( life is wonderful )

INTO MY ARMS

“Δεν έχω καμία ενέργεια”, μου είπε και αυτό που εννοούσε ήταν ακριβώς το αντίθετο. Πως δεν ήταν διαθετειμένος να σπαταλήσει ούτε ένα κόκκο από την ενέργεια του σε οτιδήποτε δεν ήταν ικανό να του δείξει θάλασσα. Δεν τον ένοιαζε το πότε, του αρκούσε να οσμιζόταν αυτή την δυνατότητα και θα έβρισκε τον τρόπο να κάνει υπομονή. Αρκεί να τον έβγαζε ο δρόμος του σε ένα μπλε. Ούτε καν απόχρωση. Καθαρό μπλε. Τάχε περάσει πολλές φορές αυτά με τις αποχρώσεις, δηλαδή είχε ζήσει μπόλικα…σχεδόν κόκκινα, σχεδόν μπλε, σχεδόν πράσινα. Τέρμα λοιπόν με τα σχεδόν. Τέρμα και με τις σπατάλες. Τα σχεδόν σε κάνουν να βολευτείς στην σπατάλη και η σπατάλη να βολευτείς με τα σχεδόν. Αυτό τόχε ήδη συνειδητοποιήσει.

Έβαλε στο cd-player να παίζει ο Nick Cave και ξάπλωσε στον καναπέ κοιτώντας το ταβάνι. Από παιδί είχε αυτή την συνήθεια. Να ξαπλώνει στον καναπέ και να κοιτάει για ώρες το ταβάνι και πάνω στο λευκό του φόντο να προβάλει εικόνες της φαντασίας του. Ήταν η εποχή που δεν αναγνώριζε μπροστά του κανένα τοίχο, όλα τα έβλεπε σαν επιφάνειες, λείες επιφάνειες πάνω στις οποίες μπορούσε να παίξει με την φαντασία του, ο τέλειος καμβάς για να πειραματίζεται με τα χρώματα των ονείρων του. Του άρεσε τρελά να πειραματίζεται με τα χρώματα των ονείρων του, δεν είχε καν υποψιαστεί πως κάποια στιγμή θα τον φόβιζαν τα πειράματα και ακόμη πιο πολύ θα τον φόβιζαν τα όνειρα του.  Τώρα  όμως του είχανε τελειώσει οι δικαιολογίες. Το ένιωθε καθώς άκουγε τον Νick να τον επαναφέρει σε κείνη την εποχή όπου αγκαλιά σήμαινε μόνο βουτιά σε ένα καθαρό μπλε. Into my arms…Ο Νick είχε αυτή την μαγική ικανότητα. Into my arms...Να του θυμίζει πως ποτέ δεν ονειρεύτηκε να δικαιολογεί το πως ζει. «Αν είσαι καλά στην ζωή σου δεν νιώθεις την ανάγκη να βρίσκεις δικαιολογίες», έλεγε κάποτε συχνά, πώς διάολο λοιπόν έπεσε στην παγίδα να εξηγά και να εξηγιέται…

Ξάπλωσε στον καναπέ και κοίταξε το ταβάνι, ένα ταβάνι γεμάτο από ρωγμές, όποια εικόνα κι’αν προσπαθουσε να προβάλει με την φαντασία του, έμοιαζε πια σαν σκισμένη καρτ ποστάλ σε δεκάδες κομμάτια. «Νομίζω έχω πυρετό» μου είπε και έβαλε το χέρι στο μέτωπο του, «είναι μέρες τώρα που νομίζω ότι έχω πυρετό», συμπλήρωσε, «πότε κρυώνω και πότε με λούζει ο ιδρώτας, τα βράδια δεν μπορώ με τίποτα να κοιμηθώ». «Το πιστεύεις ότι χθες διάβαζα αστρονομία μπας και με πάρει ο ύπνος», μου είπε και τότε ήταν που αντιλήφθηκα πως χρειαζόταν κάτι πολύ πιο δραστικό από τον Νick για να βγει ξανά στην μεριά της θάλασσας. Αυτό που έπρεπε ήταν να αναλάβει την ευθύνη της παραδοχής του και να θέσει τέρμα στις δικαιολογίες. «Ούτε να εξηγάς, ούτε να εξηγιέσαι. Nα ζεις», του είπα και έμοιαζε ξεκάρφωτο αλλά εκείνος κατάλαβε, χαμήλωσε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Δεν θέλω να ζω μέσα στα σχεδόν», ψυθίρισε, «δεν θέλω άλλες μισές λέξεις, μισά βλέμματα...».

Δυνάμωσα την ένταση της μουσικής και κείνος μου ζήτησε να βάλω το χέρι μου στο μέτωπο του. «Δες αν έχω πυρετό» μου είπε. «Τίποτα δεν έχεις», του απάντησα, «τίποτα απολύτως». Και ύστερα του χαίδεψα τα μαλλιά όπως θα χαίδευα τα μαλλιά ενός μικρού παιδιού. Mήπως έτσι νιώσει ξανά μικρό παιδί. Μήπως έτσι βρει και προς τα πού είναι η θάλασσα...