( life is wonderful )

OI ΓΑΤΕΣ ΠΟΥ ΜΙΛΑΝΕ

Δεν έχω ιδέα ποιός είναι ο Μο Γιάν. Ίσως θάπρεπε να τον γνώριζα αλλά δεν είχα ακούσει ποτέ γι’αυτές τις... «Μπαλάντες του Σκόρδου». Τώρα που κέρδισε το νόμπελ λογοτεχνία ίσως και να τις διαβάσω, ίσως όμως και να επιμείνω στον Μουρακάμι. Έλπιζα ότι θα κερδίζε ο Μουρακάμι και μάλιστα θυμήθηκα όλους τους ήρωες του, με τους οποίους, πολλά καλοκαίρια, έκανα παρέα λες και ήτανε οι καινούργιοι μου φίλοι. Ο Τόρου Οκάντα, η Ναόκο, εκείνη η γάτα που μιλούσε, ναί, όλοι αυτοί ήτανε η περίεργη συντροφιά μου, αυτοί άλλωστε μου μάθανε πρώτοι πως να παρατηρώ τις γάτες της γειτονιάς μου και πως να τις ακούω την ώρα που μιλάνε αργά το βράδι, μέσα στα στενά δρομάκια.

Ο γάτος της Ρούλας δεν μένει εδώ, έτσι μου είπε τις προάλλες, περνούσα έξω από το μπουρδέλο, με φώναξε να με κεράσει καφέ, στην τηλεόραση έπαιζε μια από κείνες τις απογευματινές εκπομπές, πίσω της ήτανε κρεμασμένη μια αφίσα της γέφυρας του Μπρούκλιν και στους υπόλοιπους τοίχους η Μέριλιν σε διάφορες πόζες. Η Ρούλα επιμένει πως πρέπει να γράψω την ιστορία της, «εγώ θα σου πω τα σημεία και τα τέρατα» μου λέει, «άμα δεν ακούσεις την δική μου ιστορία, καμιά ιστορία δεν έχεις ακούσει», έτσι μου λέει και μου φτιάχνει καφέ σε φλυτζάνι του λαικού καφεκοπτείου. Και ύστερα μου δείχνει το σπίτι της στο χωριό, κάπου έξω από την Θεσαλονίκη και ύστερα μου δείχνει και φωτογραφίες από προηγούμενους γκόμενους της, η Μαργαρίτα που κάθεται δίπλα, φορώντας τιγρέ εσώρουχα και μαύρα ψηλοτάκουνα παπούτσια γελάει και την κοροιδεύει, λέει πως πάντα η Ρούλα μαζεύει τα καλύτερα τεκνά, η Ρούλα όμως επιμένει πως γέρασε, πως κοντεύει πια τα εξήντα..

«Δεν σου φαίνεται» της λέω και στην τηλεόραση κάποιος μιλάει για την ανεργία, ο Ουίνστον (το σκυλί μου) διαμαρτύρεται, δεν θέλει άλλο να καθίσουμε στο μπουρδέλο, θέλει να κατουράει στους τοίχους της παλιάς Λευκωσίας και να με τραβολογάει δεξιά και αριστερά. «Άσε θα τον πάω εγώ μια βόλτα» προσφέρεται η Μαργαρίτα, «θα σε τσακίσει με τα στιλέτα», την αποτρέπω, η Ρούλα επιμένει πως προτιμάει τα γατιά, και γω θυμάμαι την γάτα του Μουρακάμι που μιλάει στους περαστικούς και ύστερα κοιτώ την Μαργαρίτα να κρατάει τον Ουίνστον, εκείνος με τις καφέ του βούλες η Μαργαρίτα με τα τιγρέ εσώρουχα, τυλίγεται ένα γαλάζιο παρεό, «να μην βγούμε και γυμνές στο δρόμο», λέει και γελάει, και αρχίζει την βόλτα.

Την κοιτώ και είμαι σίγουρη ότι ο επόμενος της πελάτης θάναι ο Τόρου Οκάντα ή μπορεί ήδη να βρίσκεται εδώ η Ναόκο κρυμμένη στο δωμάτιο πίσω από την γέφυρα του Μπρούκλιν, πίσω από τα στενά της γειτονιάς, πίσω από όλα εκείνα που ακόμα δεν φαντάστηκα, μα κάπου, κάπως κάποτε, άκουσα μια γάτα να τα διηγείται σαν αληθινά...