( life is wonderful )

HAADRIN QUEEN

Πλήρωσα 150 μπατ, πήρα το εισιτήριο, το έβαλα στην τσέπη του παντελονιού μου και κάθισα στην άκρη της προκυμαίας κοιτώντας τον ωκεανό, με την πλάτη γυρισμένη στους υπόλοιπους τουρίστες, που στέκονταν σε ουρά με τα σακίδιά τους απλωμένα στο έδαφος. Σκέφτηκα να βγάλω μια φωτογραφία, δεν είχα ακόμα εμπιστοσύνη στη μνήμη μου, ήθελα αυτή την εικόνα σαν απόδειξη πως τελικά κατάφερα να πάρω τη μεγάλη απόφαση και να εγκαταλείψω για ένα χρονικό διάστημα ό,τι ζούσα, ώστε να ανακαλύψω αν ήταν τελικά εκείνο που ήθελα να ζήσω. Και μόνο με τη διαπίστωση πως αμφέβαλλα για την ικανότητά μου να θυμάμαι τα απαραίτητα, αρνήθηκα να βγάλω τη φωτογραφική από τη τσάντα μου.

Η ξύλινη προκυμαία που έφτανε βαθιά μέσα στον ωκεανό θα υποδεχόταν σε λίγο το πλοίο με το όνομα Haadrin Queen, το οποίο και θα με μετέφερε στο νησί της «απομόνωσής» μου. Ήταν μια προκυμαία γεμάτη από τρύπες, όπου σκάλωναν οι περιποιημένες βαλίτσες με τα τροχάκια, ένδειξη πως αυτή η διαδρομή δεν ταίριαζε στις συγυρισμένες ζωές. Οι τρύπες στα ξύλα, οι ρωγμές στις ενώσεις τους, η αστάθεια των στηριγμάτων, δεν άντεχε τους σταθερούς βηματισμούς, τους απόλυτα βέβαιους ή μάλλον τους παραδομένους στο επόμενό τους βήμα. Η προκυμαία ήταν γεμάτη από σημάδια μιας ασταθής ισορροπίας, μιας διάτρητης αυτοπεποίθησης, σημάδια μιας αγωνίας να φτάσει κανείς στον προορισμό του, αλλά και μιας τόλμης να ανακαλύψει πού ακριβώς χωρούσε αυτός ο προορισμός στον προσωπικό του χάρτη. Τη στιγμή που πλήρωνα 150 μπατ και αγόραζα το εισιτήριο, ένα εισιτήριο φτιαγμένο από φτηνό χαρτί έτοιμο να διαλυθεί με το πρώτο αεράκι, συνειδητοποιούσα πως εκείνα τα ελάχιστα, σε αναλογία, ευρώ ήταν το μοναδικό αντίτιμο που είχα να πληρώσω, προκειμένου να συναντήσω έναν εαυτό, τον οποίο είχα ηθελημένα ξεχάσει.

Άναψα τσιγάρο, μια συνήθεια που δεν ήμουνα έτοιμη να απαλλαγώ, ήθελα να πιστεύω πως ηρεμούσε τις σκέψεις μου και πως ο καπνός, όπως κατέβαινε μέσα στα πνευμόνια μου, μου αφαιρούσε εκείνο ακριβώς το ποσοστό οξυγόνου που δεν άντεχα ακόμα να εισπνεύσω. Ήθελα να αναπνέω λιγότερο, οι βαθιές μεγάλες ανάσες μού προκαλούσαν πόνο στο στήθος, έτσι μάζευα τους ώμους μου και μίκραινα το λαιμό μου για να αντισταθώ στον καθαρό αέρα. Δεν είχα αναπτήρα, ζήτησα φωτιά από έναν Ιταλό που στεκόταν ακριβώς πίσω μου μαζί με άλλους τέσσερις-πέντε Ιταλούς, οι οποίοι και με τα ελάχιστα ρούχα εξακολουθούσαν να διατηρούν αυτό το στιλιζαρισμένο στήσιμο, σήμα κατατεθέν της καταγωγής τους. Μια δερμάτινη ζώνη πάνω από το ταϊλανδέζικο παντελόνι του ψαρά και ένα σάλι με έντονα χρώματα περασμένο στο λαιμό μαζί με μακριά χαϊμαλιά που τέλειωναν σε ένα μικρό αγαλματάκι του Βούδα, ήταν αρκετά δυνατές προσθήκες, ώστε να υποδηλώνουν, όχι μόνο την ταυτότητά τους αλλά και τις προθέσεις τους. Με ένα γρήγορο βλέμμα παρατήρησα και τους υπόλοιπους ταξιδιώτες. Μερικοί Ισραηλίτες που μιλούσαν δυνατά και κουνούσαν τα χέρια τους με κείνο τον αέρα της υπεροχής, που εκπορευόταν από την εμμονή τους στην ιστορική τους περιπλάνηση άρα και της βεβαιότητας πως ξέρουν να ανακαλύπτουν τον κόσμο καλύτερα από όλους. Πιο πέρα κάποιοι Καναδέζοι -είχα ακούσει από σπόντα να μιλάνε για το Βανκούβερ-, μετρούσαν πόσες φορές είχαν κάνει το ίδιο ταξίδι και πιο πίσω μερικοί Αυστραλοί -το κατάλαβα από την επαναλαμβανόμενη φράση «No Worries»- αντάλλαζαν συστάσεις. Υπέθετα πως οι ηλικίες τους ήταν κοντά και πέρα από τα τριάντα. Δεν ήταν μόνο το παρουσιαστικό τους που πρόδιδε τα χρόνια τους, ήταν και κείνη η έλλειψη ενθουσιασμού να ανακαλύψουν τη χώρα. Στη θέση της ήταν έκδηλη η παρουσία μιας αγωνίας να ανακαλύψουν τον εαυτό τους ή αν αυτό ήταν υπερβολικά νωρίς να το κρίνω, στα σίγουρα μπορούσα να διαισθανθώ την ανάγκη τους, πληρώνοντας κι αυτοί το αντίτιμο των 150 μπατ, να ξεφύγουν από κάτι. Τι ήταν αυτό το κάτι δεν ήξερα, μα το άκουγα να τρίζει καθώς τους έβλεπα να περπατάνε στην προκυμαία χωρίς να αποφεύγουν τις τρύπες της, διατεθειμένοι ακόμα και να σφηνώσουν στις ρωγμές, προκειμένου να φτάσουν κάποια στιγμή μέχρι το μέσο του ωκεανού.

Το Haadrin Queen εμφανίστηκε την ώρα που πατούσα το τσιγάρο στο έδαφος. Έδωσα πρώτη το εισιτήριό μου στον Ταϊλανδό που είχε σταθεί ήδη στην άκρη της προκυμαίας, άρχισα να περπατώ γρήγορα, παρότι το σακίδιό μου με πονούσε σε όλους τους μυς της πλάτης, και ανέβηκα στην κουπαστή διαλέγοντας μια θέση στα αριστερά του πλοίου. Οι υπόλοιποι ταξιδιώτες κατέφθαναν με πιο αργά βήματα και το ίδιο αργά εξακολουθούσα να τους παρατηρώ, προσπαθώντας να διαγνώσω αν εκείνο που μας ένωνε ήταν απλά η συνύπαρξή μας σ’ αυτό το ταϊλανδέζικο σκουριασμένο πλοίο με τις λάμπες φθορίου στην οροφή ή αν ήταν τα ερωτηματικά μας, που στερεωμένα στα σακίδια ήταν εκείνα που ευθύνονταν τελικά για το επιπλέον βάρος που νιώθαμε στην πλάτη. Δεν μπορούσα ακόμα να διακρίνω, παρότι όλες μου οι αισθήσεις ήταν ανοιχτές και έτοιμες να νιώσουν και την τελευταία σταγόνα των κυμάτων που δημιουργούσε η άγκυρα καθώς, την ώρα που έσχιζε την επιφάνεια του νερού, σήμανε την αφετηρία αυτής της παράξενης διαδρομής.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφθασα στο νησί. Στην παραλία δεν υπήρχε κανείς, παρά μόνο ένα μαύρο σκυλί που γάβγιζε θυμωμένα στα κύματα. Τα μικρά ξύλινα σπιτάκια που ήταν χωμένα μέσα στη ζούγκλα δεν φανέρωναν τους ενοίκους τους, οι αιώρες που ήταν κρεμασμένες στα μπαλκόνια έπαιζαν μόνες με τον άνεμο και τους ήχους των πουλιών. Κατέβηκα από τη βάρκα και άφησα τις πατούσες μου να βουλιάξουν στην άμμο νιώθοντας τον κάθε βρεγμένο της κόκκο. Και ύστερα περπάτησα τη γέφυρα που οδηγούσε στον γκρίζο βράχο, κρατώντας τη σημείωση με το όνομα του πανδοχείου και τις οδηγίες πώς να το βρω. Σε ελάχιστα λεπτά ήμουν εκεί, ρώτησα για δωμάτιο, μου έδωσαν το κλειδί του μηδεν δύο, του μοναδικού μπανγκαλόου που ήτανε χτισμένο στους βράχους και είχε θέα ολόκληρο τον ωκεανό και τον ουρανό απέναντί του. Παράτησα το σακίδιό μου στο μέσο του δωματίου και κάθισα σταυροπόδι στη βεράντα κοιτώντας γύρω μου. Όλα έμοιαζαν τόσο ήρεμα που το μόνο που μπορούσα να ακούσω, εκτός από τους ήχους της ζούγκλας, ήταν οι δικές μου ανήσυχες σκέψεις. «Ένας ολόκληρος ωκεανός μπορεί και ησυχάζει» σκέφτηκα «εγώ άραγε θα μπορέσω;».

Τις πρώτες μέρες ξυπνούσα με αυτή την ανησυχία, μαζί της κολυμπούσα στον ωκεανό, μαζί της κοιμόμουν τα βράδια κάτω από τη λευκή κουνουπιέρα. Έβλεπα τις αράχνες να μπλέκουν τους ιστούς τους στις γωνιές του δωματίου και ένιωθα λες και κεντούσαν το δικό μου δίχτυ, ένιωθα να παίρνουν από το σάλιο του μυαλού μου υγρό, ένιωθα πως η μοναδική ικανότητα των σκέψεών μου ήταν να φτύνουν, να φτύνουν και να κεντούν ακόμα μεγαλύτερους ιστούς από κείνους που προσπαθούσα να διαλύσω. Τα βράδια περπατούσα στη ζούγκλα με ένα φακό, φωτίζοντας τη διαδρομή μου χωρίς να έχω την ικανότητα να αφεθώ στους ήχους της, χωρίς να μπορώ να νιώσω τα φύλλα των δέντρων να με χαϊδεύουν. Σε κάθε θρόισμα νόμιζα πως γύρω μου σέρνονταν φίδια, ο φόβος δεν μ’ άφηνε να δω το σκοτάδι και έτσι παρέμενα αφημένη στο δικό μου σκοτάδι, αδύναμη να πιστέψω πως η νύχτα έχει το δικό της φως. Τους πρώτους μήνες όλα ήταν μπλεγμένα και τίποτα ξεκάθαρο. Άνοιγα τις κουρτίνες μου κάθε πρωί να δω τον ωκεανό και τον ουρανό, που κάθε πρωί ήταν αλλιώτικοι, με άλλα χρώματα και άλλα σχήματα στα σύννεφα και πιο μικρά ή πιο μεγάλα κύματα, αλλά δεν είχα καταλάβει πως ο λόγος που άλλαζαν σύννεφα και κύματα και χρώματα, ήταν για να μου υποδείξουν πως η κάθε μέρα είναι μοναδική. Δεν ήξερα ακόμα πώς να συνομιλώ με τη ζωή γιατί ακριβώς προσπαθούσα να ερμηνεύσω την πραγματικότητα με το μυαλό μου. Πέρασαν μήνες για να αντιληφθώ πως ο μόνος τρόπος να ερμηνεύσεις την πραγματικότητα και να τη φέρεις, έτσι, πιο κοντά στη ζωή, είναι να τη νιώσεις και όχι να την καταλάβεις.

Το νησί είχε αυτή τη μαγική ικανότητα. Κάποιοι πιο ψαγμένοι την ονόμαζαν ως μια ειδική ενέργεια, λέγανε μάλιστα πως ο μεγάλος γκρίζος βράχος ήταν ξακουστός και διάσημος μεταξύ εκείνων που ασχολούνταν με διαλογισμό. Λέγανε πως εκεί μπορούσε να αισθανθείς τη σύνδεσή σου με το σύμπαν, μπορούσες να δεις εκείνη τη γέφυρα που ενώνει το ορατό με το αόρατο. Λέγανε κι άλλα περίεργα, τα οποία δεν καταλάβαινα και δεν είχα και τη διάθεση να καταλάβω. Μου αρκούσε να παιδεύομαι με τους δικούς μου γρίφους και στο ενδιάμεσο να διερωτώμαι κατά πόσο και οι υπόλοιποι κουβαλούσαν και αυτοί από ένα σταυρόλεξο με οριζόντιους και κάθετους ορισμούς της μέχρι τότε ζωής τους. Τον πρώτο καιρό είχα την εντύπωση πως οι υπόλοιποι είχαν καταφέρει να βρούνε τη δική τους ισορροπία και απλά έμεναν εκεί για να την απολαύσουν. Μετά, όταν πια άρχισα να σκέφτομαι λιγότερο και να νιώθω περισσότερο, κατάλαβα πως τα απογεύματα ο καθένας ξάπλωνε στην αιώρα της βεράντας του και ευχόταν οι έξι πυροβολισμοί που εξαπέλυαν κάθε δειλινό οι Ταϊλανδοί με σκοπό να σκοτώσουν τα κακά πνεύματα, να έβρισκαν στόχο και έναν από τους δικούς του δαίμονες. Και τότε ήξερα πως εκείνο το σκουριασμένο πλοίο που μας μετέφερε μήνες πριν σ’ αυτή την ακτή δεν ήταν το μοναδικό στοιχείο που μας ένωνε. Ήταν και οι φωνές των φαντασμάτων μας, που περπατούσανε στη ζούγκλα τα βράδια και έκαναν ακόμα και τα φίδια να κρύβονται βαθιά μέσα στο βουνό.

Πέρασαν μήνες. Και τους πέρασα στην ίδια βεράντα κοιτώντας για ώρα τον ωκεανό μέχρι να καταφέρω να νιώσω πως δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένα ποτήρι θάλασσας. Πέρασα μήνες κοιτώντας τα σύννεφα, μέχρι να πειστώ πως δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένα κομμάτι ουρανός. Πέρασα μήνες περπατώντας τα βράδια στη ζούγκλα, μέχρι να καταφέρω να σβήσω το φανάρι και να δω πως δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένα κομμάτι από το σκοτάδι της νύχτας. Πέρασα μήνες περπατώντας πάνω στην ξύλινη γέφυρα που ένωνε τον γκρίζο βράχο με την ακτή, μέχρι να καταλάβω πως ο μόνος λόγος που μπορώ και περπατώ είναι γιατί υπάρχει μια γέφυρα που ενώνει το ορατό με το αόρατο. Πέρασαν μήνες λοιπόν μέχρι να πειστώ πως ο μόνος τρόπος να νιώσεις την ζωή είναι να την εμπιστευτείς.

Τώρα πλησιάζει η μέρα που θα φύγω. Και ξέρω πως πίσω δεν θα με πάρει το σκουριασμένο, εκείνο, ταϊλανδέζικο πλοίο. Ξέρω πια πως πίσω θα γυρίσω με ένα δελφίνι. Εκείνο το δελφίνι για το οποίο τραγουδούσα όταν ήμουνα μωρό, τότε που ήξερα να ξεχωρίζω ανάμεσα στους δεκάδες δίσκους βινυλίου, με το ένστικτό μου, ποιος ήτανε που έπαιζε το τραγούδι του δελφινιού. Είμαι σίγουρη πια, πως εκείνο το ίδιο δελφίνι, αφού βεβαιώθηκε πως έμαθα να παραδίνομαι στη δύναμη του ενστίκτου μου, θα διασχίσει ωκεανούς, θα πετάξει πάνω από κύματα και θα ’ρθει εδώ, στον γκρίζο βράχο για να με συναντήσει. Θα σχηματίσει στον αέρα χιλιάδες φυσαλίδες, θα βγάλει το κεφάλι του από το βυθό, θα με κοιτάξει στα μάτια και ύστερα θα μου μιλήσει σχεδόν τραγουδιστά λέγοντάς μου «Ανέβα Λένη στην πλάτη μου και κράτα με γερά. Είναι ώρα να φύγουμε».

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)