( life is wonderful )

Venice/Biennale

Πώς μούρθε αυτή η χορευτική φιγούρα σε κείνο τον στίχο, δεν έχω ιδέα. Μα έδεσα το μεγάλο πράσινο σάλι στα μαλλιά και άρχισα να στριφοφυρίζω στον αέρα, λες και ήμουνα έτοιμη να απογειωθώ. Μόνο σε κείνο τον στίχο. “Πώς σ’ακούνε την νύχτα αυτή. παλιά μου όνειρα που χρόνια έχουν κρυφτεί…”

Τι κρυψώνα κι’ αυτή, σκέφτηκα. Το κλείνεις κει μέσα το όνειρο και το πετάς το κλειδί στην θάλασσα, γιατί φοβάσαι νάσαι όπως την θάλασσα, προτιμάς μόνο να κυλάς όπως ένα ρυάκι.

Ο Πόλυς με κοιτάει παράξενα. Δεν ξέρει που χάθηκα με τις σκέψεις μου. «Θές ακόμα ένα λιμοντσέλο;» με ρωτάει για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα εκείνη την ώρα ήταν γόνδολες που διασχίζαν τα κανάλια της Βενετίας, ήταν αγόρια και κορίτσια αραχτά να πίνουν μπύρες σε κείνη την πλατεία δίπλα από το Ριάλτο, ήτανε και καλλιτέχνες που έκαναν βόλτες στα στενά δρομάκια, ήτανε και κείνες οι μικρές γέφυρες που τις περπατούσες γιατί είχες την περιέργεια να εξερευνήσεις το απέναντι…

Αυτή ήταν η πραγματικότητα μου εκείνη την ώρα. Και τότε ήταν, που έτσι στο ξαφνικό, θυμήθηκα την φιγούρα και το στίχο. Και τότε ήταν που φαντάστηκα και την φιλενάδα να διασχίζει, τώρα, την γέφυρα του Μπρούκλιν απλά και μόνο γιατί αποφάσισε, πως δεν πηγαίνε άλλο, έπρεπε να το ανοίξει το κουτί με τα φυλαγμένα της. Εκει μέσα είδε όλα, όσα είχε στα χρόνια πιστέψει σαν απραγματοποίητα. Σαν αδύνατα να συμβούν. Μα ευτυχώς η ζωή της απέδειξε πως δεν είμαστε μόνο ό,τι σκεφτόμαστε. Είμαστε κυρίως αυτό που ονειρευόμαστε.

«Σκεφτόμουνα την φίλη μου», λέω στο Πόλυ, μερικά λεπτά αργότερα και κείνος φαίνεται να απορεί. «Την φίλη μου, που τα παράτησε όλα μια μέρα» του εξηγώ, «και δουλειά και σπίτι και αμάξι και την έκανε για την Αμερική. Για να σπουδάσει το όνειρο της». «Και πώς σου ήρθε τώρα αυτό;» με ρωτάει με ακόμη πιο έντονη την απορία. «Μούρθε γιατί κοιτάω το νερό που κυλά στα κανάλια και που κάποια στιγμή θα ενωθεί με κείνο της θάλασσα, δεν γίνεται αλλιώς, μα έλα που δεν το ξέρει, που νομίζει πως  θα μείνει για πάντα νερό σε ένα μικρό κανάλι και πως ποτέ δεν πρόκειται να γίνει θάλασσα…».

Έτσι του απάντησα και ύστερα δεν είπαμε τίποτα, πήγαμε μόνο μια βόλτα μέχρι την πλατεία του Ριάλτο, και είδαμε την βάρκα του Σωκράτη, να κουβαλάει ένα ξεριζωμένο φοίνικα. Κι’ ύστερα καταλήξαμε στην ταράτσα του ξενοδοχείου, με τις λευκές κουρτίνες και με θέα την πόλη και με ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι, να μας φτιάχνει την διάθεση να πούμε μικρά μυστικά, και όσα δεν είπαμε, κάναμε κέφι να κοιμηθούμε για να τα ονειρευτούμε.

«Θες να σε κεράσω ένα παγωτό;» μούπε ο Πόλυς με ύφος που έμοιαζε με αταξία μικρού παιδιού. Η τζελατερία στην πλατεία ήταν ακόμα ανοιχτή, κατεβήκαμε σχεδόν τρεχτοί, εκείνος ήθελε σοκολάτα με μαστίχα, εγώ διάλεξα φρούτα και όσο έμεινε το τάισα σε ένα αδέσποτο σκυλί. Κοιμήθηκα με το παράθυρο ανοιχτό, εκείνο το βράδυ, για να ακούω τα βήματα των περαστικών και παραδίπλα το νερό που κυλούσε στα κανάλια.

Επόμενη μέρα. Πάτησα το κουμπί της φωτογραφικής μου πολλές φορές. Ήταν σκοτεινά στην αίθουσα. Δίπλα μου μια κυρία μάλλον ενοχλείτο από τα αλλεπάλληλα κλίκ. Μα δεν με ένοιαζε γιατί εγώ τα ήθελα εκείνα τα κάδρα. Μια γυναίκα να βουλιάζει στο νερό της μπανιέρας της, και σε άλλη οθόνη, δίπλα ακριβώς, νάναι η ίδια εικόνα, χρόνια νεώτερη, να βουλιάζει ξανά σε νερό. Η μια δίπλα στην άλλη. Να πλένονται με το νερό που στα χρόνια γινότανε μνήμη και στο επόμενο πλάνο ένας καταρράκτη έτρεχε με ορμή και δεν ήξερες αν ήθελε να ξεπλύνει τις αναμνήσεις ή να τις ξεδιψάσει.

Σαν νερό, και η μνήμη σκέφτηκα, και με έπιασε ένα σφίξιμο και μια αγωνία. Μην άφησα κάποιο όνειρο κλειδωμένο στην κρυψώνα του και θελήσει κάποια στιγμή να με εκδικηθεί, που δεν το άφησα να ζήσει, χτυπώντας με στους βράχους, όπως το νερό του καταρράκτη, που κάνει ένα εκκωφαντικό θόρυβο και σβήνει την ησυχία, εκείνη που φέρνει το αίσθημα ότι της φέρθηκες καλά της ζωής σου. Δεν ξέρω ποιο πνιγμένο όνειρο έκανε αυτή την καλλιτέχνιδα, που την λέγανε Φιόνα Ταν, να φτιάξει αυτό το βίντεο, μα εμένα με τρόμαξε και τόπα, νομίζω φωναχτά, πως τέρμα πια, ό,τι ονειρέυομαι θα είναι και η πραγματικότητα μου.

Έτσι που λες. Μια Βενετία, μια Νέα Υόρκη και κείνος ο στίχος. Να τα ενώνει όλα το νερό. Που ξεκινούσε από ένα κανάλι για να φτάσει μέχρι τον ωκεανό. Γιατί έτσι είναι τα όνειρα. Αρκεί να τους μιλήσεις ψυθιριστά στ’ αυτί. Και κείνα τότε θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να σου αποδείξουν πως μέσα σου χωράει όλη η θάλασσα.