( life is wonderful )

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, τον ρώτησα. Και ήξερα ήδη πως την καταχωρούσε στις καθοριστικές. Γι’αυτό χρειαζόταν χρόνο και απόσταση για να την περιγράψει χωρίς φόρτιση. Γιατί δεν ήταν απλά ένα ακόμα ταξίδι, ούτε ακόμα μια συμμετοχή σε Μπιενάλε. Για τον Σωκράτη Σωκράτους ο μήνας που έζησε στο χωριό Dhahiriya της Παλαιστίνης ήταν κυρίως μια τρομερή συνειδητοποίηση: Πώς υπάρχουν πολλά ακόμα να ανακαλύψει κανείς για τον εαυτό του και τους ανθρώπους!

Τον βλέπω μέσα από το κάδρο της οθόνης. Και κείνος το ίδιο. «Παράξενο να μιλάμε γι’αυτό το ταξίδι, εγώ κάπου στο Λονδίνο, εσύ κάπου στην Αθήνα», κάνω σχόλιο. Είμαι σε μια καφετέρια στο νότιο Λονδίνο, παίζει δυνατά το ραδιόφωνο στο BBC, σχολιάζουν τις αποφάσεις των Η.Ε σχετικά με την Παλαιστίνη και την αμεση αντίδραση του Ισραήλ για νέους οικισμούς. «Εδώ και μέρες παίζει αυτό το θέμα στο BBC”, του λέω και δεν ξέρω γιατί του το λέω, ίσως γιατί λίγες μέρες μετά που έφυγε άρχισαν οι βομβαρδισμοί στην Γάζα, ίσως και γιατί δεν μιλήσαμε στο ενδιάμεσο. «Δεν θα επικεντρωθούμε στο πολιτικό», του είπα άν και συνειδητοποιούσα πως αυτός ο διαχωρισμός ήταν μάλλον αστείος, όλα εκεί είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, μέσα στην ίδια κάθημερινότητα, ζωή και θάνατος μαζί. Ο Τζάκ Περσεκιάν, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της 4 Μπιενάλε Riwaq Παλαιστίνης, το είχε διατυπώσει άλλωστε εξαιρετικά στο κείμενο του, λέγοντας πως «στην σημερινή Παλαιστίνη η τέχνη δεν αντικατροπτρίζει την πολιτική, η τέχνη είναι πολιτική». Και ποιά ήταν η επιδιώξη της 4ης Μπιενάλε Riwaq που ειδικά φέτος παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της Qalandiya Art 2012 και στην οποία συμμετείχαν 50 καλλιτέχνες, ντόπιοι και ξένοι; Ο Περσεκιάν δίνει την απάντηση γράφοντας πως «όταν κοιτάζουμε προς την τέχνη και τον πολιτισμό μπορούμε να βρούμε κάποια ελπίδα. Μέσα από την τέχνη μπορούμε να ανακαλύψουμε σημαντικές χειρονομίες που αφηγούνται τον αγώνα των Παλαιστινίων για αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμό και προσωπική έκφραση. Από αυτή την πλευρά το μέλλον τους δεν φαίνεται τόσο ζοφερό».

Επανέρχομαι στην οθόνη. Αφήνουμε τις ειδήσεις του BBC. Tου ζητώ να μου θυμίσει πως ξεκίνησε η ιστορία της συμμετοχής του στην Μπιενάλε Riwaq. Μου θυμίζει πως είχε συναντηθεί με τον Περσεκιάν στην Αυστραλία, εκεί του έγινε η πρόταση, ακολούθησε, μήνες μετά, ένα πρώτο ταξίδι αναγνώρισης. “Με ξενάγησαν στους χώρους που θα συμμετείχαν στην Μπιενάλε”. Μόλις έφτασε στο χωριό Dhahiriya ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά, 40.000 κατοίκων, ένιωσε οτι εκεί ήθελε να κάνει το έργο του. Γιατί; «Διότι το τοπίο ήταν φανταστικό και η διαδρομή επιβλητική». Διάλεξε το χώρο μιας σπηλιάς, δόθηκε εντολή η σπηλιά να αρχίσει να καθαρίζεται, η σπηλιά μεγάλωσε, έφτασε τα 400 τμ. Εκεί λοιπόν θα δημιουργούσε το μουσείο του χωριού.

«Ήξερες από πριν τι ήθελες να κάνεις», τον ρωτώ. Είχε μια ιδέα. Είχε κάνει και μια έρευνα, όταν όμως πήγε εκεί τα βιώματα νίκησαν των ιδεών. «Έμενα στο παραδοσιακό μέρος του χωριού που τώρα αρχίζουν να το συντηρούν. Το δωμάτιο μου ήταν ήδη συντηρημένο και ήμουν ο πρώτος που θα έμενε εκεί. Βρέθηκα λοιπόν να κοιμάμαι σε ένα χωριό στο Νότο της Παλαιστίνης, κοντά στην Γάζα και να μην ξέρω κανέναν. Αντιμετωπος με ένα ξένο τόπο, όπου οι κωδικοί ήταν εντελώς διαφορετικοί. Ήταν ενδιαφέρον και ταυτόχρονα τρομαχτικό. Όχι με την έννοια του φόβου αλλά με την έννοια της επίγνωσης ότι δεν υπήρχε για μένα καμία άλλη οδός από το να υπερβώ τον εαυτό μου και να αφεθώ εντελώς στους δικούς τους κωδικούς. Να ενταχθώ δηλαδή ολοκληρωτικά στο τρόπο ζωής τους. Ήμουν σε ένα χωριό που δεν είχε πατήσει ποτέ τουρίστας. Ούτε η λέξη καλλιτέχνης σήμαινε για κείνους κάτι. Σου μιλώ για την άκρη της Παλαιστίνης, δεν ήταν η Ραμάλα όπου είναι μια κανονική πόλη...»

Ένας γάμος στο διπλανό χωριό, το χωριό των Βεδουίνων ήταν το γεγόνος που τον βοήθησε να αρχίσει να κάνει φίλους. Ο γάμος κράτησε τρείς μέρες, ο Σωκράτης έβγαζε βίντεο και φωτογραφίες, πέντε ώρες βίντεο, «οι γάμοι είναι πολύ έντονοι, οι άντρες χορεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, εκεί καταλαβαίνεις πολλά για την κουλτούρα τους» μου λέει...Μια από τις φωτογραφίες που βγάζει γίνεται τελικά το εξώφυλλο του καταλόγου της Μπιενάλε, νύχτα, πυροτεχνήματα, γάμος, ζωή. Σιγά σιγά όλοι τον καλούν στο σπίτι τους, είναι οι καλλιτέχνης που θα τους φτιάξει μουσείο, έχει αποκτήσει ταυτότητα, δεν είναι ο ξένος, θέλουν να τον φροντίζουν, δεν μιλάνε αγγλικά άλλα δεν έχει σημασία, βρίσκουν τρόπους συνεννοήσης. Εκείνος συνεχίζει να ψάχνει για την παράδοση τους, ανακαλύπτει αποθήκες που έφτιαχναν παλιά οι γυναίκες από άψητο πυλό, «η γυναίκα είναι αυτή που φροντίζει για όλα», μου λέει, βρίσκει τα κομμάτια τα μεταφέρει στην σπηλιά, μεταφέρει επίσης παλιές φωτογραφίες, κεντήματα, παραδοσιακές στολές, το βίντεο από το γάμο... Δουλεύει ασταμάτητα για ένα ολόκληρο μήνα, κάποια στιγμή βρίσκεται πολύ κοντά στην Γάζα, παίρνει την φωτογραφική του και από κείνο το οριακό σημείο βγάζει το ηλιοβασίλεμα. Το βάζει και αυτό σε ένα από τους τοίχους της σπηλιάς...

Τις τελευταίες νύχτες κανένας από τους φίλους του δεν κοιμήθηκε, τον βοηθούσαν όλοι μέχρι να τελειώσει το έργο. Και όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα λεωφορεία στο χωριό με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες και ξένους επισκέπτες της Μπιενάλε για τα εγκαίνια, οι φίλοι του τον αγκάλιασαν και του είπαν «εσύ πια είσαι σαν Παλαιστίνιος». Συγκλονιστική στιγμή, μου λέει, ακόμα τον συγκινεί, για χρόνια θα τον συγκινεί αυτή η αγάπη που αισθάνθηκε, και δεν είναι άνθρωπος που ομολογεί εύκολα τέτοιες παραδοχές.

«Ήταν συγκλονιστική εμπειρία», μου λέει. «Ταξίδεψα σε πολλές χώρες, έμεινα σε πολλά μέρη αλλά δεν έζησα ποτέ μου τίποτα παρόμοιο. Μόλις έμαθαν οι κάτοικοι του χωριού ότι θα έφευγα εκείνο το ίδιο βράδυ των εγκαινίων, έτρεξαν αμέσως στο δωμάτιο μου για να με βοηθήσουν να ετοιμάσω τα πράγματα μου». Γέμισε το δώματιο του από παιδιά, γέρους, γυναίκες, που του τακτοποιούσαν τα ρούχα... «Δεν άντεξα. Έβαλα τα κλάματα, μου λέει και εκλαιγα με λυγμούς μέχρι να φτάσω στην Ραμάλα. Είχα δεθεί τόσο πολύ με αυτούς τους ανθρώπους και πραγματικά δόθηκα στον τρόπο ζωής τους». «Ήταν συγκλονιστική εμπειρία», επαναλαμβάνει και καταλαβαίνω απόλυτα τί εννοεί...