( life is wonderful )

GΟRAN BRECOVIC

Είχα μόνο 15 λεπτά στην διάθεση μου για αυτή την συνέντευξη και δεν είχα ιδέα πώς να συμπυκνώσω τις απορίες που κουβαλούσα για καιρό μέσα μου, ακούγοντας τις μουσικές του. Δεν ξέρω πόσα τακούνια έσπασα χορεύοντας τον καιρό των τσιγγάνων, ούτε και πόσους έρωτες έκλαψα ψάχνοντας μια «στέγη για την δική μου αλήθεια». Δεν ήξερα και πώς να του τόλεγα πως μια ολόκληρη περίοδο της ζωής μου ήτανε πια σημαδεμένη από την μουσική του, προσωπικές μου εικόνες, με φίλους, με εκδρομές, με όνειρα, με σχέδια, με όρκους και ανατροπές και υποσχέσεις, όλα τους κρατούσανε αγκαλιά και από ένα δικό του τραγούδι και έτσι πηγαινοέρχονταν μέσα στο μυαλό μου. Τον κοίταζα να κάθεται απέναντι μου με ένα μαύρο πουκάμισο και ένα μωβ παντελόνι, να κάνει χειρονομίες έντονες, όπως την ώρα που παίζουνε οι μουσικοί του και κείνος σηκώνει τα χέρια ψηλά λες και δίνει το σύνθημα στην ζωή να συνεχίσει να κυλά, τον κοίταζα, λοιπόν, και ένιωθα λες και ήτανε ο άνθρωπος που ήξερε πια όλα τα μυστικά μου. Αν μας έπαιρνε ο χρόνος τέτοια ήθελα να τούλεγα τότε. Για τα φιλιά που έκοψα στα δύο ελπίζοντας και για τα μπλέ ποδήλατα που πρόδωσα μεγαλώνοντας. Τέτοια ήθελα να του πω. Μα δεν πρόλαβα. Φεύγοντας είχα, ωστόσο, καταφέρει, να υποψιαστώ κάποια από τα δικά του μυστικά. Εκείνα που σίγουρα, όταν τα αφήσει να βγούνε στην επιφάνεια, γίνονται νότες σε χάλκινα πνευστά και μεις τα χορεύουμε λες και είναι δικά μας. «Τι είναι η μουσική για σας;» τον είχα ρωτήσει, τα πρώτα πέντε λεπτά και κείνος αντίστρεψε την ερώτηση. «Για σας τι είναι η μουσική μου;» είπε. «Ταξίδι» απάντησα αμήχανα. «Και για μένα το ίδιο» είπε σχεδόν ψυθιριστά. 

Θυμάστε την πρώτη φορά που ακούσατε τσιγγάνικη μουσική; Ήτανε ένα καλοκαίρι. Σε ένα παραλιακό γιουσκλάβικο χωριό. Ήμασταν πολλοί μουσικοί. Πηγαίναμε εκεί για διακοπές. Εκεί ήταν και δύο αδέλφια. Τσιγγάνοι. Ο ένας έπαιζε κιθάρα, ο άλλος μπαλαλάικα. Είχα εντυπωσιαστεί.

Τι σας εντυπωσιάσε; Είναι περίεργο πράγμα. Η τσιγγάνικη μουσική είναι πάντα χαρακτηριστικά διαφορετική. Οι τσιγγάνοι ήταν πάντα οι αγαπημένοι μου μουσικοί. 

Τι σας γοητεύει σ’αυτούς; Ότι δεν νοιάζονται να αποδείξουν κάτι. Αυτό που μετράει είναι να πουν το τραγούδι τους. Οι τσιγγάνοι είναι…Πώς να σας το περιγράψω; Όταν είσαι τσιγγάνος και γεννηθείς μουσικός αυτή είναι η δουλειά σου. Δεν υπάρχει άλλη επλογή. Εμείς μπορεί να γίνουμε κάτι άλλο και να αφήσουμε την μουσική να λειτουργεί μέσα μας στο περιθωριο. Εκείνοι αν είναι γεννημένοι μουσικοί θα γίνουν μουσικοί.

Θα μπορούσατε να είστε ένας από αυτούς; Νομίζω όλοι ονειρευόμαστε να ήμασταν λιγάκι τσιγγάνοι. Η λέξη τσιγγάνος είναι συνώνυμη με την ελευθερία. Όλοι θα θέλαμε να είμαστε διαφορετικοί. Να αντιλαμβανόμαστε το χρόνο διαφορετικά. Να είχαμε ένα κώδικα αξιών διαφορετικό από των υπολοίπων.

Είστε λοιπόν λιγάκι τσιγγάνος; Λιγάκι. Είμαι τουλάχιστον γεννημένος μουσικός.

Σαράγεβο. Σε ένα μικρό χωριό.  Σε μια οικογένεια στρατιωτικών, με πατέρα συνταγματάρχη. Εκεί γεννήθηκε ένας μουσικός. Από μικρός άρχισε να παίζει βιολί. Αυτοδίδακτος βιολιστής ο πατέρας του, παραδοσιακός ο παππούς του, επέμεναν πως αυτό ήταν το μουσικό όργανο που του ταίριαζε. Τον έστειλαν στο ωδείο. Πήγε αλλά μετά σταμάτησε, όταν κατάλαβε πως η μεγάλη του αγάπη ήταν η ηλεκτρική κιθαρα. Ο Γκόραν στα 15 του ήταν ένας επαγγελματίας που έπαιζε στις ταβέρνες παραδοσιακή μουσική. Στα 18 του αποφασίζει πως θέλει να αρχίσει να ταξιδεύει. Φεύγει για την Ιταλία. Εκεί γνωρίζει το ροκ εν ρόλ. Τρελλαίνεται. Οι γονείς του ανησυχούν. Τον αφήνουν να περιπλανηθεί δύο χρόνια και μετά τον φέρνουν πισω με το ζόρι για να σπουδάσει. Η μουσική δεν θεωρείται σπουδή για κείνους, έτσι γράφεται στο πανεπιστήμιο στο τμήμα φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας. Παράλληλα φτιάχνει ένα συγκρότημα με τους παλιούς του φίλους από την Ιταλία. Το ονομάζει «Το άσπρο κουμπί». Και όταν είναι πια στο τελευταίο έτος των σπουδών του κυκλοφορεί και ο πρώτος του δίσκος. Έτσι αντί να γίνει ένας καθηγητής της μαρξιστικής σκέψης γίνεται…στάρ.

Γιατί αρχίσατε να παίζετε επαγγελματικά μουσική; Για να προσεγγίζω τα κορίτσια. Αν σας πει κάποιος το αντίθετο, ψέματα θα σας πει. Αυτός ήταν ο λόγος που άρχισα να παίζω μουσική επαγγελματικά.

Υπήρξε όμως, υποθέτω, και κείνη η στιγμή που αποφασίσατε συνειδητά πως αυτό είναι που θέλετε να κάνετε στην ζωή σας; Όχι ακριβώς. Μεγάλωσα σε μια κουμμουνιστική χώρα όπου η μουσική ήταν περισσότερο ασχολία που ταίριαζε στους τσιγγάνους. Δεν θεωρείτο αξιοπρεπής ασχολία, γι’αυτό και οι δικοί μου με έστειλαν να σπουδάσω. Ευτυχώς δραπέτευσα νωρίς από την μοίρα μου. Και αντί καθηγητής έγινα στάρ (γελάει). Ήμουν ο μεγαλύτερος σταρ της χώρας μου για 15 χρόνια. Χόρτασα φήμη και δόξα. Κι ύστερα κατάλαβα ότι όλο αυτό ήταν πολύ υστερικό για να το αντέξω.

Πότε το νιώσατε αυτό; Όταν αισθάνθηκα κουρασμένος. Στο ροκ εν ρόλ τα πάντα έπρεπε να έχουν μια ένισχυμένη ένταση. Ο ήχος ήταν ενισχυμένος. Το ίματζ σου έπρεπε να είναι ενισχυμένο από τα φώτα και την δημοσιότητα. Η προσωπικότητα σου έπρεπε να προσαρμόζεται στους κανόνες του σταρ. Γελοία πράγματα που με κούρασαν. Μέχρι που ήρθε ο πόλεμος και…

Ο πόλεμος σας έκανε να δείτε την μουσική αλλιώς; Συνέβαλε καi αυτό. Κατά την διάρκεια του πολέμου είχα κάνει ένα κονσέρτο στην Ρώμη με τέσσερεις μουσικούς οι οποίοι κάθονταν στις καρέκλες και έπαιζαν. Τοσο απλά. Τότε συνειδητοποίησα ότι η μουσική μπορεί να είναι και έτσι. Να παίζω, να πίνω λίγο, να περναω καλά, να περνάτε καλά. Ουσιαστικά.

Κάποτε είπατε ότι γράφατε μουσική για να κάνετε επιτυχίες. Ενώ τωρα γράφετε για ανθρώπους με ευαισθησίες.Έτσι νιωθω. Και είναι πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση μου να γράφω μουσική σκεφτόμενος πως απευθύνομαι σε ανθρώπους με πάθος και ευαισθησίες, που θα κάτσουν να αναλογιστούν την μουσική μου.

Επιδιώκετε μια διαφορετική επικοινωνία δηλαδή με το κοινό πια; Στην ουσία επικοινωνώ με τον ίδιο τρόπο όπως τότε που έπαιζα ροκ εν ρόλ. Τότε η παραδοσιακή μουσική, από την οποία είμαι επηρεασμένος, ήταν ντυμένη με τους ήχους του ροκ εν ρόλ. Σήμερα είναι εντελώς γυμνή. Σήμερα είμαι απλά ένας Βαλκάνιος συνθέτης. Δεν υπάρχει τίποτα να ντύσω και τίποτα με το οποίο να ντυθώ.

Ήσασταν επαγγελματίας και γίνατε ερασιτέχνης. Αυτό ομολογήσατε κάποτε.Ναι. Και θέλω να κρατήσω αυτό το ερασιτεχνικό στοιχείο μέσα μου. Γι’ αυτό παίζω με μια ορχήστρα σαν κι’ αυτή, η οποία περιλαμβάνει μορφωμένους μουσικούς αλλά και μουσικούς οι οποίοι παίζουν σε γάμους και κηδείες.

Τι διατηρεί ανόθευτό αυτή η σύνθεση; Το στοιχείο του απρόβλεπτου. Οι μουσικοί που δεν έχουν υψηλές γνώσεις και σπουδές διατηρούν μέσα τους μια ελευθερία γιατί δεν ξέρουν να υπακούουν αυστηρά στην πειθαρχία ενός επαγγελματία. Αυτό μ’ αρέσει. Γι’ αυτό πολλές φορές προσπαθώ και γω να ξεχάσω ό,τι ξέρω.

Για να αφήσετε έτσι χώρο στο απρόβλεπτο να συμβεί; Ακριβώς. Χρειάζεται να γίνεις ξανά πρωτάρης για να κάνεις την μουσική σου τίμια. Για να αφηνεις τις νότες να σε πάνε όπου αυτές θέλουν.

Τι προυποθέτει να βλέπεις τα πράγματα σαν πρωτάρης ενώ δεν είσαι πια; Προυποθέτει να μην παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά.

Εσείς δεν παίρνετε τον εαυτό σας στα σοβαρά; Εγώ χόρτασα πολύ δόξα. Και κατάλαβα πως μπορεί να είσαι σημαντικός για τους άλλους, όχι όμως για τον εαυτό σου γιατί τότε αρχίζεις και έχεις πρόβλημα. Το εγώ σου παύει πια να είναι δημιουργικό.

Τι σας έμαθε η μουσική που σας ωφέλησε στην ζωή σας; Ότι δεν μου πάει να είμαι σταρ. Ότι δεν μου πάει να αισθάνομαι εκείνη την πίεση. Μια πίεση να κάνω συνέχεια επιτυχίες, όσπου στο τέλος δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτό που κάνεις είναι επιτυχίες ή μουσική.

Και τι σας έμαθε η ζωή που σας ωφέλησε στην μουσική σας; Ότι είναι πολύ μικρή για να ψάχνω την επιτυχία, οπότε οφείλω να ψάχνω πια την ευτυχία.

 

 

(Mε τον Goran Brecovic συναντηθήκαμε το 2009)