( life is wonderful )

ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΓΟΒΑΚΙΑ

Ο πρώτος ήτανε ένας ιπτάμενος πιτσιρικάς. Είχε μια φράντζα που του έχωνε το μάτι και καβαλούσε ένα σκέιτ μπόρτ έξω από την εκκλησία της Φανερωμένης. Έπαιρνε φόρα, τρίζανε οι τροχοί στο πλακόστρωτο, έντεκα το βράδυ η ώρα, και κείνος πετούσε πάνω από ένα παγκάκι, απογειωνόταν, προσγειωνόταν και ύστερα έφευγε προς την Ονασαγόρου. Τον είδα να προσπερνά ένα ταβερνάκι, όπου η Ελένη (την θυμάμαι που έπαιζε με το Σύμη ), τραγουδούσε ρεμπέτικα, δύο τουρίστες την φωτογράφιζαν, και μπροστά από το φακό τους, ξαφνικά βολίδα ο πιτσιρικάς λες και ήθελε να αρπάξει την Παξιμαδοκλέφτρα. Εγώ για παγωτό είχα βγει, δηλαδή πεθύμησα ένα σοκολάτα-φράουλα από τον Ηράκλη, μ' αρέσει κιόλας που τέτοια ώρα συχνάζουν εκεί παππούδες που διαλέγουνε παραδοσιακό χωνάκι και με το παγωτό στο χέρι μεταμορφώνονται σε πιτσιρικάδες με άσπρα μαλλιά.

Έτσι που λές, για κει πήγαινα και ξαφνικά, στην Στοά με τα Καλά Καθούμενα, το είδα χάμω πεταμένο. Ένα πράσινο γυναικείο παπούτσι. Η δεύτερη, άρα, ήτανε γυναίκα. Υποθέτω πως ήτανε γυναίκα, δεν την είδα ποτέ, μόνο τα πράσινα γοβάκια της είδα, δηλαδή μετά από κείνο το πρώτο, είδα ένα άλλο και ύστερα έκανα το κεφάλι μου δεξιά, προς το φυλάκιο, και τότε τα είδα όλα. Εκατοντάδες πράσινα παπούτσια να σχηματίζουνε μια γραμμή που έφτανε μέχρι την άλλη την…πράσινη γραμμή. Τα πήρα ξωπίσω με την ελπίδα ότι στο τελευταίο θα έβρισκα την ηρωίδα τους, τίποτα δεν βρήκα, έμαθα όμως, πως είναι-λέει-καλλιτέχνης και κάνει street art. Φοβερή εικόνα οι αστυνομικοί πάνω σε πλαστικές καρέκλες, περιτρυγυρισμένοι από γοβάκια πράσινα…

Τον τρίτο τον συνάντησα στην πλατεία Ελευθερίας. Τον είδα πριν φτάσω στο περίπτερο. Πρώτα, βέβαια, είδα τον Ηλία, τον γνωστό Ηλία, με τις λουκανικόπιττες, τα βραστά αυγά και τις τσακιστές ελιές, καθότανε, ως συνήθως, με την κοιλιά έξω, ένας ταξιτζής και δύο-τρείς αλλοδαποί η πελατεία του, είναι νωρίς ακόμα, στις δύο τα ξημερώματα γίνεται ο χαμός, όλοι οι χαρακτήρες της πλατείας μαζεύονται εκεί, μια μέρα θα σας διηγηθώ και για τον Αντρικά και τον Γιαννή με τις τσόντες. Στο θέμα όμως…Δίπλα από την καρέκλα του Ηλία, στο πεζοδρόμιο ένας τύπος με κόκκινα ράστα μαλλιά, έκανε διαλογισμό. Δηλαδή είχε τα μάτια κλειστά, τα χέρια πάνω στα γόνατα, τα δάκτυλα σαν σε προσευχή και δεν κουνιότανε καθόλου, άσχετως που γύρω του πετούσαν κουκούτσια και ο Ηλίας φώναζε τις όρνιθες πουτάνες. Εκείνος, (Ολλανδός μου είπαν) έκανε διαλογισμό.

Δηλαδή κ. Μπάρτον τότε ήταν που τρίτωσε το… καλό, και σας θυμήθηκα. Σκέφτηκα πως αν μια βόλτα στην παλιά Λευκωσία μπορεί και μοιάζει με σκηνή από δική σας ταινία, τότε πρέπει ναρθείτε. Γιατί και εδώ υπάρχουν ήρωες που ψάχνουν ποιός θα τους χωρέσει σε ένα παραμύθι. Με πρώτη εμένα. Που με λένε Αλίκη και ακόμα πιστεύω σε θαύματα.