( life is wonderful )

San Francisco

Τρίτη, Oκτώβριος 2013

Σήμερα αγόρασα ένα καινούργιο σημειωματάριο από ένα βιβλιοπωλείο που το λένε Book Passage. Το καινούργιο μου σημειωματάριο έχει ζωγραφιές και τσιτάτα από διάσημους ταξιδιώτες. «Μόλις γεννιέσαι πρέπει να σου δίνουνε δώρο μια βαλίτσα για να μάθεις να ταξιδεύεις». Έτσι γράφει στο εξώφυλλο του.

Κάθε πρωί προγευματίζω στου Fredds. Είναι, λέει, το πιο παλιό καφέ του Sausalito και κάνει τις πιο ωραίες κρέπες. Η Λέιλα μου σύστησε και ένα δύο άλλα. Δεν πήγα σε κανένα. Έρχομαι κάθε πρωί εδώ ίσως γιατί θέλω να αποκτήσω μια συνήθεια σε ένα μέρος όπου τίποτα δεν θα προλάβει να μου γίνει συνήθεια.

Η Λέιλα έφερε και τον Τέιτ στο πρόγευμα. Ο Τέιτ είναι το σκυλί της, ένα κουτάβι μόλις οκτώ μηνών που του αρέσει να πηγαίνει μαζί της ορειβασίες και να παίζει με πεθαμένα κουκουνάρια. Η Λέιλα μου είπε πως χθές βράδυ είχε ένα εφιάλτη. Ότι τα κογιότι επιτέθηκαν στο Τέιτ και τον σκοτώσανε. Η Λέιλα μου είπε πως τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να συμφυλιωθεί με τους εφιάλτες της. Τα βράδια όμως εξακολουθεί να ακούει τα κογιότι να βγάζουνε τρομαχτικούς ήχους, οπως κάνουνε οι λύκοι λίγο πριν επιτεθούν.

Φάγαμε τηγανιτά αυγά και μπέικον και ήπιαμε δύο τρία φλυτζάνια αμερικάνικου καφέ. Μου μιλούσε για το αίσθημα της αβεβαιότητας. Όχι της ανασφάλειας. Της αβεβαιότητας. Η πρώτη γεννιέται από το αίσθημα του φόβου. Η δεύτερη από μια επίγνωση πως οι βεβαιότητες σου κλέβουν πολλά εκατοστά από το μήκος του ορίζοντα.

Και ύστερα πήρα το φέρι για το Σαν Φρανσίσκο. Η μέρα είχε λιακάδα, στο φέρι δεκάδες τουρίστες με τις φωτογραφικές τους σε ετοιμότητα. Κάθισα στην πιο ηλιόλουστη θέση. Ήθελα να καίει ο ήλιος την μούρη μου. Τελικά όλες οι διαδρομές μου εμπερικλείουν αυτή την εικόνα. Νάμαι σε ένα κατάστρωμα και να νιώθω την αλμύρα του νερού την ώρα που ξεκινά η μηχανή ενός πλοίου. Και γω να γέρνω το κεφάλι μου προς τα πίσω και να αναπνέω ουρανό.

Το Σάν Φρανσίσκο είναι μια πόλη γεμάτη από ανηφορικούς και κατηφορικούς δρόμους. Τίποτα σε ευθεία γραμμή. Ίσως γι’αυτό ήτανε ο κατάλληλος καιρός να έρθω. Τώρα που έχω μάθει πια πολύ καλά πως τίποτα δεν μπορεί να είναι μόνο μια ευθεία γραμμή...

Περπάτησα από το κτίριο των Φέρι μέχρι την αποβάθρα 39 όπου και η διάσημη περιοχή Fisherman’s wharf. Είναι εκεί όπου κατέφθασαν οι πρώτοι Ιταλοί μετανάστες ψαράδες που πουλούσανε καβούρια. Και τώρα είναι από τις πιο γνωστές τουριστικές ατραξιόν της πόλης. Γεμάτη από καταστήματα σουβενίρ και εστιατόρια με ψαρικά. Δεν μ’αρέσουν τα καταστήματα με τα σουβενίρ. Μ αρέσει όμως να παρατηρώ τί σουβενίρ διαλέγει ο καθένας. Ίσως γιατί τα σουβενίρ αποκαλύπτουν συνήθως την κρυμμένη μας παιδικότητα.

Στο Σαν Φρανσίσκο όταν είσαι στον ήλιο νιώθεις πως είναι άνοιξη. Όταν όμως βρεθείς στην σκιά νιώθεις πως είναι φθινοπώρο. Έτσι μου είπε μια τύπισσα που καθότανε δίπλα μου σε μια καφετέρια, διάβαζε εφημερίδα και έτρωγε κρουασάν. Και σίγουρα δεν ήτανε μια από τις συνηθισμένες κουβέντες που κάνει κανείς για τον καιρό...Γιατί κάτω από τον ήλιο ποτέ δεν σκέφτεσαι γκρίζα. Στην σκιά είναι που συνήθως γκριζάρουνε οι σκέψεις και χρειάζονται ζεστασιά.

Να πας να δεις τις φώκιες μου είπε η Λέιλα. Είναι εκεί στην αποβάθρα 39. Πήγα λοιπόν. Δεκάδες φώκιες απλωμένες πάνω σε σχεδίες να λιάζονται, να κοιμούνται, να πατάει η μια πάνω στην άλλη, να βουτάνε στο νερό και ύστερα να απλώνουνε ξανά η μια δίπλα στην άλλη βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Και χιλιάδες τουρίστες να τις χαζεύουνε για ώρα, τραβώντας βίντεο, βγάζοντας φωτογραφίες, κάνοντας μορφασμούς απορίας και συμπάθειας.

Για μια στιγμή ευχήθηκα νάμαι από την μεριά όπου και οι φώκιες. Και όχι βέβαια για να με τραβάνε φωτογραφίες ανθρώποι από όλο τον πλανήτη. Αλλά για να λιάζομαι και να βουτάω στο νερό και ύστερα να απλώνω ράθυμα και όλοι να βρίσκουν χαριτωμένες τις άναρθρές κραυγές μου.

Και ύστερα δεν ξέρω πως αλλά βρέθηκα σε ένα από κείνα τα λεωφορεία που κάθεσαι στον τελευταίο όροφο τους και σου κάνουν ξενάγηση στην πόλη. Συνήθως τα σνομπάρω, νιώθω πως είναι χαμένα λεφτά γιατί δεν μαθαίνεις έτσι μια πόλη αλλά περπατώντας στις γειτονιές της χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις και χωρίς να σε νοιάζει αν χαθείς.

Το λεωφορείο ήτανε γεμάτο. Πίσω μου μια οικογένεια από τον Καναδά, μπροστά μου ένα κοριτσάκι με την μαμά του από την Κίνα και πιο πέρα μια παρέα μεσήλικων από την Αυστραλία. Ο ξεναγός ήτανε ένας νεαρός που τον λέγανε Φίλιπ και μάλλον εκείνο που ονειρευόταν στην ζωή του ήταν να κάνει stand up comedy και όχι ξεναγήσεις σε ανοιχτά λεωφορεία. Ευτυχώς δεν έγινε κωμικός. Και δυστυχώς για μένα, έγινε ξεναγός.

Περάσαμε από την γειτονιά της Τζάνις Τζόπλιν και από το κτίριο όπου ανήκει στον Κόπολα. Αυτό μ’αρέσε. Όπως και να κοιτάζω την υπέροχη αρχιτεκτονική του Σαν Φρανσίσκο με τα χρωματιστά σπίτια από ψηλά. Περάσαμε και από την γειτονιά όπου κάποτε ζούσανε οι χίππις, τώρα εκει κυκλοφοράνε οι wannabe χίππις δηλαδή ξεπλένηδες τύποι που δεν ξέρουν απέναντι σε τί να επαναστατήσουν. Κι’υστερα από την China Town, την πιο μεγάλη κινέζικη συνοικία που υπάρχει στην Αμερική. Καταλήξαμε στην Golden Gate Bridge όπου κάναμε στάση για τα στερεότυπα ενσταντανέ.

Μετά από δύο ώρες όπου έφαγα μπόλικο κρύο στην μούρη (λόγω καιρού και ξεναγού) υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν πρόκειται να ξανακάνω το ίδιο λάθος. Γιατί δεν είναι έτσι που αισθάνεσαι την ατμόσφαιρα μιας πόλης αλλά επιτρέποντας στον εαυτό σου να χαθεί μέσα στο άγνωστο.

Είχε ήδη νυχτώσει όταν τελειωσε η ξενάγηση. Ίσα που προλάβαινα το τελευταίο φέρι που επέστρεφε στο Sausalito. Ανέβηκα στο πρώτο τραμ που πέρασε από μπροστά μου με την ελπίδα ότι θα με πήγαινε στο κτίριο αναχωρήσεων των Φέρι. Στάθηκα τυχερή. Στο παραπέντε ήμουν εκεί.

Κάθισα στο πίσω μέρος του φέρι. Σε μια θέση πλάι στο παράθυρο. Η μηχανή του πλοίου ξεκίνησε. Και καθώς άρχισε να απομακρύνεται από το λιμάνι είδα τα φώτα της γέφυρας να ανάβουνε. Και όλα έμοιαζαν ξανά με σινεμά...

Τίποτα δεν είναι ριψοκίνδυνο όταν εμπιστεύεσαι αυτό που νιώθεις ,σκέφτηκα καθώς η γέφυρα έμοιαζε πια σαν ένα κολιέ φτιαγμένο από αστέρια...

Γι’αυτά θέλω να σου μιλάω μέχρι να γεράσω. Για φωτισμένες γέφυρες που ενώνουν τα μυστικά μου με τις αλήθειες του κόσμου. Kαι τα μυστικά του κόσμου με  τις δικές μου αλήθειες...