( life is wonderful )

AΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ

«Πού χάθηκες;» με ρωτάει πριν προλάβω καν να μιλήσω. Μα έτσι είναι η Άλκηστις. Σε προλαβαίνει. Ποτέ το αντίθετο. Θέλεις γερή κράση και αντοχές για να την προλάβεις εσύ. Μια ζωή είναι που τρέχει με χίλια. «Απορώ ειλικρινά πού την βρίσκεις τόση ενέργεια;» την ρωτούσα πολλές φορές στο παρελθόν, κάθε που την συναντούσα για να τα πούμε on ή off the record. Ήταν ακούραστη. Πάντα με μια διάθεση να ανακαλύψει το καινούργιο, να απογειώθεί και να μας απογειώσει, να μας κάνει να βγούμε στα τραπέζια και μετά να κοιμηθούμε παρέα με την φωνή της και τα όνειρα μας.
«Έλειπα για ένα χρόνο» της απαντώ, και χαίρομαι που την ακούω ξανά, να μιλάμε σαν φιλενάδες, που είχανε να βρεθούνε καιρό. Σαν φιλενάδα την νιώθω την Αλκηστις έστω κι’ αν δεν είναι με την έννοια που το λέμε συνήθως. Μα μοιραστήκαμε πολλά. Κάποια παρέα, κάποια ερήμην της. Την έζησα να δουλεύει και παραδέχτηκα την δύναμη και το πάθος της. Την έζησα να χαίρεται την θάλασσα και να γελάει σαν μικρό παιδί και ζήλεψα την ζωντάνια της. Την είδα να αγαπάει, να αγωνιά, να ψάχνεται, να δίνεται, να ξεπερνά τον εαυτό της. Και τότε ήταν που κατάλαβα γιατί όταν τραγουδάει, θες να πετάξεις τα παπούτσια και περπατήσεις ξυπόλητος ώστε να νιώσεις και την τελευταία σπιθαμή αυτής της γης.
«Ένα χρόνο πού γυρνούσες;» ρωτάει γεμάτη περιέργεια. Της τα εξηγώ όλα. «Υποθέτω για να φύγεις πρέπει να τάχες φτύσει;» μου λέει και γίνεται πιο σοβαρή. Δεν της το αναλύω μα ξέρω πως ξέρει, η Άλκηστης τις εντοπίζει τις ευαισθησίες και δεν φοβάται να λογαριαστεί μαζί τους. «Φτάνει για μένα» της λέω. «Πες μου τα δικά σου». Παίρνει μια ανάσα (χαρούμενη ανάσα) και μου λέει... «Αχ από πού να αρχίσω;». «Πάρε με όπου θες» της απαντάω. Γελάμε.

Το ωραιότερο μου καλοκαίρι
«Τι να σου πω; Έκανα μετά από 22 χρόνια, διακοπές». Είναι ενθουσιασμένη. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια να το αντιληφθώ. Ο τόνος της φωνής της προδίδει το χαμόγελο της. «Τι εννοείς;» απορώ και δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι μετράει τόσα χρόνια χωρίς ένα ουσιαστικό διάλλειμα. «Έκατσα δύομιση ολόκληρους μήνες» μου διευκρινίζει κι’ αυτό ξεπερνά κάθε συνήθεια της. Το πολύ μέχρι μια βδομάδα και μέσα σ’ αυτή το άγχος για το επόμενο βήμα που προγραμμάτιζε. Τέτοια ήταν τα διαλλείματα της. «Αυτή τη φορά όμως δεν έβγαλα απλώς την πρίζα από το ρεύμα, έκοψα και το καλώδιο!» Και πήρε σβάρνα τα νησιά της άγονης γραμμής, τις μικρές Κυκλάδες. Έτσι ακριβώς μου τόπε. Κυκλοφορούσε για δύομιση μήνες χωρίς παπούτσια, με μια βερμούδα και t-shirt, κλειστά τα κινητά και «αφήνοντας το επίθετο μου» λέει «εντελώς στην άκρη». «Εσύ το άφησες, εκείνο σε άφησε;» την πειράζω και μου απαντά πως όλα ήτανε τέλεια, πως ένιωθε όπως τον καιρό που πήγαινε κατασκήνωση στα 18 της. Το περιγράφει με τόση χαρά που μου φτιάχνει το απόγευμα. Έτσι μούρχεται να κλείσω υπολογιστές και τετράδια και λοιπά και να πάρω το αμάξι να πάω βόλτα στην θάλασσα, πριν σκοτεινιάσει. Δεν κάνω τίποτα, παραμένω εκεί, στο ακουστικό, περιμένωντας την συνέχεια. Σειρά δική μου να την ρωτήσω αν τάχε φτύσει και αποφάσισε να κάνει επιτέλους διακοπές. «Τόχα τεράστια ανάγκη» με επιβεβαιώνει. «Όλοι οι δείκτες μου σπάσαν τα κόκκινα. Καήκανε τα μηχανήματα. Έπρεπε να κάνω restart και να επανελθω. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με ωφέλησε Ήταν από τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου. Από παιδί είχα να νιώσω τέτοια ανεμελιά. Ξαναβρήκα τον εαυτό μου και τις σκέψεις μου, και τις μικροχαρές που τις χάνουμε μέσα στην δίνη όλων εκείνων που κάνουμε κάθε μέρα». Κάνει μια παύση και φοβάμαι μην σταματήσει την περιγραφή. Θέλω εικόνες της λέω, μπας και την προλάβω. Και κείνη είναι τόσο χαρούμενη, που θέλει να τις μοιραστεί τις εικόνες της.
«Ήταν συγκλονιστικά Ευχαριστήθηκα όλα τα βράδια που είχε πανσέληνο με βραδινό κολύμπι, μετρούσα τα άστρα και έβλεπα τα άστρα που πέφτανε και δεν προλάβαινα να κάνω ευχή, αλλά δεν ήθελα κιόλας γιατί ευχή ήτανε ήδη που έβλεπα τα άστρα και τον ουρανό, και που έβλεπα και τα καράβια να περνάνε φωτισμένα στο σκοτάδι και να μοιάζουνε λες και πετάνε ή τα ηλιοβασιλέματα ή εκείνες τις ώρες που πήγαινα με φίλους ψάρεμα και κανείς μας δεν μιλούσε και μετά η χαρά του μαγειρέματος που ο ένας ήθελε τα ψάρια στο φούρνο και ο άλλος με ντομάτα και φέτες, και γινότανε ένα μεγάλο πάρτι…Και κείνα τα σταφύλια υπέροχα, να κρέμονται από τα τσαμπιά και τα χωράφια γεμάτα συκιές να θες να κόψεις από όλες. Και κείνες οι βόλτες με τις μηχανές που ανεβαίναμε και κατεβαίναμε δύσκολα δρομάκια, κακοτράχαλα, όπου καιγόμασταν αλλά ήτανε ωραία. Ξέρεις τι ένιωθα; Πως όλα εκείνα που έχεις ζήσει όταν είσαι παιδί, δεν είναι χαμένα, δεν έχουνε περάσει, βγαίνουνε ξανά στην επιφάνεια. Ακόμα και κείνη η γλυκιά μελαγχολία που σε πιάνει επειδή κάποια στιγμή φεύγουν τα καράβια και παίρνουν κόσμο και αδειάζει το νησί…Τι να σου πω άλλο; Αυτό το καλοκαίρι είναι από κείνα που το έκανα και θα το έχω για να το θυμάμαι».

Καθαρές σκέψεις
Το καλοκαίρι τέλειωσε και η ίδια ξαναγύρισε με απίστευτη όρεξη για δουλειά. Με καθαρό μυαλό, καθαρές σκέψεις. «Έτσι είναι» παραδέχεται «όταν το μυαλό φρεσκαριστεί κατεβάζει πολύ ωραίες ιδέες, γεννάει καινούργια πράγματα». «Μα πάντα βρε Άλκηστις εσύ το μυριζόσουνα το καινούργιο» της υπογραμμίζω. «Ναι αλλά τώρα είναι αλλιώς. Τώρα ξεκαθάρισε πιο γρήγορα το τοπίο». Μου αραδιάζει με μια αναπνοή τι προγραμματίζει: Μετά την Κύπρο, τρία ρεσιτάλ στην Αμερική μαζί με τον Στέφανο, τα δύο στην Νέα Υόρκη το άλλο στην Βοστώνη και μετά όλο το Νοέμβριο στην Θεσσαλονίκη όπου θα μετατρέψει το Μύλο σε ένα παρόμοιο χώρο με το Gazarte, εκεί όπου εμφανιζόταν με τον Κορκολή τον προηγούμενο χειμώνα και θα εμφανίζεται επίσης και αυτό που μας έρχεται (από Φεβράρη). «Έχεις έρθει στο Gazarte» μου λέει, με βεβαιότητα ότι σίγουρα την έχω δει την παράσταση. Της θυμίζω πως για ένα χρόνο απουσιάζα και επιμένει πως δεν πρέπει με τίποτα, λοιπόν, να το χάσω αυτό το χειμώνα. «Θα σου το περιγράψω για να καταλάβεις πόσο ξεχωριστός χώρος είναι» μου λέει σαν μικρό παιδί που με ενθουσιασμό και αθωότητα θέλει να σου ομολογήσει το καινούργιο του κατόρθωμα. Έτσι είναι η Άλκηστις. Όταν κάτι την γεμίζει, σαν παιδί το νιώθει. Δεν κρύβεται, δεν συγκρατείται, τα λέει χύμα, με χαμόγελα και με δυνατή φωνή και με λέξεις που τις ψάχνει να αποδίδουν την ατμόσφαιρα της. «Πες εσύ και θα κρατάω εγώ τις σημειώσεις» της λέω και αρχίζει: «Είναι ένας πολύ μικρούλης χώρος, με πέτρινους τοίχους και κηροπήγεια, με καναπέδες και στρογγυλά τραπεζάκια, σαν ένα μεγάλο σαλόνι ενός σπιτιού να το φανταστείς, δεν υπάρχει σκηνή, υπάρχει ένα χοντρό χαλί όπου πάνω σ’αυτό κάθομαι εγώ σε μια πολυθρόνα και ο Στέφανος στο πιάνο και γύρω γύρω μας είναι όλοι οι θεατές». Ένα πιάνο, μια φωνή, έτσι γυμνά και αφτασίδωτα, σημειώνω. Και ακόμα πιο κοντά στο κοινό της, σαν μια μεγάλη παρέα. Αυτό το τελευταίο της το λέω. «Ναι, ήθελα νάμαι πιο κοντά στο κόσμο γιατί αυτό ζητάει η εποχή μας. Ζητάει μια πιο ουσιαστική επικοινωνία, ζητάει περισσότερη ζεστασιά. Με το Στέφανο έχουμε δουλέψει πάρα πολύ προσεχτικά, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια, αλλά όλα αυτά με μια απίστευτη γλυκύτητα και ηρεμία, σεμνότητα αλλά και ψυχική δύναμη, το καταλαβαίνεις με την μία ότι αυτό είναι τόσο αληθινό, ότι η καλλιτεχνική μας αλήθεια αποδίδεται τέλεια. Είμαστε καθαροί σαν κρύσταλλο. Τίποτα επιτηδευμένο, τίποτα δήθεν, είναι λες και έχουμε προσκαλέσει τους φίλους μας να μας ακούσουνε για δύο ώρες. Το συγκλονιστικό ταλέντο του Στέφανου ξεδιπλώνεται περίτρανα, ο Στέφανος είναι ένας εξαιρετικός πιανίστας, εξαιρετικός βιρτουόζος, έδωσε άλλη πνοή στα τραγούδια, ανακατεύοντας παλιές μυρωδιές και αισθήσεις με μια νέα άποψη σύγχρονη και μοντέρνα». Μ’αρέσει που μιλάει έτσι για το συνεργάτη της. Πάντα το κάνει η Άλκηστις αυτό. Την μοιράζεται την χαρά της με τους ανθρώπους που δουλεύει και δημιουργεί. Και ποτέ δεν ξεχνάει να τονίσει πόσο έχουνε συμβάλει στο δικό της προχώρημα. Η ίδια ήταν ωστόσο πάντα άνθρωπος της επικοινωνίας. Αυτή την επαφή με το κοινό την είχε πρώτη στις προτεραιότητες της. «Μ’ αυτή την παράσταση, όμως, έχουμε νομίζω αγγίξει το απόλυτο της επαφής με τον κόσμο» διευκρινίζει και το εννοεί το απόλυτο «Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία» συμπληρώνει «Μέσα σε ένα χώρο να μην ακούς το παραμικρό. Ούτε οι ανάσες τους δεν ακούγονταν. Και βέβαια κάποια στιγμή έπαιρνε φωτιά ο χώρος, παρότι ήταν μόνο ένα πιάνο και μια φωνή». Ναι αλλά ποιανού το πιάνο και ποιανής η φωνή ήθελα να την διακόψω μα δεν τόκανα. «Θαρθείς, θα σ’αρέσει πάρα πολύ. Θα σου θυμίσει ωραίες στιγμές του παρελθόντος, τότε που η μουσική και τα λόγια ήταν στο βάρθρο που τους άξιζε, είχαν δηλαδή μια δημιουργική αξία». Ξέρω τι εννοεί. Μα δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Ο καθένας ας την βρεί την ουσία στα λόγια της.

30 χρόνια τραγούδι
«Λίγο πριν σου τηλεφωνήσω διάβαζα το σημείωμα σου για το τελευταίο σου δίσκο, εκείνη την υπέροχη έκδοση, όπου έκλεισες μέσα 30 χρόνια στο τραγούδι». Της λέω πόσο με συγκίνησαν τα λόγια της, μ’αρέσει που ακόμα και όταν μιλάει την αλήθεια της βγάζει, δεν ξέρει μόνο να την τραγουδάει, ξέρει να την βάζει και σε προσωπικά της σημειώματα. Έτσι καθαρά, χωρίς πολλά πολλά. Κλέβω κάποιες από τις ατάκες της και τις επαναλαμβάνω: «Δεν φοβάμαι την μνήμη. Δεν πετάω τίποτα. Έτσι και αλλιώς οι μνήμες μου είναι η ιστορία της ζωής μου, και μέσα από αυτή την έκδοση κλείνω το μάτι στο χρόνο τον πανδαμάτορα…Χαρά, λύπη, ευεξία, νοσταλγία, πόνος, ξενύχτια, αγωνίες, απώλειες, έρωτες, πάθος, χάδια, αδρεναλίνη, επαφές, συνεργασίες, συντροφιές, γιορτές, δεσμοί, χωρισμοί, στεναγμοί, αποχωρισμοί, αγκαλιές, όνειρα, αγάπες, τραγούδια, χυμένα όλα σ' ένα μείγμα αλήθειας από την εφηβεία στην ενηλικίωση και την ωριμότητα αλλά πάντα κατά βάθος παιδί… Την καρδιά μου άνοιξα, έδωσα και πήρα πολλά. Κατέθεσα το πιο «βαθύ» της ψυχής μου γιατί δεν ξέρω να το κάνω διαφορετικά. Είναι οι αλήθειες μου. Θα σας ευγνωμονώ για πάντα, γιατί εσείς φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, μου ομορφύνατε τη ζωή. Μου δώσατε διάδρομο να προσγειώσω και να απογειώσω τα όνειρά μου και τα τραγούδια μου μ' ένα συναίσθημα, με τόση έξαψη που μόνο στον έρωτα συναντάς».
«Τι ωραία που τα γράφεις», της λέω αμέσως μετά και ακούω το χαμόγελο της. «Είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτή την έκδοση». Το διακρίνω. «Είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο που πραγματικά αντικατοπτρίζει τις όμορφες στιγμές των 30 χρόνων. Ακόμα και τώρα όταν το ξεφυλλίζω καμιά φορά, χαμογελάω μόνη μου, βλέπωντας πόσα πράγματα έχω κάνει και παρόλαυτά μοιάζουν λες και γίνανε μόλις χθές. Η ζωή και η τέχνη είναι σαν ορυχείο, γεμάτη από κινδύνους αλλά και την πανέμορφη εκείνη στιγμή, όταν μέσα από τη μαυρίλα και τα κάρβουνα βρίσκεις ένα μικρό διαμάντι. ¨Ετσι είναι για μένα τα τραγούδια και οι παραστάσεις. Σαν μικρά διαμάντια». «Και για μας έτσι είναι τα τραγούδια σου» διακόπτω αλλά το λέω χαμηλόφωνα δεν ξέρω καν αν με έχει ακούσει. Συνεχίζει: «Κάνωντας ένα φλάς μπακ με αφορμή αυτό το βιβλίο συνειδητοποιώ ξανά πως δεν υπάρχουν στεγανά στην ζωή και πως μπορείς να απολαύσεις το καλό από όπου και αν προέρχεται». Η ίδια το έχει κάνει βίωμα της αυτό γιατί πάντα ήταν ανοιχτή στο καινούργιο, πάντα τολμούσε και ακόμα τολμάει με μοναδική προυπόθεση να πιστέψει σε κάτι πολύ. «Έτσι είναι» παραδέχεται «πάντα τολμούσα με ένα σεβασμό και ένα αιώνιο έρωτα απέναντι σ’αυτό που λέγεται ελληνική μουσική. Η μουσική είναι ο πιο δυνατός τρόπος έκφρασης του ανθρώπου. Και νιώθω πολύ όμορφα που είμαι μέσα σ’ αυτό το μείγμα που φλέγεται και λέγεται μουσική».
Και γω νιώθω πολύ όμορφα καθώς σκέφτομαι ότι αυτή η γυναίκα έχει ζήσει ό,τι τραγούδησε και ό,τι τραγούδησε το έχουμε ζήσει μαζί της. «Τι να πρωτοθυμηθείς;» της πετάω, και δεν είμαι σίγουρη ότι κολλάει κάπου η ατάκα μου. Εκείνη όμως την αρπάζει. «Καταβάθος έχω μια τσιγγάνικη ψυχή και ψάχνω συνέχεια την τέχνη του ζειν». Μ’αρέσει η ατάκα της. Την κρατάω και της το λέω. «Ξέρεις τι μου λέει η Λίνα (Νικολακοπούλου) συχνά;» μου απαντάει. «Πως είναι μια φράση που έχει γράψει σε ανύποπτο χρόνο, ένα μικρό δίστιχο, το οποίο μου ταιριάζει, λέει, απόλυτα». Ποιο δίστιχο; Έχω περιέργεια. «Συμπυκνωμένη μου ζωή…» αρχίζει να λέει… «με τι να σε αραιώσω» συμπληρώνω εγώ την φράση της. «Από τα λατρεμένα μου» της λέω. Και κείνης το ίδιο!