( life is wonderful )

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ

Είναι γύρω στις 12.00 το βράδυ και καταλήγουμε σε ένα από τα ξενυχτάδικα της πόλης. Εκείνος παραγγέλνει σούπα, μόλις έχει τελειώσει η πρόβα, μόλις τον άκουσα να λέει σε ένα από τους ηθοποιούς πως “σήμερα δεν είδα τα νύχια σου να παίζουν”. Είναι ψηλός, ενθουσιώδης, ήρεμος, μιλάει γρήγορα, είναι περιγραφικός και δεν κομπλάρει να παραδεχτεί όλες του τις εμμονές του. Μου προκαλεί την περιέργεια να μάθω το στόρι του όχι μόνο γιατί ανεβάζει τον “Φάουστ” στα “Κύπρια”-το μεγαλύτερο πολιτιστικό Φεστιβάλ της Κύπρου- αλλά κυρίως γιατί έχει αυτό το στοιχείο που μ’αρέσει σε ένα νέο καλλιτέχνη. Το πείσμα (και ίσως το θράσος) να φέρει τα πάνω κάτω προκειμένου να πετύχει εκείνο που έχει βάλει στο μυαλό του. “Λοιπόν Στέφανε;” του λέω ενώ έχει καταφθάσει η σούπα του και ενώ στο παραδίπλα τραπέζι έχουν προσγειωθεί δύο περίεργοι τύποι που μιλάνε φωναχτά λες και βρίσκονται στο γήπεδο. “Λοιπόν τί;” απορεί και γελάμε. Και κάπως έτσι αρχίζει μια κουβέντα που έχει σαν περιεχόμενο τα “πάθη” και τις εμμονές ενός 29χρονου πιανίστα παύλα σκηνοθέτη.

“Με γοητεύει πάρα πολύ η αφοσίωση του ανθρώπου σε ένα πάθος ακόμα κι’αν αυτό το πάθος είναι καταστροφικό για τον ίδιο”. Αυτή είναι πρώτη του ατάκα όταν τον ρωτώ γιατί επέλεξε τον Φάουστ; Διάβασε το έργο όταν σπούδαζε στην Γερμανία (σπούδασε πιάνο) και έπαθε εμμονή. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί και την υπογραμμίζει. “Με μάγεψε”, λέει “δεν ήξερα το γιατί”. Το γιατί το ανακάλυψε χρόνια μετά και αφού είχε ασχοληθεί με τον υπαρξισμό, τον Σάρτρ, τον Σίσσυφο του Καμί, τον Επίκουρο και το φόβο του θανάτου. Ο Φάουστ για μένα είναι μια αισιόδοξη φιγούρα, μου λέει και ζητώ διευκρινίσεις. “Δεν παραιτείται ποτέ από το στόχο του που είναι να ανακαλύψει ποιά είναι η ουσία της ζωής. Έχει την δύναμη να βουτά στα βαθειά ακόμα κι’αν πρόκειται να καταστραφεί. Για μένα αυτό είναι αισιόδοξο”. “Εσένα τί σε οδήγησε να βουτάς από νωρίς στα βαθειά;” τον ρωτάω.  Έτσι ήτανε από παιδί, ομολογεί, πέρασε όλη του την εφηβεία μέσα στις εμμονές του για τους σπουδαίους καλλιτέχνες.

Πρώτη εμμονή ο Πικάσσο. Ένα ταξίδι στο εξωτερικό (ευτυχώς οι γονείς μου μας πήγαιναν πολλά ταξίδια), μια επίσκεψη σε ένα μουσείο και η πρώτη επαφή με ένα έργο του σπουδαίου αυτού καλλιτέχνη. Αυτό ήταν. Ζήτησε να του αγοράσουν τον πολυτελή τόμο της Taschen που έγραφε για την ζωή του, έβαψε το δωμάτιο του στα χρώματα που χρησιμοποιούσε στους πίνακες του, και άρχισε να αποστηθίζει τα πάντα για κείνον. Μέχρι που τον αντικατέστησε με την Κάλλας και στο δωμάτιο του έπαιζαν πια για ώρες μόνο άριες. Και ύστερα ακολούθησαν άλλοι. Ο Σαγκάλ, ο Χατζηδάκης, ο Ελύτης...πολλοί άλλοι.

Γιατί παθαίνεις εμμονή με τους μεγάλους καλλιτέχνες;. Γιατί τον γοητεύει να αφιερώνει κάποιος την ζωή του σε κείνο που πιστεύει ως αλήθεια του, μου απαντά. Και γιατί τον τρομάζει η πραγματικότητα, συμπληρώνει. Δεν μπορεί να δεχτεί ότι τα πράγματα γύρω του είναι τόσο πραγματικά. Έχει ανάγκη να δημιουργεί κόσμους και εικόνες, έχει ανάγκη να ζει παθιασμένα, έχει ανάγκη να πιστεύει σε μύθους που να του «υπαγορεύουν» πως πάντα υπάρχει κάτι περισσότερο από κείνο που βλέπει και κείνο που πιστεύει. Έχει ανάγκη να ανεβάζει τον πήχυ του και να έχει σημεία αναφοράς που του αποδεικνύουν πως η πραγματικότητα λυγίζει μπροστά σε παθιασμένες ζωές.

«Δεν ήμουν ποτέ ο κούλ τύπος στο σχολείο», μου λέει και γελάει. «Αντιθέτως οι κουλ τύποι δεν έκαναν παρέα μαζί μου. Εγώ κυκλοφορούσα με μια φούξια εσάρπα και ήμουν κατάπτυστος γιατί έπαιζα πιάνο και με ενδιαφέραν τα θεατρικά». Μέχρι που αποφάσισε να αναλάβει κάποια χριστουγεννα την διοργάνωση της σχολικής γιορτής και το πάθος του τον οδήγησε πρώτον στο να παρουσιάσει ένα «υπερθέαμα» και δεύτερον να γλιτώνει ώρες μαθημάτων. «Τότε με πλησιάσαν και οι κούλ τύποι γιατί ήθελαν να είναι κι’αυτοί μέρος του θεατρικού», λέει «και τότε εγώ τους ανέθεσα να μετακινούν τα σκηνικά». Γελάμε.

Αγαπούσε την μουσική γι’αυτό και αποφάσισε να σπουδάσει πιανίστας. Στην πορεία τον τρόμαξε η εικόνα της μοναξιάς που συνόδευε αυτή την τέχνη. «Με τίποτα δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα περνούσα την ζωή μου μόνος μου μέσα σε ένα δωμάτιο να παίζω πιάνω. Ήξερα ότι ήμουνα δημιουργός. Ήξερα ότι μπορώ να φτιάξω κόσμους. Έμενε να βρω τον τρόπο. Και έτσι έβαλα στόχο να δουλέψω με ανθρώπους που θαυμάζω». Και όταν λέει έβαλε στόχο το εννοεί. Η απόδειξη ακολουθεί:

«Θαύμαζα τον Δημήτρη Παπαιωάννου. Όταν ήρθα Αθήνα, μετά την Γερμανία, για να σπουδάσω θεατρολογία προσπαθούσα να βρω τρόπους για να τον συναντήσω. Το είχα συνέχεια στο μυαλό μου και ενώ δεν πιστεύω καθόλου στα μεταφυσικά, με ένα μεταφυσικό ωστόσο τρόπο, τον είδα μια μέρα καθώς περπατούσα στο δρόμο να ζωγραφίζει με ένα άσπρο σπρέι την βιτρίνα μιας φίλης του. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Του είπα «Είστε ο Δημήτρης Παπαιώννου;» ναί απάντησε απορημένος «θέλω όποσδηποτε να δουλέψω μαζί σας» ήταν η δεύτερη μου ατάκα και αυτός, όπως αντιλαμβάνεσαι, πρέπει να θεώρησε πως είμαι τρελλός. Με απέφυγε με ένα πολύ ευγενικό τρόπο αλλά εγώ δεν πτοήθηκα. Έστελνα συνέχεια γράμματα με το βιογραφικό μου αλλά και με την επιθυμία μου να δουλέψω σε μια από τις παραγωγές του. Δεν πήρα ποτέ καμία απάντηση γιατί προφανώς ο άνθρωπος πρέπει να ήταν πεποισμένος πως έχει να κάνει με τρελλό. Και ύστερα ανακάλυψα τον Μπόμπ Ουίλσον».

Έκανε έρευνα, μπήκε, βγήκε και έμαθε ότι ο Ουίλσον ζητούσε κόσμο για μια παραγωγή του.Έκανε αμέσως αίτηση, έφτιαξε μάλιστα και τρία βίντεο με την δουλειά του και περίμενε με αγωνία την απάντηση. «Με δέχτηκε» μου λέει και έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως (υποθέτω) όταν έλαβε την θετική απάντηση. Και έτσι έφυγε για έξι βδομάδες στην Νέα Υόρκη. «Απίστευτη εμπειρία», μου λέει. «Ο Ουίλσον πληρούσε όλα τα χαρακτηριστικά που θαύμαζα παρότι είχε παρανοικούς κανόνες τους οποίους μου πήρε καιρό να αποδεχτώ ότι ήτανε μέρος του τρόπου που λειτουργούσε και όχι γιατί ήθελε να ταλαιπωρεί τον κόσμο του. Ήταν δύσκολη εμπειρία, δουλεύα 24 ώρες το 24ωρο και πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου να μην μπορεί να πιστέψει ότι όλο αυτό που ζούσα ήταν πραγματικό. Καθόταν πχ δίπλα μου ο Ρότζερ Γουώτερς ή δούλευα στο κομπιούτερ και πιο πέρα ήτανε τα γοβάκια της Μάρλεν Ντίτριχ. Εξωφρενικές εικόνες και εμπειρίες. Ο Ουίλσον εξωφρενικός επίσης. Εκείνες οι έξι βδομάδες με έμαθαν πως «everything is possible» και με αυτή την πεποίθηση επέστρεψα πίσω στην Αθήνα».

Μια δοκιμή ακόμα ίσως και να τον έπειθε. Έτσι σκέφτηκε και αποφάσισε να ξαναστείλει το βιογραφικό του στον Δημήτρη Παπαιωάννου που τότε ετοίμαζε την παραγωγή του «Πουθενά» στο Εθνικό. Το βιογραφικό του Στέφανου αυτή την φορά συμπεριλάμβανε και το όνομα του Μπόμπ Ουίλσον, εκεί εναπόθεσε τις ελπίδες του ότι το όνειρο του να δουλέψει μαζί με τον γνωστό Έλληνα χορογράφο είχε περισσότερες πιθανότητες να γίνει πραγματικότητα. Έτσι και έγινε. Ο Παπαιωάννου τον κάλεσε και χωρίς ποτέ να κανει κανένας από τους δύο αναφορά στις προηγούμενες απεγνωσμένες προσπάθειες του Στέφανου, του πρότεινε να διαλέξει αν θέλει απλώς να παρακολουθεί τις πρόβες ή αν θέλει να συμμετέχει ενεργά αναλαμβάνοντας ευθύνες. Και βέβαια ο Στέφανος επέλεξε το δεύτερο ώστε να ζήσει ακόμα μια εμπειρία που μέχρι σήμερα την καταχωρεί σαν μια από τις πιο σημαντικές του. «Έμαθα τόσα πολλά πράγματα» μου λέει «ο Παπαιωάννου είναι τόσο χαρισματικός όχι μόνο στην δουλειά του αλλά και στον τρόπο που επικοινωνεί και που ωθεί τους συνεργάτες του να ανοίγονται». Μετά το «Πουθενά» αποφάσισα πως έφτασε επιτέλους η στιγμή να κάνω κάτι δικό μου.

Και έτσι επέστρεψε στην Κύπρο. Μετά από δύο θεατρικά που ανέβασε συμμετέχει τώρα με μια μεγάλη παραγωγή στο Φεστιβάλ Κύπρια έτοιμος πια να προτείνει την δική του αισθητική. Είναι επηρεασμένη η δουλειά σου από τον Παπαιωάννου και τον Ουίλσον, του κάνω σχόλιο, «και βέβαια είναι», μου απαντά. «Είμαι πολύ περηφανος που έχω επηρεαστεί από αυτούς τους ανθρώπους» συμπληρώνει. «Και ποιό είναι το παρακάτω; πως φαντάζεσαι τη ζωή σου», τον ρωτώ αφού έχει πάει ήδη μια το πρωί και στο ξενυχτάδικο αρχίζει να καταφθάνει το κάθε καρυδιάς καρύδι. «Αυτή την στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ τιποτα άλλο εκτός από την παράσταση» μου λέει. «Ζω σε ένα κανονικό τρίπ. Το τρίπ του Φάουστ. Νομίζω πως όταν θα τελειώσει θα πάθω επιλόχια κατάθλιψη (χαμογελά)». Του αρέσει η ομαδική δουλειά, δεν μπορεί χωρίς την ανθρώπινη επαφή, δεν μπορεί να μην έχει «συμμάχους» στο πάθος του.  «Είμαι εμμονικός τύπος», μου λέει ξανά, « Αλλά έτσι θέλω να ζω. Παθιαμένα. Γιατί τρομάζω να βλέπω γύρω μου ανθρώπους που έχουν πεθάνει χωρίς να το ξέρουν». Και γιατί πια ξέρεις πως «everything is possible” του λέω, μου γνέφει καταφατικά και ζητάμε το λογαριασμό.