( life is wonderful )

ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΡΑ

Πλουτάρχου και Δεινοκράτους γωνία. Πατήστε το κουμπάκι που γράφει Prisma, η οδηγία. Παρολίγον να γράφει θανατολόγος, μου λέει αργότερα και σχεδόν τρομάζω. «Φαντάσου πόσο θα τρόμαζαν οι γείτονες». Γελάω. Η εξήγηση: Όταν σπούδαζε στην Γαλλία κοινωνιολογία-αργά αποφάσισα να σπουδάσω γύρω στα 25- θέλησε να κάνει ένα δοκτοράτο στην θανατολογία. Δεν τόκανε. Έζησε ωστόσο χρόνια με την σκιά του θανάτου…Από πολύ νωρίς. Από εφτά χρονών (με ξαφνιάζει η παραδοχή της). Δεν μου εξηγεί. Προτιμά απλά να πει πως η ζωή πάντα οφείλει πολλά δώρα στο θάνατο. Γιατί την κάνει πολύτιμη. Ίσως και να τόχα χάσει αυτό, ψυθιρίζει. Ζούσα με την αίσθηση ότι οι στιγμές είναι μοναδικές. Επιδιώξε να ζεί έτσι. Ήταν η δική της ψυχική ταρζανιά…

Στρίβει ένα τσιγάρο. Την παρατηρώ. Φοράει μαύρα ρούχα. Έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα υπέροχα μάτια. Σε ένα σπίτι πολύχρωμο. Σαν σκηνικό. Με χαμηλό φωτισμό. Σαν συνομωσία. Με δεκάδες περίεργα αντικείμενα. Από τα ταξίδια της. Πήγε σχεδόν παντού. Μου περιγράφει σκηνές. Με ένα απίστευτα ποιητικό τρόπο. Περιγράφει ακόμα και τις μυρωδιές. Και τα χρώματα στον ουρανό. Και τα μαύρα κοράκια. Και κείνους τους Ινδιάνους με τις κότες στο αεροπλάνο. Ή τους Ινδούς που καίνε τους νεκρούς τους, αφού πρώτα τους τυλίξουν σε μια κεντητή κουβέρτα. Και μετά φοράει τα κόκκινα γυαλιά της. «Τόση ώρα δεν σε κοιτούσα ή μάλλον σε κοιτούσα θολά» Τώρα είσαι πια φλού». (γελάμε)

Στην ζωή της τίποτα δεν μοιάζει να υπήρξε φλού. Είχαν όλα ξεκάθαρες γραμμές. Κοφτερές. Ή έτσι τουλάχιστον τις αισθανότανε. Κοφτερές. Δηλαδή έντονες. Και επικύνδινες. Η ίδια βέβαια πιστεύει πως δεν έζησε φοβερούς κινδύνους. Παρότι τους προκαλούσε. Στην Νικαράγουα-την εποχή των Σαντινίστας-περπατούσε κάθε μέρα στην γειτονιά των κλεφτών. Φορούσε τα κοσμήματα της, κρατούσε την τσάντα και διέσχιζε εκείνο το μεγάλο δρόμο που στην μέση τον έκοβε ένα τεράστιο δέντρο. Από το δέντρο και πέρα ήταν η γειτονιά των κλεφτών. «Τίποτα δεν μου συνέβηκε». Γιατί το κάνατε; «Νομίζω είναι μια συνηθισμένη τακτική να παίζει κανείς μ’αυτό που φοβάται. Για να εξοικειωθεί. Εγώ πάντα έπαιζα».-Και τι σημαίνει παίζω; «Σημαίνει ότι δεν εγκλωβίζεσαι σε ένα σημείο. Σημαίνει εκείνη την διάθεση των πραγμάτων όπου τα παίρνεις στα σοβαρά αλλά συγχρόνως ξέρεις ότι είναι ανοιχτά και τα ενδεχόμενα.  Όσο σημαντικό είναι το όνειρο στον άνθρωπο αλλα τόσο είναι και το παιγνίδι. Παίζεις με τις ταυτίσεις σου, με τις ευχές σου, με τους φόβους σου, με όλα».

Αν το αιτούμενο είναι να σου αποκαλυφθεί το πραγματικό σου πρόσωπο πρέπει να είσαι έτοιμος να παίξεις οτιδήποτε. Διαβάζω την φράση από τον πρόλογο του βιβλίου της. Το οποίο είναι στημένο ολόκληρο σαν παιγνίδι. Με την διαφορά πως εδώ η κάθε ζαριά αποκλείει το τυχαίο. «Όχι στην ζωή δεν είναι έτσι. Στην ζωή η κάθε ζαριά δεν αποκλείει καθόλου το τυχαίο. Στο βιβλίο όμως ήθελα από την αρχή να υπάρχει χάππι έντ.». Είμαι εδώ απέναντι της γιατί τελειώνοντας αυτό το βιβλίο αισθάνθηκα να με παρασέρνει μια γλυκειά διάθεση, ακαθόριστη. Μια χαρά απροσδιόριστη. Δεν μπορούσα να της το εξηγήσω περισσότερο. Της αρκεί ωστόσο η παραδοχή πως με παράσυρε σε μια στιγμιαία ευφορία. Ναι. Είχα την περιέργεια να την γνωρίσω μετά από το «Καλός Καιρός/Μετακίνηση». Δεν ξέρω με τι τρόπο απαντώ στην περιέργεια που μπορεί να έχω κινήσει εγώ η ίδια, μου λέει όταν της το ομολογώ. Νιώθει ωστόσο μια βαθειά ικανοποίηση όταν της λένε πως το βιβλίο της άφηνει μια γλυκειά γεύση. Γιατί ήθελε μ’αυτό να σπάσει την εικόνα της σαν «καταραμένη» συγγραφέας. Αυτή ήταν η εικόνα της. Οι προηγούμενοι ήρωες της «υπερασπίζονταν την μοναχικότητα τους μέσα από μια σχεδόν παραισθητική αντίληψη των πραγμάτων». Το Ήλιος Δύω ήταν το πιο σκοτεινό της μυθιστόρημα. Το πιο πικρό αλλά και το πιο αγαπημένο της. Δεν γυρίζω όμως-μου λέει-με κανένα τρόπο σε εκείνη ην στοιβάδα της ζωής. Σε κείνο τον αιθέριο δαίδαλο, που σηματοδοτούσε η υλικότητα του περιστασιακού αίματος και της θαμμένης, στο υπόγειο, σκόνης. Ήθελε να γράψει κάτι θετικό. Γιατί αισθάνθηκε ένα είδος τύψεων απέναντι στην ζωή. Για χρόνια ολόκληρα ζούσε περισσότερο μια ψυχική έλειψη παρά με ό,τι είχε. Και, έτσι κάποια στιγμή, ένιωσε ότι το να ζείς με την έλλειψη εμπεριέχει αλαζονία και αχαριστία. Γιατί ζούσατε έτσι; την ρωτώ. «Ετσι είμαι σαν άνθρωπος. Βλέπω το ποτήριο μισοάδειο. Ένας άνθρωπος μπορεί νάναι ερωτευμένος και να χαίρεται τον έρωτα του. Άλλος να σκέφτεται το τέλος από την αρχή. Εγώ έβλεπα πάντα το τέλος από την αρχή». Γι’αυτό και εζησε χρόνια με την σκιά του τέλους. Από εφτά χρονών…Της ζητώ να μου διηγηθεί αυτή την ιστορία…

 «Ήμουνα επτά ετών όταν έγινε ένας σεισμός στην Κεφαλονιά. Εκείνη την εποχή διάβαζα ελληνική μυθολογία και είχα την εικόνα του Άδη στο μυαλό μου με τις ψυχές που θρηνούν. Ετσι, στα επτά μου, συνειδητοποίησα ότι θα πεθάνω και με έπιασε ένας μεγάλος πανικός, ένας φόβος δυνατός. Γύρισε μια μέρα ο πατέρας μου από το γραφείο του και, όπως έκανε συχνά τα μεσημέρια, με πήγε στο κρεβάτι του για να του χαιδεύω το κεφάλι, μέχρι να αποκοιμηθεί. Για λίγη ώρα, όσο του χαιδευα τα μαλλιά,  ένιωσα ότι αν ήμουνα με τον πατέρα μου δεν θα φοβόμουνα να πεθάνω. Ξαφνικά, όμως, είδα ότι είχανε γκριζάρει τα μαλλιά του και σκέφτηκα ότι λογικά αυτός ο άνθρωπος θα πεθάνει πριν από μένα. Εκείνη την στιγμή ένιωσα μια μεγάλη εγκατάλειψη και στο ομολογώ, ότι από τότε χάλασε και η σχέση μου με τον πατέρα μου. Το ότι θα πέθαινε πριν από μένα, στην ηλικία των επτά, μου φάνηκε σαν μια προδοσία. Κι’αυτό που χαρακτήριζε τους έρωτες μου για πολλά χρόνια-εκτός από τον τελευταίο-ήτανε κατά πόσο θα μπορούσα να πεθάνω μαζί με τον άλλο. Αυτό ήταν το κριτήριο για να καταλάβω πόσο ερωτευμένη ήμουνα. Αν μαζί του ο θάνατος θα γινότανε λιγότερο αβάσταχτο γεγονός…».

Δεν σκέφτηκε ποτέ ότι ήθελε να γράφει. Δεν είχε σκεφτεί τίποτα μέχρι τα τριάντα της. Ήταν αποροφημένη από τα ταξίδια, από τους έρωτες της. Είχε όμως πάντα ένα τετράδιο μαζί της που το γέμιζε με σημειώσεις. Δεν υπολόγιζε ότι αυτές οι σκόρπιες σκέψεις θα μεταμορφώνονταν σε βιβλία. Θα της άρεσε να ήτανε τραγουδίστρια. Μου το λέει και γελάει καθώς παραδέχεται πως δεν έχει καθόλου φωνή. Δεν αισθάνεστε τυχερή που γράφετε; την ρωτώ. Φυσικά και αισθάνεται τυχερή. Γιατί είναι λυτρωτικό. Γιατί «αν δεν έγραφα ίσως και νάμουνα νευρασθενική (γελάει). Έζησα πολύ έντονα και ευτυχώς είχα αυτό το χάρισμα που με βοηθούσε να τα βγάζω προς τα έξω». Ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο. «Να θυμηθείς να πάρεις τον αναπτήρα σου γιατί κλέβω αναπτήρες». Σηκώνεται να φτιάξει ακόμα ένα φλυτζάνι καφέ. Θές; Όχι δεν θέλω. Κάνε μια βόλτα στο σπίτι, δεν με πειράζει, μου λέει. Περπατώ μέσα στα δωμάτια και δεν προλαβαίνει το μυαλό μου να αποτυπώσει τα μικρά αντικείμενα που βρίσκονται παντού. Με το καθένα του να κουβαλέι και μια περιπέτεια. Υπάρχει αυτή η αύρα μέσα σε αυτό το σπίτι. Της περιπέτειας. Των κρυμμένων ιστοριών. Δεν έχετε τηλεόραση; απορώ. «Όχι, δεν βλέπω τηλεόραση. Μου χάρισε κάποτε η μάνα μου μια μαυρόασπρη και την χάρισα και γω παρακάτω». Τι κάνει τότε τα βράδια διερωτώμαι. Διαβάζει, γράφει…Δεν πλήττει. Ποτέ της δεν έπληξε. Γιατί έχει μια φαντασία λές και κατοικεί μέσα της μια Χαλιμά, που λέει παραμύθια στον εαυτό της. Μικρή έγραφε γράμματα στον εαυτό της. Τα ταχυδρομούσε. Και τα περίμενε με ανυπομονησία. Μου το λέει έτσι απλά και το βρίσκω τόσο σουρεαλιστικό που με ενθουσιάζει. Μιλάει όπως γράφει. Δηλαδή ποιητικά. «Ναι, νιώθω το νόημα της κάθε λέξης να διαλύεται μέσα στην άλλη, παράγοντας εικόνες που έχουνε πραγματική και συγχρόνως αλληγορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο επαφής εδράζει ο δικός μου μύθος».  Παρατηρεί πράγματα που οι υπολοιποι θα τα προσπερνούσαμε αδιάφορα. Είναι φορές που μοιάζει αφηρημένη. Κι’αυτό γιατί μπορεί να την απορροφήσει ένας ήχος, ένα χρώμα. Μου λέει ιστορίες της που τρομάζουν. Με ήρεμο ύφος. Δεν ξέρω πώς να το ερμηνεύσω. Μα δεν με νοιάζει κιόλας. Προτιμώ να αφήνομαι στο τρόπο που περιγράφει την ζωή της λές και μου διαβάζει, έτσι ιδιωτικά, ένα ακόμα της χειρόγραφο. Φέρνει το καφέ. Δεν θυμάμαι που είχαμε μείνει στην κουβέντα μας. Αρχίζει άλλη λέγωντας: «Είναι δύσκολο το να μεγαλώνεις». Τι σημαίνει μεγαλώνω; «Αρχίζεις να αισθάνεσαι πως τα περισσότερα παιγνίδια σου, έχουνε παιχτεί». Αλλάζουμε, λέτε, στα χρόνια; «Ερχεται κάποια στιγμή στην ζωή σου που καταλαβαίνεις πως είσαι ο ίδιος και αλλιώς». Και τι πάει να πεί αυτό; «Είμαστε σαν αγάλματα φτιαγμένα από νερό. Υδάτινα αγάλματα. Μέσα μας ανακυκλωνεται το ίδιο νερό, το οποίο όμως μας δίνει διαφορετικές μορφές. Αλλάζουμε αλλά είμαστε και οι ίδιοι». Στο βιβλίο της γράφει πως ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας. Το θυμάμαι καθώς την ακούω να μιλά για τα υδάτινα αγάλματα. Μα έτσι δεν είναι; μου λέει. «Οι επιλογές που κάνουμε σφραγίζουνε την μοίρα μας. Και το ζητούμενο μας είναι να συναντήσουμε ένα άνθρωπο που θα μας βγάλει τον καλύτερο εαυτό μας. Ό,τι πιο βαθύ και ό,τι καλύτερο έχουμε μέσα μας. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Και το να αφεθούμε είναι πολύ δύσκολο». Γιατί δεν αφηνόμαστε; «Γιατί έχουμε μεγαλώσει με αντιστάσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται περισσότερο την ευτυχία από το θάνατο».

Γράφοντας το Καλός Καιρός/Μετακίνηση ήταν λές και επέστρεφε στην αθωότητα. Το να πιστεύεις στην αλληλοσυμπλήρωση και στην ελπίδα του έρωτα αυτό είναι μια επιστροφή στην αθωότητα, μου εξηγά. Το να μην βλέπεις ότι είναι από την αρχή βαμμένα όλα από σκοτεινά φεγγάρια…Τα τελευταία χρόνια αποφασίζει να γίνει εξωστρεφής, ανοίγεται όπως και οι ήρωες του τελευταίου της βιβλίου. Τόριξα έξω που λέμε, γελάει. «Ίσως μεγαλώνοντας και ερχόμενη πιο κοντά στο τέλος να κατάφερα να αποτινάξω από πάνω μου την σκιά του». Πρέπει να τριφτείς με την πραγματικότητα για να καταφέρνεις να επιστρέφεις στην αθωότητα. Και η δική της πραγματικότητα-τόπαμε και πιο πριν-ήτανε κοφτερή. « Έγραφα αυτό το βιβλίο και ήθελα να είναι σαν μια ευχή, σαν μια προσευχή για την ουσιαστικότερη γονιμότητα των πραγμάτων. Δεν είναι μόνο μια ερωτική ιστορία. Είναι και μια αλληγορία για την νίκη της ζωής, πάνω στο θάνατο…»

Και την δική της ίσως νίκη πάνω στην σκιά του τέλους που την κυνηγούσε μια ζωή. Περίεργες οι ιστορίες της. Σκοτεινές αλλά με ένα δυνατό φεγγάρι. Δεν ξέρει τι θα γράψει μετά. Ποτέ δεν ξέρει. Είναι φορές που νιώθει μάλιστα ότι ίσως και να μην ξαναγράψει. Είναι και μια ιστορία που την σκέφτεται συχνά. Για ένα σπίτι. Κάπου στην Νέα Σμύρνη. Εμενε εκεί ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, όταν η ίδια ήτανε πολύ μικρή. Και κάποιος μια μέρα τους δολοφόνησε. Ποτέ δεν τον πιάσανε. Το σπίτι είναι ακόμα εκεί. Δεν έγινε πολυκατοικία. Την ιντρικάρει αυτή η ιδέα. Ότι εκείνο το σπίτι ξέρει τον δολοφόνο. Δεν μου εξηγά περισσότερο. Υπάρχει κάποια δική σας ιστορία που ποτέ δεν γράψατε γι’αυτήν; Την ρωτώ διακόπτοντας τις σκέψεις της. Μα δεν υπολογίζω πως αρχίζει ακόμα μια αφήγηση που με θα με ξαφνιάσει:

«Ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας. Είναι μια πολύ δυνατή ιστορία. Την οποία δεν θέλησα ποτέ να γράψω. Μπορεί-ξέρεις- ένα μεγάλο μέρος της έλλειψης που αισθανόμουνα, να ήτανε και λόγω του ότι αυτή η ιστορία τέλειωσε πολύ απότομα. Ήμουνα 23 χρονών. Εζησα αυτό τον έρωτα μέχρι τα 25. Εκείνος αυτοκτόνησε. Ένα βράδυ πέτασε κυριολεκτικά από το μπαλκόνι του. Επεσε στον ακάλυπτο και έπρεπε να περάσουνε μέσα από το υπόγειο της πολυκατοικίας για να τον βρούνε. Μέσα από ένα υπόγειο που χαρτοπαίζανε. Εγώ εκείνο το βράδυ ήμουνα σε ένα ξενυχτάδικο. Ημασταν τσακωμένοι. Μου είπανε «αυτοκτόνησε ο Θάνος» και γω από το σόκ ρώτησα «δηλαδή πέθανε;». Έμεινα εμβρόντητη. Πριν αυτοκτονήσει είχε δοκιμάσει να με σκοτώσει. Ήτανε παρανοικός σχιζοφρενής. Είχα ερωτευτεί ένα παρανοικό σχιζοφρενή. Είναι πολύ παράξενο που δεν έχω γράψει ποτέ γι’αυτό. Εμενε σε ένα ρετιρέ στην Πατριάρχου Ιωακείμ. Είχε καρφώσει, μια μέρα, στην πόρτα μια κουβέρτα και μου έλεγε «δεν θα βγεις ζωντανή από δω μέσα αν δεν μου πεις σε ποια οργάνωση ανήκεις και πως επικοινωνείς τηλεπαθητικά με τους άλλους». Ήτανε πάρα πολύ κουφό. Εκείνη την ώρα έβλεπα μπροστά στα μάτια μου να περνάνε τα πρωτοσέλιδα με τίτλους «Έγκλημα σε Ρετιρέ| και έλεγα αυτό είναι το τέλος. Κρατούσε ένα μαχαίρι και μου το κάρφωσε να εδώ (μου δείχνει κάπου κοντά στην μέση της). Φορούσα μια πολύ χοντρή ζώνη και ένα χοντρό κοτλέ τζίν. Το μαχαίρι τρύπησε την ζώνη, τρύπησε και το τζίν και με μάτωσε λίγο. Αν δεν φορούσα αυτά θα είχα πεθάνει. Από σύμπτωση έζησα. Κι’ύστερα από λίγες μέρες αυτοκτόνησε εκείνος. Ήτανε τρομερό. Τρομερό. Είχα τρείς επιλογές. Η μία να αυτοκτονήσω και γω. Η άλλη να τρελλαθώ και να νομίζω ότι είμαστε μαζί και να του μιλάω. Και η τρίτη να οργανωθώ και να αρχίσω να κάνω κάτι, για να αποδείξω, πως είχα κάποιο λόγο να επιζήσω. Διάλεξα την τρίτη.»

Μένω να την κοιτάω. Αναυδη. Δεν ξέρω πως ένας άνθρωπος επεξεργάζεται μέσα του τέτοια υπολλείματα. Ειδικά όταν είναι συγγραφέας. Καταλαβαίνει την αμηχανία μου; Δεν ξέρω. Αλλάζει ωστόσο κουβέντα. Μου λέει πως ο τίτλος του βιβλίου της βγήκε από το ωροσκόπιο. Εκείνη την μέρα το δικό της έγραφε…Καλός καιρός/ Μετακίνηση. Κι’ύστερα μου δίνει τρείς σελίδες από χειρόγραφα δικά της. «Έγραψα κάτι, πριν έρθεις. Για να σε βοηθήσουν στην συνέντευξη. Είναι κάποιες σκέψεις. Άμα θες χρησιμοποίησε τες». Το παίρνω και αρχίζω να το διαβάζω. «Είναι και ο γραφικός μου χαρακτήρας περίεργος. Μου πήρε χρόνια να τον στρώσω. Η ανωριμότητα φαινότανε από κεί. Γελάει. Πές μου αν τα βγάζεις».

Το χειρόγραφο αρχίζει με την εξής πρόταση: Μια συνέντευξη είναι μια ιδιωτική προπαγάνδα. Την κοιτάω απορημένα. Ε δεν είναι; Με ρωτάει λές και το θεωρεί αφύσικο να εκπλήττομαι. Έτσι το αισθάνεται η ίδια. Κάποτε επέμεναν να πάει στην τηλεόραση και αφού εξάντλησε όλες τις δικαιολογίες που μπορούσε να σκεφτεί για να το αποφύγει, τους είπε πως δεν θέλει γιατί μόνο μαυρόασπρα φωτογραφίζεται. Και τους αποστόμωσε. Μιλάει συχνά για το μαύρο και το άσπρο και μου μοιάζει αντίφαση καθώς την κοιτάω καδραρισμένη  μέσα στο πολύχρωμο σκηνικό της. Είμαστε οι αντιφάσεις μας, μου λέει και ύστερα ξεκάρφωτα ρωτάει τι άρωμα φοράω. Της αρέσει. Μα πιο πολύ της αρέσει που το λένε Ευφορία. Είναι ίσως γιατί ταιριάζει με αυτή την φάση που διανύει… Διαβάζω από το χειρόγραφο της: «Να ηττήσουμε το θηρίο μέσα μας. Και να κλάψουμε και να γελάσουμε σαν ανθρώποι. Σαν τους ήρωες του βιβλίου, να πηγαίνουμε βόλτες πάνω σε ένα σαλιγκάρι που γράφει με φωσφορικό ανεξίτηλο σάλιο την καλή μας τύχη στους τοίχους του τούνελ, που οδηγεί στην επιφάνεια της ζωής…».

Φεύγω. Έχει βραδιάσει. Περπατώ την Δεινοκράτους. Φοράω και μυρίζομαι μια…ευφορία. Κάνει κρύο. Μα εμένα όμως μου φαίνεται…καλός καιρός για μετακίνηση!

 

(Με την Μαρία Μήτσορα συναντηθήκαμε χειμώνα του 2006)