( life is wonderful )

ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Απόγευμα και όλα σχεδόν τα καφενεία κλειστά. «Μόνο εγώ και σύ έχουμε μείνει αυγουστιάτικα στην πόλη» του λέω, εκείνος γελάει, εκείνος πάντα γελάει, έχει ένα απίστευτο χιούμορ, «δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να κάνουμε συνέντευξη ή αν θα λυνόμαστε στα γέλια», του λέω, «δεν βαριέσαι» μου απαντάει, «να περάσουμε καλά, αυτό έχει σημασία».
Πετυχαίνουμε ένα καφενείο ανοιχτό τέρμα Ονασαγόρου, έχει και μεγάλο ανεμιστήρα κοντά στο τραπέζι μας, καθόμαστε απέναντι-απέναντι, παραγγέλουμε παγωμένους καφέδες, θυμόμαστε τότε που πρωτογνωριστήκαμε, χρόνια πριν, γύρω στο 2007, είχε μόλις επιστρέψει από Αθήνα, είχε μόλις μπει στην δραματική σχολή Καυκαρίδη, έγραφε επίσης κάποια κείμενα και ήταν τότε που διέκρινα πως αυτό το παιδί έχει ένα φοβερό ταλέντο: Να ισορροπεί στην λεπτή εκείνη γραμμή μεταξύ του χιούμορ και της σοβαρότητας και να βάφει έτσι με κόκκινο την πραγματικότητα για να μπορεί να ξεχωρίζει τα καθαρά της χρώματα.
Στην συνέχεια τον παρακολουθούσα σε κάθε παράσταση που έπαιζε, είχε σπουδάσει ψυχολογία και υποκριτική, παράξενος συνδυασμός, παράξενος και μάλλον χρήσιμος, ξεχώριζε κάθε φορά, ξεχώριζε η χαρά που κουβαλούσε, αυτό εννοώ, πως έμοιαζε ανάλαφρος πάνω στην σκηνή λες και είχε βρει τον προορισμό του.
Με ρωτάει που ταξίδεψα τον τελευταίο καιρό, του περιγράφω ξένους ουρανούς και υπέροχες λίμνες και κείνος θυμάται την εποχή όπου πήγαινε κάθε μέρα στον Ελευθερουδάκη, στον όροφο με τα ταξιδιωτικά βιβλία, την άραζε σε ένα καναπέ και φυλλομετρούσε τις χώρες με τις ώρες. «Ξέρεις ταξίδια που έκανα εγώ και μάλιστα δωρεάν», μου λέει και γελάμε. Μ’αρέσει αυτή η εικόνα για αρχή της κουβέντας μας, μ’αρέσει γιατι ταιριάζει σε ένα αυγουστιάτικο απόγευμα αλλά και γιατί είναι τόσο φευγάτη όσο χρειάζεται για να ξεκολλήσουν οι πατούσες από την καυτή άσφαλτο και να περπατήσουμε λίγο πιο πάνω από το έδαφος, εκεί δηλαδή όπου ένας ανεμιστήρας δροσίζει τα όνειρα και τις ευχές μας...

«Σου άρεσε στην Αθήνα», ρωτώ, ναί του άρεσε, πέρασε υπέροχα και εννοεί πως του χρειαζόταν εκείνο το χάος, γιατί ήθελε να χάνεται, να εκπλήσσεται, να ζεί μια περιπέτεια. «Κάτι συνέβαινε κάθε μέρα που άξιζει να το διηγηθώ στους φίλους μου», μου λέει και εννοεί μικρά και ασήμαντα τα οποία ωστόσο ήταν αρκετά για να υπενθυμίζουν πώς μέσα στην καθημερινότητα είναι που κρύβονται οι εκπλήξεις. Του αρέσει να εκπλήσσεται, παραδέχεται, ίσως γιατί αλλιώς βαριέται εύκολα, ίσως γιατί είναι Κριός, ψάχνει συνέχεια εκείνο το κάτι που θα τσιγκλήσει την φαντασία του. Κάνει ένα αστείο μορφασμό, είναι από τις φορές που εύχομαι αυτή η συνέντευξη να είχε εικόνα γιατί ο Βαλεντίνος μιλάει πιο πολύ μέσα από τις εκφράσεις και τις γκριμάτσες του, μέσα από τις χειρονομίες και το βλέμμα του. Πάντα δίπλα στο σοβαρό κολλάει το αστείο και αυτό μπορεί κάποιος να το μεταφράσει σαν άμυνα, προσωπικά το θεωρώ μαγκιά γιατί πάει να πει πως έχεις παιδευτεί να βρεις εκείνη την άλλη οπτική που σε κάνει να ελαφρύνεις το ζόρι ή να το αποδέχεσαι σαν μέρος της ζωής. Μου ομολογεί πως έχει μια λαιμαργία απέναντι στην ζωή, όλα θέλει να τα γεύεται, γιατί μόνο έτσι καταφέρνει να διατηρεί τον ενθουσιασμό του και ο ενθουσιασμός είναι βασικό στοιχείο σε ό,τι καταπιάνεται. «Θέλω να καβλώνω», μου λέει, την λέξη, δεν θέλω να την λογοκρίνω γιατί είναι από τις λίγες που αποδίδουν πιστά το συναισθημα του πάθους. Και ο Βαλεντίνος, αναμφισβήτητα, θέλει να παθιάζεται.

Από νωρίς είχε αποφασίσει πως θέλει να σπουδάσει ψυχολογία και υποκριτική. Πώς σούρθε αυτός ο συνδυασμός, απορώ. Δεν μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε ωστόσο πως ήταν ο ιδανικός, πέρασε ψυχολογία στην Πάντειο και έτσι έφυγε για την Αθήνα. Γνώρισε σπουδαία μυαλά στο πανεπιστήμιο, μου λέει, σπουδαίους ανθρώπους, οι οποίοι μιλούσαν ακατάπαυστα, έτσι λέει και αρχίζει να μου τους περιγράφει, μιλάει με ταχύτητα, αλλάζει και τον τόνο της φωνής του, εγώ γελάω, εκείνος συνεχίζει τις περιγραφές, «ο καθένας έλεγε την παπάρα του αλλά μέσα από την παπάρα που καθενός έβγαινε κάτι πολύ ωραίο». Όταν ήρθε η εποχή να κάνει την διπλωματική του έργασία, δεν ήξερε τί θέμα να διαλέξει, ήθελε νάναι και πρωτότυπο, είχε αυτή την μανία, να ψάχνει πάντα κάτι διαφορετικό, παίδευε μέρες το μυαλό του, ήτανε και το θέατρο που παράλληλα το ζούσε μέσα από τις παραστάσεις που έβλεπε σχεδόν καθημερινά, μήπως λοιπόν να τα συνδύαζε όλα αυτά, διερωτήθηκε και κάπως έτσι κατέληξε στους Τρείς τραγικούς που...αναζητούσαν ψυχολόγο. Θέλω εξηγήσεις, του λέω γιατί προφανώς δεν καταλαβαίνω το θέμα μας, αρχαία ελληνική τραγωδία και ψυχολογία, αυτό ήταν το θέμα που διάλεξε για την διπλωματική, θυμάται τον εαυτό του να κάθεται στο δωμάτιο του και να καρφώνει ένα τεράστιο χαρτόνι στον τοίχο, στην μια του άκρη έγραψε αρχαία ελληνική τραγωδία στην άλλη ψυχολογία και προσπαθούσε με γραμμές και σημειώσεις να βρει πού συγκλίνουν. «Θυμάσαι την ταινία the beautifull mind”, με ρωτά, ναί την θυμάμαι, «κάπως έτσι να κάνεις λοιπόν την εικόνα μου, σαν τρελλός μέσα στο δωμάτιο να προσπαθω να βρω την άκρη». Την βρήκε την άκρη, Φρόιντ και τραγωδοί και οιδοπόδεια συμπλέγματα, γυάλισε το μάτι της καθηγήτριας του από ενθουσιασμό. Σε βοήθησε η ψυχολογία, τον ρωτώ και εννοώ αν κατάφερε μέσα από αυτή την διαδικασία να κοιτάξει αλλιώς τον εαυτό του. Πρώτα κάνει μια χειρονομία που υποδηλώνει πως όχι μόνο τον βοήθησε αλλά τούβγαλε και όλα τα κόμπλεξ στην φόρα και μετά αρχίζει να μου εξηγεί το πως και το γιατί. «Σε κάποια φάση όλα τα μετάφραζα με όρους ψυχολογίας, έλεγα αυτό είναι κλασσική περίπτωση εκείνου του συνδρόμου και του άλλου. Είχα μάλιστα περάσει και μια κρίση πανικού, πήγαινα, θυμάμαι, κάθε μέρα σε ένα νοσοκομείο στην Αθήνα και τους έλεγα τα συμπτώματα με ακρίβεια και τί ακριβώς έπρεπε να μου κάνουν. Με κοιτούσαν σαν χάννοι οι γιατροί, έλεγαν τί είναι αυτή η περίπτωση που μας βρήκε (γελάει). Ναι η ψυχολογία με βοήθησε (σοβαρεύει το ύφος), με ανάγκασε να γίνω πιο συγκεκριμένος στην σκέψη μου και μου άνοιξε το μυαλό. Με έβαλε σε μια διαδικασία να καταλαβαίνω χωρίς να κρίνω, να διεισδύω ψάχνοντας την ουσία, να μπορώ να δέχομαι τα πράγματα και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα. Να κάνω παρέα με πολύ διαφορειτκούς τύπους ανθρώπων, να γίνω πιο ευέλικτος και στην κρίση και στην σκέψη μου. Με άλλα λόγια έσπασα πολλά από τα πλαίσια που είχα».

Το θέατρο ωστόσο ήταν πάντα εκεί, μέσα στην καθημερινότητα του. Όσο ήταν στην Αθήνα δεν έχανε παράσταση. Έβλεπε ακόμα και τις trash. Είδε όμως και παραστάσεις που ακόμα τις θυμάται, θυμάται δηλαδή πόσο ανάλαφρο τον έκαναν να αισθάνεται όταν έφευγε από το θέατρο και περπατούσε μέχρι το σπίτι, δεν καταλάβαινε πότε έφτανε στο σπίτι, αισθανόταν λες και είχε φτερά στα πόδια του, αυτό το αίσθημα δεν πρόκειται να το ξεχάσει, δεν θέλει να το ξεχάσει γιατί εκεί εντοπίζει την ουσία και την μαγεία του θεάτρου, να σου χαρίζει φτερά. «Πάθαινα αλλεπάλληλους οργασμούς», μου λέει και γελάμε, το ίδιο και με τον κινηματογράφο, θυμάται πως όταν είδε την Κακή Εκπαίδευση του Αλμοδοβάρ, είχε «μισήσει» εκείνο τον ηθοποιό, μόνο 28 χρονών και να παίζει τόσο καταπληκτικά, «τον μισώ, τον μισώ, τον μισώ», μου λέει και μοιάζει σαν παιδάκι, πολλές φορές κατά την διάρκεια που μου μιλάει μοιάζει σαν παιδάκι...Ήταν απόλυτα σίγουρος από τότε πως θέλει να κάνει θέατρο, πόνεσε πολύ όταν δεν κατάφερε να περάσει στην σχολή στην Αθήνα, προσπάθησε δύο φορές, έριξε πολύ κλάμα όταν απέτυχε, μια φίλη του είπε «άστο μην το σκέφτεσαι, ίσως ακόμα δεν είναι η ώρα, θαρθεί η στιγμή του», τον ανακούφισε η συμβουλή της, την ακολούθησε και κάπως έτσι έγινε στην πορεία. Ήρθε η κατάλληλη στιγμή.

Γύρισε Κύπρο το 2007. Ήτανε τότε 25 χρονών. Αποφάσισε να μπει στην δραματική σχολή του Σατυρικού. Ήταν, όπως είπα προηγουμένως, η κατάλληλη στιγμή. «Πολλές συγκυρίες», μου λέει, «με κυριότερη ότι εκείνη την περίοδο έχασε την μητέρα του». Πέρασε δύσκολες στιγμές παραδέχεται και το ύφος του γίνεται ξανά σοβαρό σε σημείο που μπορώ να διακρίνω την γραμμή που ενώνει την θλίψη με το χιούμορ. «Πέθανε στα χέρια μου», μου λέει, «άγριες εικόνες», παραδέχεται, εγώ δεν μιλάω, εκείνος συνεχίζει, θέλει να το ελαφρύνει και έτσι θυμάται ένα άλλο περιστατικό που σηκώνει σαρκασμό, ένα περιστατικό όπου οι αστυνομικοί του είχανε τηλεφωνήσει μέσα στην νύχτα, μετά από μέρες, για να μάθουν τις συνθήκες θανάτου της μητέρας του... «Εκείνη την ώρα βγήκε ο ψυχολόγος από μέσα μου», λέει, και αρχίζει να κάνει χειρονομίες «μα πως διανοείστε κύριε να με υποβάλλεται σε αυτή την διαδικασία και να μου θυμιζετε όλο το τραυματικό γεγονός και μπλα και μπλα και μπλα», τέτοια τού έλεγα και άλλα τόσα και δεν είχα σταματημό. Γελάμε και ύστερα ξανά στα σοβαρά. «Το θέατρο με βοήθησε να κρατηθώ στα πόδια μου, εκεί έβγαζα όλη μου την οργή και όλο τον πόνο. Ήταν καθαρά εργασιοθεραπεία, ήταν πολύ λυτρωτικό να ασχολούμαι με ρόλους που άνοιγαν δικές μου πλευρές, ήτανε λες και έπαιρνα τζούρες οξυγόνου. Στο θέατρο βρήκα αέρα να αναπνέω και δύναμη για να συνεχίσω. Και κάπως έτσι άρχισα επίσης να ανακαλύπτω πράγματα δικά μου τα οποία ενδεχομένως φοβόμουν, προηγουμένως, να αγγίξω. Γι’αυτό λες ότι ξέρεις πια πολύ καλά γιατί είσαι στο θέατρο, τον ρωτώ. Θές να σου μιλήσω με μελούρες, μου απαντάει και χωρίς να περιμένει απάντηση μου λέει πως ναί στο θέατρο νιώθει αγάπη, νιώθει πως δεν είναι μόνος, πως όλα αυτά ακούγονται μελό αλλά την ίδια ώρα είναι και η βαθύτερη του αλήθεια.

«Στο θέατρο καλείσαι να υπηρετήσεις μια αλήθεια ενός ανθρώπου», μου λέει και θέλω να μου το εξηγήσει. «Θέλει πάρα πολύ δουλειά για να κατανοήσεις το ψυχισμό του ρόλου, δεν είναι μόνο θέμα ταλέντου, είναι θέμα πειθαρχίας, εργασίας και ειλικρίνειας, είναι θέμα να πηγαίνεις κόντρα στις ευκολίες σου και να επιτρέπεις στον εαυτό σου να παρασυρθεί στα δεδομένα της σκηνής». Δεν είναι εύκολο να διακρίνεις την αλήθεια μιας ανθρώπινης στιγμής, του αντιπαραθέτω, και εννοώ πως οι άνθρωποι φοβούνται συνήθως να έρθουν αντιμέτωποι με τις αλήθειες του. Με κοιτάει και διακρίνω πως για να μου απαντήσει επικαλείται τον ψυχολόγο μέσα του, ξέρεις τί είπε ο Νίτσε, μου λέει και επιβεβαιώνει την υποψία μου...Είπε «πόσες αλήθειες μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος;». Πόσες αλήθειες, επαναλαμβάνω. Δεν ξέρω, απαντά, εκείνο που ξέρω είναι πως η αλήθεια μας απογυμνώνει και το εγώ μας αντιστέκεται σε αυτή την απογύμνωση γιατί προτιμά να κρύβεται πίσω από τα φανταχτερά του ρούχα.

Είναι μόνο δύο χρόνια επαγγελματικά στο χώρο του θεάτρου. Και είναι από τους πιο υποσχόμενους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Τον είχα δει στην Επίδαυρο, ήτανε φοιτητής ακόμα, πήγε για κομπάρσος και τελικά βρέθηκε με ρόλο στις «Νεφέλες». Ο Κραουνάκης τον είχε λατρέψει, «Βαρνάβα να τον βάζεις συνέχεια πάνω στην σκηνή αυτό το παιδί» (μιμείται την φωνή του, είναι λες και βλέπω τον Σταμάτη μπροστά μου, πεθαίνουμε στο γέλιο). Δεν το πίστευε ότι βρέθηκε στην Επίδαυρο, ένιωθε μια απερίγραπτη χαρά, «λες και με άφησαν στο λούνα πάρκ», μου λέει. Όσο προχωρά θέλει να γίνεται καλύτερος, έχει άγχος να τα βγάλει εις πέρας, κάθε φορά είναι ένα στοίχημα για κείνο. Όταν όμως έρθει η στιγμή να βγει στην σκηνή, τότε αποβάλει τις ανασφάλειες και το άγχος και παίρνει την συνειδητή απόφαση να ζήσει στο έπακρο την εμπειρία. Να την χαρεί. Θέλει να κάνει διαφορετικά πράγματα, μου λέει, να μεγαλώσει και να επεκτείνει το ταλέντο του, να μην κλειδωθεί σε ένα είδος ρόλων, να συνεργάζεται με ανθρώπους που να του μαθαίνουν και να τον προχωρούν. Αισθάνεται τυχερός γιατί μέχρι τώρα σε όποια παράσταση συμμετείχε πάντα κάτι μάθαινε. Έβαζε κάθε φορά και διαφορετικό προσωπικό στόχο στο τί να πετύχει, παραδέχεται. Στο Έβελιν-Έβελιν το στοίχημα ήταν να δουλέψει την επικοινωνία του με τον κόσμο αλλά και την ταχύτητα με την οποία άλλαζε ρόλους. Στο Whitsplit- λάτρεψε τον Άντζελο- το στοίχημα ήταν να βρίσκει ηρεμίες αλλά κα να δοκιμαστεί σε ενα ρόλο που δεν ήταν κωμικός. Στους Βατράχους- η τελευταία του δουλειά- ήταν το να είναι όλη την ώρα επί σκηνής, να κρατά τους ρυθμούς και την ενέργεια και την ίδια ώρα να υπογραμμίζει την θλίψη του ρόλου του. Τώρα αγωνιά για την καινούργια του δουλειά, τί σκαρώνεις, τον πειράζω και μου λέει για τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, η Αθηνά Κάσιου προσπαθεί να το ανεβάσει στο Τίβολι Λούνα Πάρκ, στις επόμενες μέρες θα ξεκαθαρίσει αν θα λυθούν κάποια διαδικαστικά προβλήματα, ο ίδιος φαίνεται ενθουσιασμένος σε αυτή την προοπτική, υπέροχο κείμενο, μου λέει, υπέροχες σχέσεις, και όλο αυτό σε ένα λούνα πάρκ που είναι έτοιμο να καταρρεύσει και το οποίο εμπεριέχει την ιστορία της χαράς μας και τις ανάμνησεις της αθωότητας μας.

Από μωρό πίστευε πολύ στην ανάγκη για όνειρο και αγάπη. Και μέσω του θεάτρου μπορεί να διατηρεί αυτή του την πίστη. «Όνειρο, χαρά, αγάπη», μου λέει, αυτό είναι το τρίπτυχο στο οποίο δηλώνει εμπιστοσύνη. Μικρός όταν ήτανε έξω στην αυλή και έπαιζε με τον σκύλο του Σνούπι, αυτό σκεφτόταν συνέχεια, πως θέλει να υπάρχει πάντα ο χώρος στην ζωή του για να ονειροπωλεί. Γιατί είχες αυτή την ανάγκη, τον ρωτώ και κείνος με πολύ σαρκασμό μου απαντά πως αν το δείς από την ψυχαναλυτική του πλευρά, το θέμα είναι απλό. Πέθανε ο πατέρας του όταν ήταν πολύ μικρός, η μητέρα του δούλευε πολλές ώρες, τον αγαπούσε βέβαια πολύ η μητέρα του και του το έδειχνε, ήταν ωστόσο ώρες μοναχός του και κάτι έπρεπε να κάνει, έτσι δημιουργούσε συνέχεια φανταστικούς κόσμους στο μυαλό του...»Ήθελα νάμαι συνέχεια μέσα στην φαντασία και το όνειρο» λέει. Κινδύνεψες να χάσεις αυτή την ανάγκη σου μεγαλώνοντας, τον ρωτώ. Ναί, παραδέχεται, κινδύνεψε, υπήρξαν στιγμές στην πορεία που φοβόταν να φανταστεί πως θα είναι το επόμενο του δευτερόλεπτο. Ηταν συνήθως οι στιγμές που έχανε το χιούμορ του, το χιούμορ δεν αναιρεί τα γεγονότα, μου λέει αλλά σε κάνει να τα κοιτάζεις αλλιώς, σε κάνει να αντιμετωπίζεις και να αποδέχεσαι τις αδυναμίες σου. Τράβηξες και συ τα ζόρια σου, του λέω, γνέφει καταφατικά, δεν θέλει ωστόσο να στέκεται στα ζόρια, απεχθάνεται το μελό, «όλοι πονάνε κάποια στιγμή» μου λέει «το θέμα είναι το πως να προχωρήσεις με κείνα που έχεις ζήσει». Πριν ένα χρόνο ανακάλυψε μια άλλη σωτήρια φράση του Νίτσε. Ο Νίτσε είχε πει το εξής φοβερό: «Εκτιμώ τους ανθρώπους που η ψυχή τους είναι πιο βαθειά από τα τραύματα τους». «Όταν άκουσα αυτή την φράση», ομολογεί, «ήταν σαν χαστούκι στο πρόσωπο μου. Συνειδητοποίησα ότι μένουμε τόσο πολύ κολλημένοι στα οποια τραύματα μας με αποτέλεσμα να τα αφήνουμε να ορίζουν το τί είμαστε. Δεν είμαστε όμως τα τραυματά μας, Είμαστε κάτι περισσότερο από αυτά. Η ουσία και η αλήθεια είναι πέρα από αυτά. Μόνο όταν το κατανοήσουμε μπορούμε να αποδεχτούμε ότι τα πράγματα μπορεί σήμερα να συμβούν έτσι και άυριο αλλιώς. Δεν ξέρεις ποτέ που σε πάει η ζωή. Άρα εκείνο που έχει σημασία είναι να σέβεσαι την χαρά σου. Να μην παρασύρεσαι από τις δυσκολίες και να την χάνεις». Εσύ δεν χάνεις ποτέ την χαρά σου, τον ρωτώ. Είναι φορές που πάει να την χάσει, μου λέει και τότε υπενθυμίζει στον εαυτό του το μαγικό τρίπτυχο, όνειρο, χαρά, αγάπη, που από μικρό τον έκανε να θέλει να κοιτάει μόνο προς τα πάνω, ψηλά στον ουρανό...