( life is wonderful )

Travel Diaries

Ο ταξιτζής με προειδοποιεί πως θάχει πολλή κίνηση. «Είναι Κυριακή, όλοι πάνε βόλτα», μου εξηγεί. Βυθίζομαι στο πίσω κάθισμα και κολλάω την μούρη μου στο παράθυρο. Μετά από δέκα ώρες ταξίδι (και βάλε) δεν νιώθω ούτε τα πόδια, ούτε την πλάτη μου, νιώθω μόνο τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου να γίνονται πιο έντονοι και να δοκιμάζουν τις αντοχές μου. Σε λίγο όμως θα εμφανιστεί μπροστά μου η Χρυσή Γέφυρα και όλα θα μοιάζουν ξανά με σινεμά.

Όλοι θέλουν να ζήσουν μια ζωή ευτυχισμένη, είπε. Δεν θάπρεπε νάναι αυτό το ζητούμενο. Και ποιό θα έπρεπε να είναι, την ρώτησα. Να ζήσεις μια ζωή ενδιαφέρουσα, απάντησε.

Γι’αυτά θέλω να σου μιλάω μέχρι να γεράσω. Για φωτισμένες γέφυρες που ενώνουν τα μυστικά μου με τις αλήθειες του κόσμου. Kαι τα μυστικά του κόσμου με τις δικές μου αλήθειες...

Παρατηρώ γύρω μου με ένα αργό νωχελικό βλέμμα το νερό, τα νούφαρα και όλα εκείνα τα χρώματα που κρύβουν οι ανθρώπινες βόλτες.

Ο Μεκόγκ είναι πανέμορφος κι’ ας έχει χρώμα καφέ σαν λάσπη, είναι ήρεμος σαν καλοκαιρινή θάλασσα και γοητευτικός σαν κάποιο που ξέρει τον βυθό του. 

Εγώ ο Πε και ο Οέ τραγουδούσαμε, κάπου στα βουνά της Ταυλάνδης πως…It’s a wonderful world.

Ό,τι κοιτάζω είναι χειροποίητο. Ίσως ένας τρόπος, σκέφτομαι, να καθαρίσουμε ξανά το μυαλό μας είναι να κάνουμε σκέψεις χειροποίητες. Από κείνες που γεννάει μόνο η αφή...

Βρέχει και διασχίζω την γέφυρα του Μπρούκλυν. Μ’ αρέσει να βρέχει και να διασχίζω τις γέφυρες. Μ’ αρέσει και όταν δεν βρέχει. Οι γέφυρες έχουνε πάντα κάτι ρομαντικό. Όπως κάθε τι που ενώνει

Λέω να κάνω μια βόλτα. Ίσως περπατήσω μέχρι εκείνο το δρόμο που μαζεύονται οι backpackers. Πίνουν μπύρες στους δρόμους και γοράζουνε τηγανητό κοτόπουλο από τα καροτσάκια στο πεζοδρόμιο.

Κάθομαι στο λεωφορείο. Ο οδηγός έχει μερακλώσει με εβραικά τσιφτετέλια. Παντού τα ίδια ντέρτια σκέφτομαι και ύστερα δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο. 

Πού και πού εμφανίζεται ένας γλάρος στο κάδρο που με παραπέμπει πιο πολύ στην γοητεία του Ιονέσκου παρά στην ρότα ενός πλοίου που διασχίζει τις θάλασσες.

Κοιτώ τις κόκκινες καρδιές και πιο πέρα το κόκκινο φεγγάρι και ύστερα σηκώνομαι ψηλά στον αέρα πάνω από το δίχτυ. Δεν ανησυχώ Μέι. Δεν ανησυχώ πια.

Απογεύματα γεμάτα ουρανό. Που τα διασχίζω με τα μάτια ορθάνοιχτα, δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι η πραγματικότητα μπορούσε να χωρέσει τόσο ουρανό. 

Αυτή μάλλον έπρεπε νάναι η τελευταία μου μέρα στο Σαν Φρανσίσκο. Μια μέρα αλμυρή που πότε η αλμύρα έμοιαζε με ξεθωριασμένο λεκέ στην μούρη μου και πότε με κεντημένη δανδέλα. 

Ο ουρανός αλλάζει χρώματα και ο ωκεανός φτιάχνει καινούργια κύματα μόνο και μόνο για να σου θυμίσουν πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά χιλιάδες εκατομμύρια διαφορετικές στιγμές.

Για να μην χάσω το δρόμο μου πρέπει να περνώ τις γέφυρες. Το σημείωσα. 

Γόνδολες διασχίζαν τα κανάλια, αγόρια και κορίτσια έπιναν μπύρες δίπλα από το Ριάλτο, καλλιτέχνες βόλταραν στα στενά δρομάκια, και οι μικρές γέφυρες σε προκαλούσαν να εξερευνήσεις το απέναντι…