( life is wonderful )

MATCHBOOK STORIES

Εκείνη είχε βαρεθεί να επεξεργάζεται δελτία τύπου. Άλλα είχε ονειρευτεί όταν σπούδαζε στην Αμερική και στην Αγγλία επικοινωνία και δημιουργικό γράψιμο. Είχε ονειρευτεί να γράφει τις δικές της ιστορίες, ίσως και ένα μυθιστόρημα, να φαντάζεται τους ήρωες της, τέτοια ήθελε, αλλά γυρνώντας πίσω στην Κύπρο από το Μαιάμι, το Λος Άντζελες και αργότερα το Λονδίνο, μπλέχτηκε μέσα στο σύστημα των περιοδικών και των εφημερίδων. Και μπούχτισε. “Δεν ήθελα άλλα δελτία τύπου” επαναλαμβάνει χαμογελώντας και αμέσως μετά ρουφάει μια γερή δόση από το παγωμένο της φραπέ. Είναι λίγο μετά το μεσημέρι, κάνει μια ζέστη ικανή να μας πεθάνει, μιλάμε πρώτα για την Σαντορίνη, εκεί τους γνώρισα πρώτη φορά, εκεί μου έδειξαν την δουλειά τους. Πήρα αμέσως τα emailς τους και τους έδωσα σχεδόν οδηγία να κλείσουμε ραντεβού μόλις γυρίσουμε Κύπρο. Έτσι και έγινε.

Και νάμαστε τώρα εδώ. Ο Θοδωρής με την μακριά του κοτσίδα και η Ιωάννα με τα ξανθά μαλλιά της και το ξεχωριστό χαμόγελο.“Πού στο καλό γνωριστήκατε εσείς οι δύο;” τους ρωτώ. Κι’αυτό γιατί ο Θοδωρής είναι από την Αθήνα, στην Κύπρο βρέθηκε υπηρετώντας στην ΕΛΔΥΚ και προφανώς τότε δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι ένας έρωτας και μια φωτογραφική μηχανή θα τον έκαναν να πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα. Μου αποκαλύπτει ότι είναι μισός Κύπριος (από την πλευρά της μάνας του) η Ιωάννα τον πειράζει ότι έχει ενσωματωθεί πλήρως με το τόπο, εκείνος χαμογελάει χωρίς να κάνει σχόλιο. Σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και το πιο συνταρακτικό πράγμα που περιλαμβάνει το βιογραφικό του-πριν αποφασίσουν οι δυο τους να δημιουργήσουν το δικό τους μικρό εκδοτικό οίκο- ήταν, σύμφωνα με την δική του ομολογία, να διδάσκει φωτογραφία σε ένα δημοτικό σχολείο στο Αιγάλεω. Την εποχή που γνωριστήκαν- τυχαία αλλά μοιραία η γνωριμία τους, σε ένα από τα καφενεία της παλιάς πόλης μέσω κάποιου κοινού φίλου- ήτανε και οι δύο τους δυσαρεστημένοι με την ζωή τους. Δουλεύανε μεν αλλά ούτε ο μισθός, ούτε και το αντικείμενο εργασίας, τους πρόσφερε την παραμικρή ικανοποίηση. “Δεν υπήρχε ποιότητα ούτε στην ζωή μας, ούτε στις δημιουργικές μας αναζητήσεις” μου λένε. Έτσι παίρνουν το ρίσκο να φτιάξουνε το δικό τους μικρό εκδοτικό οίκο με πρώτο τους πρότζεκτ το φωτογραφικό βιβλίο που ήδη ετοίμαζε τότε ο Θοδωρής. Ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα εγκαταλελειμένα σπίτια της πράσινης γραμμής τα οποία είχε βάλει ήδη στο “μάτι” από την εποχή της θητείας του στο στρατό. Όλη αυτή η σύνθεση της εγκατάλειψης, της παρουσίας της ανθρώπινης απουσίας, της φωνής του Χότζα να σκεπάζει κάθε απόγευμα την σιωπή των σπιτιών, όλα αυτά ιντρίκαραν τις ευαισθησίες και τη περιέργεια του Θοδωρή. “Είχα πάθει πολιτισμικό σόκ” μου λέει χαρακτηριστικά και μ’αυτή την διάθεση ξεκίνησε να φωτογραφίζει κατά μήκος της πράσινης γραμμής. Η πρώτη έκθεση που διοργανώνουν είναι το αποτέλεσμα αυτού του φωτογραφικού “περιπάτου” του, η Ιωάννα αναλαμβάνει να γράψει τα κείμενα, “τσακωθήκαμε πολλές φορές” λέει εκείνη και γελάει. Η έκθεση έχει επιτυχία, παίρνουνε θάρρος, η αρχή μοιάζει ευοίωνη, η συνέχεια ωστόσο τους προσγειώνει υπενθυμίζοντας τους πως απαιτείται υπομονή μέχρι να καταφέρουν να κατοχυρώσουν την ανεξαρτησία της δημιουργικής τους ταυτότητας. Το βιβλίο του Θοδωρή “Nicosia in Dark and White” κυκλοφορεί το 2010 από τον εκδοτικό οίκο των δύο τους, ο οποίος έχει πια και το δικό του όνομα: Book ex Machina. Δηλαδή; «Ο απομηχανής θεός των βιβλίων» μου λέει ο Θοδωρής και χαμογελάει με υπονοούμενο. Το βιβλίο κερδίζει το τρίτο βραβείο στο σπουδαίο φωτογραφικό διαγωνισμό που διοργανώνεται από το Pictures of the Year International (POYi) κι’αυτό το αναπάντεχο γεγονός τους δίνει μια γερή ανάσα για να συνεχίσουν να εμπιστεύονται το δικό τους “ρίσκο”. Η “σκοτεινή Λευκωσία” βρίσκεται ξαφνικά σε βιβλιοπωλεία του Παρισιού και του Αμβούργου και η Ιωάννα και ο Θοδωρής είναι αποφασισμένοι να τολμήσουν την επόμενη τους κίνηση.

Η ιδέα ανήκει στην Ιωάννα. Ο Θοδωρής ωστόσο ενθουσιάζεται και αναλαμβάνει μάλιστα να την πραγματοποιήσει…χειροποίητα. Ζητώ λεπτομέρειες. “Σκέφτηκα πως θάτανε ωραία να γράφαμε μικρά διηγήματα πάνω σε σπιρτόκουτα” λέει η Ιωάννα και εκτός από τον Θοδωρή μοιράζεται την σκέψη της και με την συμφοιτήτρια της (επίσης συγγραφέα) Lee Jing-Jing απο την Σιγκαπούρη. Η Ιωάννα και η Lee γράφουν τις ιστορίες τους και ο Θοδωρής σχεδιάζει γραφιστικά το όλο εγχείρημα. Εκτός από το σχεδιασμό αναλαμβάνει και την χειροποίητη κατασκευή της πρωτότυπης αυτής έκδοσης. “Δεν πρόκειται να το ξανακάνω με τίποτα” λέει και γελάει, ομολογεί ότι του πήρε ένα ολόκληρο μήνα για να φτιάξει γύρω στα 80 σπιρτόκουτα, η Ιωάννα μου περιγράφει τί επικρατούσε εκείνη την περίοδο στο σπίτι τους, “είχε τρελλαθεί” λέει απευθυνόμενη σε κείνον. Οι ιστορίες στα σπιρτόκουτα γίνονται περιζήτητες. Οι δύο τους γνωστοποιούν την έκδοση τους στο διαδίκτυο και από το πρώτο 24ωρο δέχονται 50 ηλεκτρονικές παραγγελίες. «Εκπέμπει μια παιδικότητα και μια τρυφερότητα αυτή η ιδέα», τους λέω και όσο κι’αν ακούγεται ποιητικό η πραγματικότητα είναι πως αυτή η εκδοση τσέπης παραπέμπει σε παιδικά παραμύθια. Θέλουνε να εξελίξουνε την ιδέα, ήδη προγραμματίζουν την δεύτερη συλλεκτική έκδοση με διηγήματα από Καναδούς, αυτή την φορά, συγγραφείς. «Στο μέλλον θα αναθέτουμε και σε διαφορετικούς καλλιτέχνες να φτιάχνουν τα εξώφυλλα των σπιρτόκουτων», λέει ο Θοδωρής και επιβεβαιώνει πως τα matchbook stories έχουν ήδη πολύ δρόμο ακόμα να διανύσουν...

Τί άλλο σχεδιάζετε; τους ρωτώ με συνομωτικό ύφος. Χαμογελάνε και μου ομολογούν πως ο Θοδωρής ετοιμάζει το δεύτερο του φωτογραφικό βιβλίο αλλά δεν τόχει για γούρι να πει οτιδήποτε πριν από την κυκλοφορία του, ενώ η Ιωάννα γράφει ήδη τα διηγήματα της. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πλάνο ακόμη πιο...περιπετειώδης. «Πρέπει να δεις τον Θοδωρή πάνω στο τρακτέρ» μου λέει η Ιωάννα και προφανώς ξέρει πολύ καλά πως η ατάκα της θα ιντρικάρει την περιέργεια μου. Δεν με αφήνουν για πολύ στην αγωνία. Μου εξηγούν ότι η μητέρα της Ιωάννας έχει παραιτηθεί από την δουλειά της και έχει αγοράσει ένα μικρό κτήμα έξω από την Λευκωσία. «Αποφάσισε να γίνει αγρότισσα» λέει η Ιωάννα και ο Θοδωρής μοιάζει ενθουσιασμένος μ’αυτή την προοπτική. Έχουνε ήδη γραφτεί σε ένα πιλοτικό πρόγραμμα για να καλλιεργούν goji berries (είναι σούπερ υγιεινά με πληροφορούν και μου δίνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες). Εκτός από τα goji berries έχουνε φυτέψει τα αμπέλια τους, τις ελιές τους, τα οπωροφόρα δέντρα τους και ονειρεύονται την στιγμή που θα καταφέρουν να μετακομίσουν εκεί σε ένα ξύλινο ίσως σπιτάκι, το οποίο ωστόσο προσδοκούν πως κάποτε θα το μετατρέψουν σε ένα πανδοχείο για συγγραφείς. “Θέλω νάμαι πρώτη στην λίστα”, τους λέω και μου το υπόσχονται. Και ύστερα παραγγέλνουμε ακόμα ένα γύρο από παγωμένους φραπέδες πριν μας στεγνώνει η ζέστη τις ευχές μας…

Info: Ο εκδοτικός οίκος «Βοοκ Ex Machina” αποτελείται απο τους Ιωάννα Μαύρου και Θοδωρή Τζαλάβρα (www.bookexmachina.com)