βρίσκω ανιαρό, τα ναρκωτικά ακόμα πιο ανιαρά το μονο που μένει είναι η τέχνη μου. Και ετσι το απολαμβάνω. Αφού όλες αυτές οι πληροφορίες υπάρχουν εκεί εξω γιατί να μην τις χρησιμοποιήσω, γιατί να μην τις αξιοποιήσω και να τις ενσωματώσω στο δικό μου κόσμο;».

«Είμαστε ένα κολάζ»
«Γιατί σε ενδιαφέρει τόσο η ιδέα του κολάζ;» τον ρωτώ και μοιάζει αφελής η ερώτηση μου. «Γιατί έτσι είναι ο κόσμος» μου απαντάει πολύ απλά. «Μας συνθέτουν χιλιάδες κομμάτια διαφορετικών πληροφοριών. Βλέπεις ειδήσεις πιάνεις ένα κομμάτακι, σερφάρεις στο ίντερνετ άλλο κομματακι, πάς ταξίδι άλλο κομμάτι. Είναι τόσο ρευστά όλα και γίνονται με τέτοιες ταχύτητες που μοιάζουν με ένα κολάζ. Αυτή, λοιπόν, η διαφορετικότητα των υλικών μαζί με τα διαφορετικά χρώματα και τα διαφορετικά σχήματα που στο τέλος φαίνονται όλα σαν κάτι ενιαίο, αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Όπως με ενδιαφέρει επίσης πολύ και το στοιχείο της αποτυχίας που κουβαλά πάνω του το κάθε γλυπτό». Τι ακριβώς εννοεί; Σηκώνεται και μου δείχνει τι εννοεί σε κάθε γλυπτό ξέχωρα. Περπατώ μαζί του και τον παρακολουθώ: «Τα περισσότερα μου γλυπτά γέρνουν, σου αφήνουν μια αίσθηση ότι πρόκειται να πέσουν, λες και ισορροπούν πάνω σε κείνη την λεπτή γραμμή που χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία. Για μένα εκεί παίζονται όλα. Το λάθος είναι η γοητεία, στα πάντα.» Μ’ αρέσει η ατάκα του μα πιο πολύ μ’αρεσει που την εννοεί. «Για κοίτα» μου λέει « όλα τα γλυπτά μου είναι μακρόστενα, σαν εμένα (γελάει) και όλα ισορροπούν πάνω σ’αυτό το ενδιάμεσο αποτυχιάς και επιτυχίας. «Ίσως είναι αυτό που τα κάνει να μοιάζουν ευάλωτα και οικεία» κάνω σχόλιο γιατί ακριβώς είναι και αυτή η αίσθηση που μου αφήνουν. Του αρέσει. «Χαίρομαι που το λες» λέει φωναχτά. «Γιατί όντως είναι οικεία. Και έτσι τα θέλω. Έχω πρόβλημα με την τελειότητα…» Κάνουμε μια βόλτα μέσα στο στούντιο του και χαζεύω ξανά μαζί του τα γλυπτά του, θέλω να εντοπίσω αυτό που λέει, αυτή την εύθραυστη ισορροπία τους. Στο ενδιάμεσο βέβαια σκουντουφλώ πάνω στα διαφορα αντικείμενα του. Εκείνος κινείται με περισσότερη άνεση. Ξέρει που βρίσκεται το κάθε τι, έστω κι’αν αυτό μοιάζει σχεδόν αδύνατο. «Μ’ αρέσει που η πρώτη σου υλη είναι αντικείμενα της καθημερινότητας μας» του λέω. Εκείνου δεν του αρέσουν απλώς, τα βρίσκει συναρπαστικά. «Όταν σκεφτείς ότι εκείνο εκεί τo structure έχει γίνει από κασόνια, το πώς διπλώνει ένα κασόνι, το τι σχήμα παιρνει όταν το λιώσεις, η το χαρτονι, το πώς μπορείς να το κόψεις και μετά να το στήσεις, όλα αυτά τα βρίσκω τρομερά. Το πώς μεταλλάσονται αυτά τα αντικείμενα και ξαφνικα αναιρείται η ταυτότητα και η ιστορία τους για να ξεκινήσουν μια εντελώς καινούργια ζωή». Πράγματι, αυτό είναι συναρπαστικό. Το ότι παίρνει κάτι, που κάποιος άλλος το θεωρεί πια άχρηστο, και του χαρίζει μια άλλη καινούργια ζωή. «Είναι σαν το πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων» μου λέει και λύνεται κυριολεκτικά στο γέλιο. «Που για να προστατέψουν τον μάρτυρα του αλλάζουν όνομα, ταυτοτητα κτλ και το στέλνουν σε μια άλλη χώρα και ενώ πριν ήταν ένας χρηματιστής τώρα είναι ενας τύπος με γένια που ψαρεύει κάπου στην Αλασκά»…

Ο αντισυμβατικός δρόμος
«Είχες από νωρίς την βεβαιότητα ότι αυτό που θέλεις να κάνεις στην ζωή σου είναι να γίνεις καλλιτέχνης; τον ρωτώ και τούρχεται λίγο απότομο ότι ξαφνικά παίρνω το σοβαρό μου ύφος. Με ύφος, το ίδιο σοβαρό, μου απαντά πως από πολύ νωρίς, από τριών χρονών ζωγράφιζε άψογα με τα δάκτυλα μάλιστα των ποδιών του. Μένω άναυδη. Δεν μπορώ καθόλου να διακρίνω αν όλα αυτά τα εννοεί ή αν με δουλεύει ψιλό γαζί. Μέχρι που δεν αντέχει, κοιτώντας το απορημένο μου βλέμμα, και λύνεται στο γέλιο όπως κάποιος που σου κάνει μια φάρσα και σύ πέφτεις στην παγίδα του. «Όλοι κατι τέτοια δεν λένε;» μου λέει και εξακολουθεί να γελάει. «Με πίστεψες όμως. Είδες. Είμαι καλός ηθοποιός!». Ωραία, τώρα θα μου δώσεις και μια απάντηση του λέω. «Μετά τις σπουδές μου, ναι, είχα αυτή την βεβαιότητα ότι αυτό είναι που θέλω να κάνω στην ζωή μου. Και όταν πια επέστρεψα Κύπρο δεν μπήκα καν στην διαδικασία, ούτε να διδάξω, ούτε να κάνω κάτι άλλο για να βγάζω ένα μισθό. Ήταν δύσκολα στην αρχή. Στο λέω. Πέρασα εξι χρόνια πολύ δύσκολα. Ζόρικα. Μπορεί να περνούσα με μια μπύρα ολόκληρη μέρα. Αλλά δεν με πείραζε. Ήμουν σε mission (χαμογελάει). Αυτό όμως ήθελα να κάνω, αυτό είναι που αγαπώ. Δεν θα μπορούσα να κανω κάτι άλλο, στο οποίο δεν θα αισθανόμουν καλά. Και όταν δεν αισθάνομαι καλά συμπεριφέρομαι και λίγο μαλακισμένα διότι όταν δεν νιώθεις καλά με τον εαυτό σου τότε αυτό έχει αντίκτυπο και στην σχέση σου με τους άλλους. Γιατί λοιπόν να μπω σε τέτοια διαδικασία; Να είμαι οικονομικά καλύτερα αλλά μίζερος και βαριεστημένος; Γιατί;». Έχει απόλυτο δίκαιο. Και μαγκιά του που υπερασπίζεται τόσο πολύ αυτό που είναι κι’ αυτό που θέλει να κάνει αντέχοντας στα ζόρικα. Να ένα καλό παράδειγμα σκέφτομαι του τι σημαίνει επιλέγω να κάνω αυτό που αγαπώ, ιδιαίτερα σε μια εποχή που μας έχει σχεδον εμπεδωθεί ότι το να κάνεις αυτό που αγαπάς δεν είναι μέσα στις προδιαγεγραμένες επιλογές σου. Ο Φάνος αποτελεί το παράδειγμα για το πώς τα πράγματα μπορεί να γίνονται κι αλλιως κόντρα σε κάτι τέτοιες παρωχημένες αντιλήψεις. Αρκεί νάχεις το τσαγανό και το πείσμα να αντέξεις το ζόρι και να αρκείσαι στα λίγα. Και κυρίως να μην μένεις με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Φάνος μέσα σε κείνα τα πρωτα έξι ζόρικα χρόνια της επιστροφής του, αντί να μιζεριάζει την έλλειψη ευκαιριών κτλ, αποφασισε να δημιουργήσει το Midget Factory, ένα χώρο κάτω στην παλιά πόλη όπου θα παρουσιάζε εκεί τα δικά του project, επικοινωνώντας μάλιστα, το κάθε γεγονός, με ένα εντελώς πρωτοποριακό τρόπο. Αφισες στους δρόμους, τοξα και κατευθυνσεις στους τοίχους της παλιάς πόλης, urban κωδικούς. Πως έγινε όμως όλη εκείνη η ιστορία; Του ζητώ να μου θυμίσει τα βασικά.

Midget Factory
«Ήθελα να έχω ένα χώρο, όπου να δείχνω τη δουλειά μου χωρίς να έχω την ανάγκη κανενός, να κάνω δηλαδή τα δικά μου με το δικο μου τρόπο. Καθόμουν, θυμάμαι, μια μέρα, εδώ στο στούντιο μου και έσπαζα το μυαλό μου να βρω με ποιο τρόπο θα έδειχνα την δουλειά μου μέσα την πόλη. Είχα ανάγκη αυτή την επαφή με τον κόσμο. Και από την στιγμή που δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξυ των καλλιτεχνών στην Κύπρο, δεν γίνεται δηλαδή τίποτε που να τους φέρνει μαζί, για μένα ήταν πολύ σημαντικό να κατεβώ μέσα στην πόλη, να υπάρχω εκεί εξω και όχι εδώ κλεισμένος στο στούντιο μου. Έτσι σκέφτηκα την ιδεα του Midget και στο τελείως τυχαίο βρήκα το χωρο. Ήταν ο ιδανικός τόπος για μένα. Κοντά στο Κεντρο Τεχνών και στην γειτονιά όπου κάθε Σάββατο γίνεται η λαική αγορά». Εκεί λοιπόν, σε κείνο το χώρο, ο Φάνος Κυριάκου παρουσιάζε τα γλυπτά του σαν projects. Δημιουργώντας μια άλλη ατμόσφαιρα μέσα σε κείνη την γειτονιά και μια άλλη ζωντάνια μεταξύ των κατοίκων της. «Σε ένα από τα project μου είχα μετατρέψει το χώρο σε μικρό πάρκο. Έβαλα και χώμα, φυτεψα και λουλούδια, είχε παγκακι, φυτρωσε και γρασίδι, ναι ρε σου λέω, έγιναν όλα αυτά και γώ κάθε Σάββατο φορούσα το καπέλο μου έπαιρνα την εφημερίδα μου και καθομουνα στο παγκάκι μέσα στο Midget και ερχόταν συνέχεια κόσμος και μου μιλούσε. Ανθρώποι εκεί της περιοχής, που μου λέγαν τα δικά τους, μου αρέσουν πάρα πολύ οι ανθρώπινες ιστορίες, ξέρεις, και αυτές οι αναπάντεχες συναντήσεις. Είναι όπως λέει και ο Χάμφρει Μπόκαρτ η απαρχή μιας πολύ καλής φιλίας….(γελάει).» Και ύστερα παίρνει ξανά το σοβαρό του. «Όλη αυτή η κατάσταση με τροφοδοτούσε τότε. Είχα όρεξη να γυρίσω πίσω στο στούντιο μου και να δουλέψω. Γιατί αν το καλοσκεφτείς ένας καλλιτέχνης στην Κϋπρο δεν έχει και πολλούς λόγους να δουλεύει σαν τον τρελό μέρα και νύχτα μέσα στο στούντιο του. Πολύ σπάνια γίνονται πράγματα εδώ και ακόμη πιο σπάνια να συμβεί κάτι ή να βρεθούν κάποιοι που θα σε βοηθήσουν για να προχωρήσεις». «Είσαι από τους λίγους όμως που ακολουθούν αυτό τον αντισυμβατικό τρόπο» του λέω και μου απαντά πως ετσι λειτουργεί σαν άτομο. Ποτέ δεν μπήκε στο παιγνίδι, ποτε δεν μπορεσε να δουλέψει με οδηγίες ή guide lines. «Έχω μια αναρχική αντίληψη, λιγό πάνκ, για το πώς πρέπει να είναι η τέχνη αλλά και για το πώς θέλω να είμαι και γω σαν άτομο. Με ενδιαφέρει το ανατρεπτικό στοιχείο. Ποτέ δεν δέχομαι τα πράγματα ως έχουν.». Αυτό προυποθέτει τσαγανό, κάνω σχόλιο. «Το θέμα είναι να αποφασίσεις πως θα ζήσεις σύμφωνα με το τι πιστεύεις και το τι είσαι και μ’αυτό τον τρόπο να προσπαθήσεις να φέρεις τα πράγματα με το μέρος σου. Προσωπικά δεν αντέχω αυτή την σοβαροφάνεια στην τέχνη. Εγώ πολλές φορές μπορεί να τελειώσω ένα έργο, για το οποίο δούλευα την προηγούμενη νύχτα μέχρι τα μεσάνυχτα και μπορει μαλιστα να εφυγα και εκστασιασμένος ότι το τελειωσα και μπορεί και να πηγα και να ήπια και τα ποτά μου για να το γλεντήσω και νάρθω την επομένη το πρωί και να το δω από μια άλλη γωνία και να δω ξαφνικά κάτι που δεν μου αρέσει και να του δώσω μια και να το κάνω κομμάτια. Και να αρχίσω ξανά από την αρχή. Πολλά από αυτά που βλέπεις έγιναν με αυτό τον τρόπο. Έστω και δύο μέρες πριν από την έκθεση να δω κάτι, το οποίο δεν μου αρέσει θα το σπάσω και θα το ξανακάνω». Συνειδητοποιώ πως αυτό που μου περιγράφει είναι μεγάλη ελευθερία. Και έτσι ακριβώς του το λέω. «Ναι νιώθω τρομερά ελεύθερος στο τρόπο που δουλεύω. Και στο πως χρησιμοποιώ τα αντικείμενα και τα υλικά μου. Νιώθω καλά μ’αυτό που κάνω. Οτιδήποτε εχω γυρω μου μπορεί να ενσωματωθεί και να βρει την θέση του. Εφτασε πιστευω σε ένα σημείο η δουλειά μου που βρίσκουν τα υλικά την θέση τους κι’ αυτό είναι πολύ σημαντικο για το πώς προχωρά η τεχνη. Νιώθω ότι εξελίσσομαι συνέχεια. Ανακαλύπτω συνέχεια πράγματα. Μαθαίνω συνέχεια, μου αρέσει να το ψάχνω για να είμαι up to date. Πιστευω ότι δουλεύω πιο μεθοδικά τώρα. Πιο σωστά».

Το διαολάκι
Προσπαθώ να τον φανταστώ την ώρα που δουλεύει. Είναι απίστευτο το συναισθημα της δημιουργίας κι’αυτό θελω να μου περιγράψει. «Τι να σου πω; Σταματούν τα πάντα. Σταματά ο χρόνος. Σκέψου ότι εκεί (μου δείχνει ένα γλυπτό) πριν δεν είχε τίποτα. Σκέψου…Με ενδιαφέρει πολύ στην γλυπτική αυτό το visual intelligence. Η γλυπτική αυτού του είδους πρέπει να σέβεται το θεατή της. Πρέπει τα γλυπτά να είναι έξυπνα. Πρέπει το κάθε τι νάναι στην θέση του ώστε ο θεατής να μπορεί να μπεί μέσα στο κόσμο του γλυπτού. Οι δουλειές που μου αρέσουν είναι αυτές που έχουν κάτι υποχθόνιο. Που εχουν μέσα τους ένα διαολάκι. Πρέπει ναχει διαολο μέσα της η τεχνη. Εμένα αυτό με εξιτάρει. Νάχει μια πονηριά. Να σου ανατρέπει κάτι. Να σε βάζει σε μια άλλη διαδικασία». Κάνει μια μικρή παυση. Κι’υστερα μου λέει «Έλα σήκω από την καρέκλα σου. Έλα να σου δείξω τι ακριβώς εννοώ…».
Και κάπως έτσι μ’αφήνει να τριγυρνάω ένα Σάββατο πρωί, κάπου στην Παλλουριώτισα περπατώντας αναμεσα σε τεράστια γλυπτά που σε κανουν να αισθανεσαι πως πήραν αυτή την στάση γιατί πάγωσε για μια στιγμή ο χρόνος. Και το διαολάκι που κρύβουν μέσα τους σε κάνει να διερωτάσαι κατά πόσο όταν αρχίσει ξανά ο χρόνος να κυλά, εκείνα θα διαλυθούν ή θα πάρουν την τελική τους θέση. Δεν υπάρχει απάντηση. Όλα είναι πιθανά.