( life is wonderful )

Thailand/ Koh Phangan

Γεμίζω το άσπρο υπαίθριο μπάνιο μέχρι πάνω. Μισό ζεστό μισό κρύο. Ρίχνω μέσα ένα λουλουδάτο αρωματικό. Και κατεβάζω την άσπρη διάφανη κουρτίνα. Βουλιάζω και κλείνω τα μάτια μου παραδομένη σε ένα δώρο

Αργά χθες το βράδυ έστειλα ένα μήνυμα. Μετά από ένα χρόνο. Εφυγε ο θυμός. ξόρκισα το παρελθόν με τρυφερότητα.

Όταν γυρίσω πίσω θέλω να βάψω το σπίτι μου άσπρο. Θέλω να αγοράζω και τριαντάφυλλα. Κόκκινα τριαντάφυλλα. Και μεγάλα πράσινα φυτά. Άσπρο κόκκινο πράσινο. Ό,τι είναι να τελειώσει τέλειωσε.

Κοιτώ στην μέση της θάλασσας μια σχεδία που πάνω της κρέμεται μια αιωρα και είναι ίσως η πρώτη φοράπου νιώθω πως κάτι πρέπει τελικά να ναυαγήσει στην ζωή σου για να μην αισθάνεσαι πια ναυαγός.

Ο Πόε μου διάβασε τα ταρό. Μούπε πως κάποια στιγμή στην ζωή μου γκρεμίστηκε ο πύργος μου. Τώρα τον χτίζω ξανά. Μούπε πως θα τα καταφέρω.

Λέω να κάνω ένα μπάνιο κρύο και να τρίψω το σώμα μου με αλάτι. Θέλω σήμερα που βρέχει να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Θέλω σήμερα που κάποιος μου είπε πως θα καταφέρω να ξαναχτίσω τον πύργο μου, να γίνω όμορφη ξανά…

Θέλω κάποιος να μου μιλήσει με τις αισθήσεις του. Δεν θέλω άλλες λέξεις φοβισμένες.

Η θάλασσα είναι τόσο ατέλειωτη για να μην σ’αγαπά κανείς

Η θάλασσα είναι ατέλειωτη. Κάποιον πρέπει να αγαπάς

Όλα έχουν λόγο που γίνονται. Δεν χρειάζεται τόσο να τον βρείς όσο να του δείξεις εμπιστοσύνη.

Αύριο θα με ξυπνήσουν χιλιάδες πουλιά. Και γω θα ανοίξω τις κουρτίνες και θα μυρίσω τα δέντρα. Κι’υστερα θα θυμηθώ πως η μέρα αρχίζει όταν σε ξυπνάνε χιλιάδες πουλιά για να μυρίσεις τα δέντρα.

Γύρω μου πετάνε τεράστιες πεταλούδες που μπορεί να είναι και νυχτερίδες. Δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι πεταλούδες που δεν κοιμούνται ή αν είναι νυχτερίδες που μόλις έχουνε ξυπνήσει.

Είναι στιγμές που δεν ησυχάζω. Κι’υστερα πάλι ησυχάζω. Όταν συνειδητοποιώ πως η μεγαλύτερη δοκιμασία είναι να μπορέσω να χαλαρώσω.

Σήμερα κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είδα δυο μεγάλες ρυτίδες δίπλα στο στόμα μου. Ίσως αυτό να είδε και η μάναμου λίγο πριν φύγω και της φάνηκα κουρασμένη. Να τρως καλά και να ξεκουράζεσαι μου είπε. Αυτό ήταν το μήνυμα που μου έστειλε. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να μου πει πως ο χρόνος περνάει.

Ο Λούης επιμένει πως πρέπει να κόψω το τσιγάρο. «Δεν βλέπεις πως αναπνέεις πιο δύσκολα;» μου είπε και μου φάνηκε παράξενο. Που φαίνομαι να αναπνέω πιο δύσκολα ενώ η πραγματικότητα είναι πως σ’ αυτό εδώ το μέρος, μίλια μακριά από ό,τι γνώριμο και οικείο, νιώθω πως βρήκα επιτέλους την πραγματική αναπνοή μου.

Τα φαρμακεία εδώ στην Ταυλάνδη είναι μικρά. Με τα φάρμακα στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο σε παλιά ξύλινα ράφια και με λευκά αυτοκόλλητα που γράφουν οδηγίες στα ταυλανδέζικα. Μοιάζουν πιο πολύ με συνοικιακά μπακάλικα από κείνα με τις αμέτρητες κονσέρβες, δεν ξέρω πραγματικά αν μπορούν να σε γιατρέψουν μα το σίγουρο είναι πως ο κόσμος που καταφθάνει εδώ, κυρίως από την Δύση, εκείνο που ψάχνει είναι μια είδους γιατρειά.

Η Μέι μου είπε τις προάλλες πως  το δέντρο έξω από το μπάγκαλοου μου είναι το δέντρο του Βούδα και πως αυτό σημαίνει πως η τύχη είναι μαζί μου. «Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει Μέι», τόλμησα να της πως και κείνη είπε: «Λένη κοίταξε τα φύλλα  του δέντρου που μοιάζουν με καρδίες. Έχεις γύρω σου δεκάδες καρδίες να σε φυλάνε. Μην ανησυχείς».

Κοιτάζω την κοπέλα δίπλα μου που διαβάζει εφημερίδα και συνειδητοποιώ πως εδώ και μια βδομάδα δεν έχω ιδέα τι γίνεται στον κόσμο. Από την άλλη όμως νιώθω ότι έχω πιο καθαρή εικόνα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η πιο μεγάλη σκιά αυτό το βράδυ είναι του εαυτού μου. Κάποιες στιγμές σαν περπατώ το ξεχνώ και τρομάζω από μένα.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο τρυφερή παραδοχή: Την ώρα που δεν σου έχει μείνει ίχνος αθωότητας να παραδέχεσαι τους φόβους σου.

Αν μείνεις εδώ ακόμα ένα δευτερόλεπτο θα σε ερωτευτώ. Έτσι μου είπε. Και γω σκέφτηκα ότι ακόμα και ένα δευτερόλεπτο είναι αρκετό για να αλλάξει η ζωή σου.

Βγήκε ο ήλιος. Όταν δεν έχει ήλιο θέλω να γράφω. Μα όταν βγαίνει ο ήλιος θέλω να νιώθω…