( life is wonderful )

ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΦΟΒΙΣΜΕΝΗ

Πρώτα την φίλησα σταυρωτά και ύστερα την καλωσόρισα. Ήτανε ντυμένη ως συνήθως στα μαύρα, παρότι γράφει για τα κόκκινα και για τα μπλε μας. Καθίσαμε σε μια μικρή καφετέρια όπου σερβίρουνε ωραία μπισκότα, κάπου κοντά στην Νεκρή Ζώνη, ήταν ένα πρωί συννεφιασμένο, “ωραίος καιρός”, έκανε σχόλιο, χαμογέλασα παρόλο που προτιμούσα την ζέστη και τον ήλιο. “Τί νέα” την ρώτησα και δεν ήτανε η στερεότυπη ερώτηση, εννοούσα περισσότερα, εννοούσα πως διάβασα το τελευταίο της βιβλίο, εννοούσα πως ήθελα να μου μιλήσει για κείνο το μετέωρο βήμα και για κείνο το παράξενο απροσδιόριστο κενό.

Εκείνη άναψε ένα τσιγάρο, παρατήρησε πως το σταχτοδοχείο έμοιαζε σαν μικρό γλαστράκι, ήμουνα σίγουρη πως τα μάτια της σκάναραν το κάθε τί που μας περιέβαλε, “έχεις μια εμμονή με την λεπτομέρεια”, της είπα και κείνη απάντησε πως το θεωρεί το σημαντικότερο της ίσως προσόν. “Είχε μια φιλενάδα η μάνα της”, άρχισε να μου διηγείται, “που ήθελε να μαθαίνει τα πάντα”, δεν ήτανε από κουτσομπολιό διευκρίνισε, ήτανε από καθαρή περιέργεια, από κείνη δηλαδή την ίδια περιέργεια που έκανε την Αλίκη να ανακαλύψει τελικά την χώρα των θαυμάτων.

“Την προηγούμενη φορά που συναντηθήκαμε με είχες προειδοποιήσει”, της είπα. Με κοίταξε με απορία, δεν κατάλαβε σε ποιά προειδοποίηση αναφερόμουνα, δεν την είχε εκφράσει βέβαια ως τέτοια, την είχε εκφράσει πιο πολύ σαν ανησυχία, πως πρόκειται για μια εποχή φοβισμένη, έτσι μου είπε, πως μπαίνουμε σε μια εποχή καθίζησης των αισθημάτων. Έτσι είναι, συμφώνησε και το υπογραμμίσε ξανά. “Γι’αυτό οι ήρωες σου ασφυκτιούν μέσα στο κουστούμι του κοινωνικού τους ρόλου και να δαιμονίζονται από τους καταναγκασμούς”, ρώτησα. Δεν απάντησε αμέσως και έτσι την πρόλαβα πριν μιλήσει γιατί εκείνο που στην ουσία ήθελα να ρωτήσω, εκείνο δηλαδή που με έκαιγε περισσότερο, ήτανε το γιατί αυτοί οι ήρωες της, παρότι ασφυκτιούν, δεν μπορούν να κινηθούν ανατρεπτικά. Λες και έψαχνα μια απάντηση που θα έδινε την λύση, θα αποκάλυπτε που κρύβεται η μυστική συνταγή, εκείνη που σε κάνει να ανακατέψεις ξανά τα υλικά σου και να φτιάξεις από την αρχή τις γεύσεις σου. Να φύγει ήθελα το πικρό που έχει στρογγυλοκάτσει στον ουρανίσκο των ανθρώπων, γιατί έτσι συμβαίνει αυτή την εποχή, μια πίκρα που την διακρίνεις παντού, ακόμα κι’αν ντύνεσαι στα κόκκινα, εκείνη η μαυρίλα της πίκρας διαγράφεται σαν τιράντα σουτιέν κάτω από το φανελάκι. Λοιπόν, της είπα, εκείνη με κοίταξε κατάματα, ρούφηξε μια δύο τζούρες από το τσιγάρο της και μου είπε πως ίσως η απάντηση στο γιατί είναι να φωτίσει κανείς τις πλευρές μιας πραγματικότητας που είτε αγνοούμε, είτε προσπερνούμε, είτε φοβόμαστε, είτε πιστεύουμε πως δεν υπάρχει καν. “Και πως φωτίζει κανείς αυτές τις πλευρές”, ρώτησα. “Μόνο με ένα λοξό βλέμμα, μόνο αν αρχίσεις να παρατηρείς την λεπτομέρεια”. “Και αυτό το λοξό βλέμμα τί προυποθέτει”, επέμενα. Λίγη τόλμη, μου απάντησε. Τόλμη να συνειδητοποιήσεις πως εκείνο που μεχρι χθες καταχωρούσες για ασήμαντο σήμερα τελικά μπορεί και νάναι στα πιο σημαντικά σου. Τόλμη να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Τόλμη να παραδεχτείς την καθίζηση των συναισθημάτων. Λίγη τόλμη. “Η εποχή όμως στερείται τόλμης” έκανα σχόλιο και κείνη έγνεψε καταφατικά. Έμεινε λίγο σιωπηλή και ύστερα είπε πως ακόμα και όταν αισθανόμαστε μπλέ (όπου μπλε εννοούσε την μελαγχολία) καλό είναι να ντυνόμαστε κόκκινα. Είναι κι’αυτό μια κάποια αρχή…