( life is wonderful )

TA ΣΥΝΝΕΦΑ ΦΙΛΙΑ

Την πρώτη φορά που είδα την ταινία ήμουνα γύρω στα 19. Φοιτήτρια στην Αθήνα, με πολύ λεπτά πόδια σφηνωμένα σε κολλητά τζιν και σγουρά μαλλιά πιασμένα με χρωματιστά κοκαλάκια. Είχα κάρτα πολλαπλών διαδρομών και τη χρησιμοποιούσα στο λεωφορείο 220, το οποίο περνούσε έξω από το σπίτι μου. Είχα και μια απίστευτη αισιοδοξία για τον κόσμο και για μένα, μόνο που για μένα είχα και μια θλίψη, την κουβαλούσα στα κύτταρά μου, δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί, μα το περίεργο ήταν πως κατάφερνα να συνδυάζω θλίψη και αισιοδοξία, χωρίς να αντιμάχονται η μια την άλλη. Έτσι ήμουν, σχεδόν πάντα, χαμογελαστή και μόνο τα βράδια ή τις ώρες που έγραφα ένιωθα μελαγχολικά, όπως οι ποιητές, έτσι πίστευα, πως αυτή η μελαγχολία ήτανε λουλούδι από τον κήπο των ποιητών, γι’ αυτό ίσως ενδόμυχα την πότιζα με θλιμμένους στίχους και με μεταμεσονύχτιες κουβέντες για ό, τι νιώθαμε να μας λείπει. Κι ύστερα έπαιρνα το άρωμά της και ράντιζα τις κόλλες μου, μυστικά την έκρυβα, χωρίς να συνειδητοποιώ πως αυτή ήταν τελικά που θα με έκρυβε, μέσα στο δικό της κήπο.
Εκείνο το βράδυ περπάτησα, θυμάμαι, μέχρι την Ιπποκράτους, δεν πήρα το 220, ούτε και κανένα άλλο λεωφορείο. Έκανε κρύο, φορούσα ένα χακί στρατιωτικό παλτό που ήτανε στη μόδα και καουμπόικες μπότες, δεν θυμάμαι αν έβρεχε, μα προτιμώ να έχει η ανάμνησή μου βροχή, έτσι λέω πως μάλλον θα έβρεχε και το σινεμά ήτανε γεμάτο. Διάβασα στις εφημερίδες γι’ αυτή την ταινία, δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Τζουζέπε Τορνατόρε, ούτε και θυμάμαι αν είχα ξαναδεί μέχρι τότε ιταλικό φιλμ, μα ήτανε η εποχή που όλοι οι φοιτητές στην Αθήνα λάτρευαν τον Φελίνι και μιλούσαν για την Τσινετσιτά, οι πιο ψαγμένοι αναφέρονταν στον Παζολίνι και γω προσπαθούσα να αφομοιώσω τις πληροφορίες, πεπεισμένη πως για να μάθω τον κόσμο έπρεπε πρώτα να τον δω μέσα από τα μάτια των Ιταλών σκηνοθετών. Η ταινία έπαιζε για βδομάδες μα το ανέβαλλα να πάω μέχρι εκείνο το βράδυ που κάτι φαίνεται να συνωμότησε για να βρεθώ στο «Σινεμά Παραντίσο».
Ο Αλφρέντο με το ποδήλατο, ο μικρός Τότο, το παλιό σινεμά στην πλατεία, η Ελένα, τα χαμένα φιλιά, δεν ήξερα τη σημασία τους, δεν ήξερα πως χάνονται τα φιλιά και πως ξεθωριάζουν οι αναμνήσεις, πως το παιδικό βλέμμα σκουραίνει και η ζωή στα χρόνια κομματιάζεται σε μικρά καρέ για να χωρέσει στο φιλμ της μνήμης, δεν ήξερα πως όλα γίνονται, κάποια στιγμή, προσωπική προβολή, πως γίνεσαι αλλιώς από το παιδί που υπήρξες, πως εκείνο παγώνει σε μια εικόνα, όπως αυτές στον κινηματογράφο, όπως ο μικρός Τότο που έκοβε τα φιλιά για να τα ενώσει όλα ξανά μεταξύ τους. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχα προλάβει να ζήσω όταν τα έβλεπα στο «Σινεμά Παραντίσο», μα θυμάμαι, πως στο τέλος έκλαιγα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να περπατήσω, μπέρδευα τα βήματά μου και φυσούσα τη μύτη μου σε χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, έκλαιγα σε όλη την Ιπποκράτους, και υποψιάζομαι πως εκείνο το βράδυ πρέπει να ήταν και το πρώτο, στο οποίο η υπόγεια μελαγχολία κατάφερε να νικήσει την αισιοδοξία που είχα για τον κόσμο και για μένα. Εκείνο το βράδυ ένιωθα πως τα φιλιά δίνονται για να χάνονται και οι στιγμές είναι για να τις θυμάσαι, παρά για να τις ζεις. Έτσι κλαίγοντας έφτασα μέχρι το σπίτι μου, ένα βράδυ στην Αθήνα που ήμουνα γύρω στα 19, με κάρτα πολλαπλών διαδρομών αλλά χωρίς ακόμα τη γνώση ή την επίγνωση κάποιας διαδρομής χαμένης.
Είναι από αυτά που δεν μπορώ να εξηγήσω. Το πώς ξαφνικά την ώρα που ετοίμαζα το σακίδιό μου για το μακρινό και πολύμηνό μου ταξίδι στην Ασία, αποφάσισα την τελευταία στιγμή να πάρω μαζί το σιντί με το σάουντρακ εκείνης της ταινίας. Είχα να το ακούσω χρόνια, ήτανε φυλαγμένο μάλιστα πίσω-πίσω στο μεγάλο συρτάρι, όπου φύλαγα τις μουσικές μου, δεν θυμόμουνα καν τη μελωδία, ούτε και δοκίμασα να το ξανακούσω πριν αποφασίσω πως θα ήταν μια από τις συντροφιές μου, ενστικτωδώς το πήρα στα χέρια μου και ενστικτωδώς το έριξα μέσα στις αποσκευές. Άλλαξα τρία αεροπλάνα, επιβιβάστηκα σε ένα παλιό καράβι με το όνομα Κουίν, ύστερα σε μια long boat, και μετά από κάμποσες ώρες και σκέψεις έφθασα επιτέλους στο νησί. Πέρασαν μέρες μέχρι να προσαρμοστώ, όχι στο χώρο, μα στην ιδέα πως άλλαζα ζωή, ή καλύτερα στην ανάγκη μου να αλλάξω ζωή. Να τυπώσω ξανά μια κάρτα πολλαπλών διαδρομών, όπως τότε που ήμουνα φοιτήτρια, η οποία τώρα θα μου επέτρεπε να αλλάζω τρένα και πλοία και αεροπλάνα, για να γνωρίσω καινούριες διαδρομές, έχοντας όμως πια γνωρίσει και αρκετές που τις μετρούσα για χαμένες.
Ήταν απόγευμα που εδώ σημαίνει πως οι ήχοι από τα πουλιά και τα γκέκο δυναμώνουν και οι Ταϊλανδοί πυροβολούν στον αέρα έξι φορές για να σκοτώσουν τα κακά πνεύματα. Ήταν, λοιπόν, ένα τέτοιο απόγευμα, με τα κακά πνεύματα -τα δικά τους και τα δικά μου- νεκρά, όπου κάθισα στη βεράντα, και κοιτώντας πότε την ξύλινη γέφυρα και πότε τις βάρκες που πηγαινοέρχονταν, διάλεξα να ακούσω τη μουσική από το Σινεμά Παραντίσο. Έβαλα στα αυτιά μου τα ακουστικά και δυνάμωσα την ένταση. Όλα έσβησαν ξαφνικά, οι ήχοι της ζούγκλας, τα βήματα των περαστικών, οι μηχανές των βαρκών, τίποτα δεν άκουγα, παρά μόνο τη μελωδία. Και τότε ήταν που την είδα. Να φοράει κόκκινο παλτουδάκι, έστω κι αν είναι καλοκαίρι, και κόκκινες μπότες με μαύρα κορδόνια. Είχε τα μακριά καστανά της μαλλιά πιασμένα σε μια χαριτωμένη κοτσίδα και χοροπηδούσε πάνω στη γέφυρα κατενθουσιασμένη. Ήταν τόσο αθώα και γεμάτη ζωή που ένιωσα πως ο ουρανός και ο ωκεανός και ολόκληρη η φύση, υπήρχαν μόνο για να μπορεί, αυτό το μικρό κοριτσάκι των πέντε χρονών, να χοροπηδά πάνω σε μια ξύλινη γέφυρα και να χαζεύει τους κάβουρες στους βράχους και τα πουλιά που αλλάζανε κλαδιά.
Κρατούσε με το ένα της χέρι το ξύλινο στερέωμα της γέφυρας και το άλλο το άφηνε να χαϊδεύει τον αέρα, περπατούσε χωρίς να σκαλώνει στις τρύπες των ξύλων, περπατούσε και άφηνε το παλτό της να ανεμίζει μαζί με την κοτσίδα της. Την είδα εκείνη ακριβώς τη στιγμή που άκουγα το κομμάτι For Elena, κι ύστερα, μερικά λεπτά αργότερα, είδα να εμφανίζεται πίσω της ο Αλφρέντο με το ποδήλατό του, και, τι παράξενο, πιο πίσω ακολουθούσε ο μικρός Τότο, με κοντό παντελόνι και άσπρο φανελάκι, έτρεχε φωνάζοντας το όνομά της, και όσο εκείνος φώναζε το όνομά της, τα βιολιά δυνάμωναν στ’ αυτιά μου, και τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με τεράστια φιλιά, δεν καταλάβαινα τι γινόταν, μα ο ουρανός ήταν γεμάτος φιλιά και ένα κοριτσάκι με κόκκινα ρούχα περπατούσε προς το μέρος μου, λες και ήθελε να το κρατήσω σφικτά στην αγκαλιά μου, περπατούσε χαρούμενο που με βλέπει ξανά, λες και με είχε χάσει χρόνια, φώναζε το όνομά μου, μα το όνομά μου ήταν το ίδιο με το δικό της, εκείνο που της φώναζε ο Τότο, ο Τότο που ένωνε τα φιλιά.
Και τότε την αγκάλιασα. Την κράτησα ώρα μέσα στην αγκαλιά μου φιλώντας την στο μάγουλο, ζητώντας της χιλιάδες συγνώμες. Εκείνη πέρασε τα μικρά χεράκια της από το λαιμό μου και έμοιαζε να μην ακούει τη φωνή μου, έμοιαζε να μην ακούει τις συγνώμες μου, δεν ήξερε άλλωστε για ποιο πράγμα έπρεπε να με συγχωρήσει, ήξερε μόνο να ακούει τη μελωδία του παράδεισου, και με κείνη τη μελωδία, άφηνε τα χεράκια της να μου χαϊδεύουν το λαιμό. Άρχισα τότε να κλαίω, ένιωθα πως έκλαιγα ωκεανό, ένιωθα πως μέσα στα μάτια μου έλιωναν τα σύννεφα-φιλιά και κυλούσαν για να σμίξουν με τα κύματα, ένιωθα πως όσο την κρατούσα τα φιλιά δεν δίνονται για να χάνονται αλλά για να μεταμορφώνονται από δάκρυα σε κύματα, και όσο έκλαιγα τόσο πιο σίγουρη γινόμουν, πως ήρθε να με συναντήσει ακριβώς γι’ αυτό:Για να μου θυμίσει πως τίποτα δεν χάνεται, αρκεί να το αφήσεις ελεύθερο, δείχνοντας εμπιστοσύνη σ’ αυτό που λέγεται ζωή.
Ήταν, λοιπόν, ένα απόγευμα, όπου την ώρα που άκουγα τη μουσική του «Σινεμά Παραντίσο», είδα τον εαυτό μου. Το μικρό κοριτσάκι, των πέντε χρόνων με το κόκκινο παλτό, που χοροπηδούσε γεμάτο χαρά, ήμουνα εγώ. Και ήρθε για να με συναντήσει, ώστε να μπορέσω να το αγκαλιάσω ξανά και να του ζητήσω συγνώμη. Που τόσα χρόνια το είχα ξεχάσει, που δεν του έδειξα εμπιστοσύνη και δεν πίστεψα πως το ένστικτο είναι ο μόνος δρόμος της ζωής. Με κείνη τη συγνώμη άφησα επιτέλους, για πρώτη φορά, το λουλούδι της θλίψης να μαράνει. Για να γίνει χώμα και να ποτιστεί από τα σύννεφα-φιλιά.