( life is wonderful )

ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥΣ

Κρατούσα ένα τεράστιο πακέτο με πατατάκια και τα καταβρόχθιζα λαίμαργα καθισμένη στο πίσω κάθισμα ενός νοικιασμένου αυτοκινήτου, δεν θυμάμαι καν τι μάρκα ήτανε, μα ήτανε ένα κόκκινο, αδιάφορο, με δερμάτινα μαύρα καθίσματα και μεγάλο τζάμι μπροστά. Το είχαμε νοικιάσει από την Οκλαχόμα, όπου και η αρχή του ταξιδιού μας. Εμένα μου είχαν απαγορεύσει να οδηγήσω, ήτανε η πρώτη μου φορά στην Αμερική, δεν ήξερα ούτε από μεγάλες λεωφόρους, ούτε και να διαβάζω τους χάρτες. Ήμουν γύρω στα 18 και τότε δεν ήξερα πολλά, ήξερα μόνο να εντυπωσιάζομαι και να χτυπώ με ενθουσιασμό παλαμάκια κάθε φορά που έβρισκα κάτι εντυπωσιακό. Η πρώτη φορά που χτύπησα παλαμάκια ήταν όταν σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο, λίγο πριν την Αριζόνα, ένα τεράστιο βενζινάδικο, όπου ιδιοκτήτης ήτανε ένας τύπος με καουμπόικο καπέλο και καουμπόικες μπότες, ξανθό μουστάκι και ξανθά σγουρά μαλλιά που μιλούσε όπως στις ταινίες γουέστερν που έβλεπα μικρή κάθε Κυριακή. Ήταν ένα βενζινάδικο στη μέση του πουθενά, και το πουθενά έμοιαζε τεράστιο όπως και ο ουρανός και τα σύννεφα, όπως και ο ατέλειωτος αυτοκινητόδρομος που έκοβε την έρημο στη μέση με τους τεράστιους κάκτους δεξιά και αριστερά και τις τεράστιες νταλίκες που κινούνταν στην απέναντι λωρίδα. Οδηγούσαμε για ώρες, περνούσαμε μικρές πόλεις και πιο μεγάλες, περνούσαμε από μοτέλ και φασφουντάδικα, ήταν η πρώτη φορά που δοκίμασα big mac και η πρώτη φορά που κοιμήθηκα σε ένα από κείνα τα πανδοχεία, τα οποία στο σινεμά ήτανε πάντα συνδυασμένα με μια δολοφονία. Τη νύχτα άκουγα τις σειρήνες των περιπολικών, δεν ήξερα ποιον κυνηγούσαν, πάντα κάτι φαινόταν κυνηγημένο σ’ αυτές τις διαδρομές, μα εμένα δεν με ένοιαζε γιατί και γω κυνηγούσα μια περιπέτεια, ήμουν αρκετά μικρή για να υποψιάζομαι πως κάτι κρύβεται πίσω από το κυνηγητό και το κυνήγι. Το μόνο που έκανα ήτανε να δυναμώνω την ένταση του ραδιοφώνου κάθε που έπαιζε τραγούδι των Air Supply ή του Bruce Springsteen και να κοιτώ έξω από τα παράθυρο του νοικιασμένου αυτοκινήτου τις νταλίκες να περνούν, στολισμένες με φωτάκια χριστουγεννιάτικα, μεταφέροντας -αυτό το κατάλαβα χρόνια μετά- πολλές ιστορίες μοναξιάς από τη μια αμερικάνικη πόλη στην άλλη.
Μέχρι να φτάσουμε στην Καλιφόρνια ζήσαμε όλες τις εποχές του χρόνου και γω απορούσα, πώς μπορούν σε μια διαδρομή να συμπυκνωθούν όλα τα καιρικά φαινόμενα. Στην Αριζόνα χιόνιζε, φορούσα γάντια και μακριά κασκόλ και κοκκίνιζε η μύτη μου κάθε φορά που σταματούσαμε το αμάξι για να καπνίσουνε οι υπόλοιποι. Κοντά στο Γκραν Κανιόν ήταν λιακάδα, ο ουρανός ήτανε μπλε και οι μεγάλοι γκρεμοί φαινόντουσαν ολοκάθαρα, το χώμα ήταν σχεδόν κόκκινο και ύστερα όσο πλησιάζαμε στο Λος Άντζελες γινότανε καλοκαίρι, ανοίγαμε τα παράθυρα και βγάζαμε τα πουλόβερ, λες και οι μήνες έτρεχαν μαζί με τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου.
Όταν φτάσαμε στο Λος Άντζελες ήτανε βράδυ. Δεν μπορούσα να διακρίνω ούτε τα μεγάλα κτίρια, ούτε και τους ουρανοξύστες. Το μόνο που έβλεπα, καθώς μπαίναμε στη μεγάλη λεωφόρο, ήτανε τα χιλιάδες φωτάκια, από τα χιλιάδες αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν. Στη δική μας λωρίδα έβλεπα μια σειρά από κόκκινα φώτα να φτάνουν μέχρι το άπειρο. Και στην απέναντι λωρίδα τα φωτάκια ήτανε άσπρα που επέστρεφαν από το άπειρο. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που έχω από το Λος Άντζελες. Μια άσπρη και μια κόκκινη λωρίδα από φωτάκια, σε ένα δρόμο που έμοιαζε λες και δεν είχε τέλος. Χτύπησα παλαμάκια φωνάζοντας πως είναι απίστευτο, οι φίλοι μου γελούσαν μαζί μου, μα εγώ αισθανόμουνα ήδη πως είχα προσγειωθεί στην πόλη που όλα έλαμπαν. Μείναμε εφτά μέρες στο Λος Άντζελες, στο σπίτι του Σπύρου, ενός Έλληνα από την Κέρκυρα που δούλευε εκεί και έμενε σε ένα διαμέρισμα, σε ένα μπλοκ που είχε πισίνα και τζακούζι, από κείνα που σε κάνουν να νιώθεις πλούσιος ενώ δεν είσαι. Τα βράδια βουλιάζαμε στο τζακούζι και πίναμε μπίρες και ακούγαμε U2, τις μέρες περπατούσαμε στη λεωφόρο των αστεριών και πατούσαμε πάνω στους μύθους του σινεμά ή παίρναμε το τρενάκι και κόβαμε βόλτες στα Universal Studios αφήνοντας τον Κιγκ Κογκ να μας τρομάξει και τον καρχαρία από το Jaws να πετάγεται απάνω μας μέσα από μια ψεύτικη λίμνη. Τις νύχτες ο Σπύρος έπαιρνε το αυτοκίνητο, μας έβαζε όλους μέσα και μας έπαιρνε μέχρι τον ωκεανό, εμείς κρυώναμε εκείνος όμως κατέβαινε και περπατούσε πάνω σε μια αποβάθρα με τα χέρια ανοιχτά και τα ρουθούνια ανοιχτά και τα μαλλιά του να ανεμίζουν, φωνάζοντας δυνατά διάφορες λέξεις στα ελληνικά, που τότε εμένα μου έμοιαζαν πολύ ποιητικές, μα χρόνια μετά κατάλαβα πως ήτανε απελπισμένες, δεν ήξερα, όμως, τότε τι μπορεί να σε απελπίσει, ούτε και πόσο κοντά είναι η απελπισία στην ποίηση.
Δεν έχω ξαναπάει, από τότε, στο Λος Άντζελες. Έμεινα ακόμα με κείνη την πρώτη εντύπωση. Των μεγάλων λεωφόρων και των χιλιάδων πινακίδων από νέον. Των μεγάλων σπιτιών του Χόλιγουντ και των γυάλινων ουρανοξυστών στο κέντρο της πόλης. Των μεγάλων χάμπουργκερ με γουακαμόλε που καταβροχθίζαμε και των μεγάλων σουπερμάρκετ που ψωνίζαμε τα πατατάκια με τις δεκάδες περίεργες γεύσεις. Ο Σπύρος έμαθα πως γύρισε στην Κέρκυρα, παντρεύτηκε, έμεινε στην Ελλάδα, οι υπόλοιποι έχουνε φύγει από την Αμερική, κουράστηκαν να αναμετρούνται κάθε μέρα με τα μεγάλα μεγέθη. Υποψιάζομαι πως ακόμα οι νταλίκες ξεκινούν από την Καλιφόρνια και διασχίζουν την έρημο κουβαλώντας ιστορίες μοναξιάς. Υποψιάζομαι πια πολύ περισσότερα από τις πρώτες μου εικόνες. Και δεν χτυπώ τα χέρια μου πια από ενθουσιασμό.