( life is wonderful )

ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ...

Η στέγη κάνει περίεργους θορύβους. Λες και κάποιος περπατάει πάνω στα κεραμίδια. «Νυφίτσες θα ’ναι» λέει ο κολλητός. «Σιγά μην είναι νυφίτσες» του απαντώ, «τίποτα δεν είναι, έτσι είναι οι ξύλινες οροφές κάνουνε περίεργους θορύβους», μα εκείνος επιμένει πως πρέπει , λέει, να καλέσω το δήμο να ψεκάσει. Διασκεδάζω με τις φοβίες του, όπως διασκεδάζω και με τους θορύβους στην οροφή. «Μπορεί να ’ναι οι φύλακες άγγελοί μου και κάνουνε βόλτα» του λέω, εκείνος με κοιτάει παράξενα, «πρόσεξε τώρα μη σου σαλέψει επειδή μπήκες σε καινούριο σπίτι», «μα δεν είναι απλά ένα καινούριο σπίτι» του απαντώ, «είναι μια ευχή που έκανα και έγινε στ’ αλήθεια», «με τέτοια μυαλά που κουβαλάς σε όλα βλέπεις ευχές» μου απαντάει και γελάει δυνατά με κείνο το γέλιο που μαρτυρά πως το απολαμβάνει να ’ναι απλωμένος στον καναπέ μου και να κοιτάει προς την οροφή, η οποία είναι σχεδόν τέσσερα μέτρα ψηλή, μπορεί και περισσότερα, και είναι μάλλον γι’ αυτό που νιώθουμε απόψε λες και είμαστε ξανά μικρούληδες. «Να φέρεις ένα συνεργείο» πετάγεται η κολλητή, η οποία επίσης καρφώθηκε να περιεργάζεται την οροφή. «Να σου καθαρίσει τους ανεμιστήρες, είναι πολύ ψηλά δεν μπορείς μόνη σου, χρειάζεται συνεργείο, δεν ξέρεις εσύ πόση σκόνη μαζεύτηκε εκεί πάνω», η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω, το μόνο που ξέρω, και ίσως γι’ αυτό βρίσκομαι τώρα εδώ, είναι από πόση σκόνη καθάρισα τον εαυτό μου, και πόσες φάπες του έδωσα μέχρι να ξεσκονιστεί, διότι άμα δεν χτυπηθείς άντε τώρα να καταλάβεις πού έχει κάτσει σκόνη πάνω σου και πού όχι, τέλος πάντων θα φέρω και το συνεργείο για να της κάνω το χατίρι, γιατί μ’ αρέσει που η έγνοια της είναι να με γλιτώσει από τις σκόνες. Και η μάνα μου έχει έγνοια. Είναι τρεις μέρες τώρα που μου τηλεφωνά πρωί-πρωί, τη βασανίζει, λέει, το θέμα με τις κουρτίνες, «δεν θα ταιριάζουνε αυτές που είχες και δώσαμε τότε και τόσα λεφτά, θυμάσαι;» πώς, πώς θυμάμαι, «τώρα πρέπει να βρούμε άλλες, κατάλληλες» λέει, « γιατί είναι και τα παράθυρα ωραία, είναι κρίμα να τα κρύψεις», μα και βέβαια δεν θα τα κρύψω, γι’ αυτά την έκανα τη μετακόμιση, για τα ψηλά παράθυρα που κοιτάζουνε προς το στενό με τις φωτισμένες καμάρες και τα δέντρα από το πάρκο, «δεν θέλω κουρτίνες» της λέω μα εκείνη επιμένει πως θα το ψάξει το θέμα, πως να μην ασχοληθώ εγώ, θα το κάνει αυτή για μένα, και μέσα μου σκέφτομαι, πως δεν γίνεται, κάτι πρέπει να ’χουμε μαζί πετύχει για να ’ναι πια αυτό το πρώτο μέλημά της. Το πώς να κρατήσω τη θέα μου ακέραιη, τίποτα να μη μου την κρύβει και τίποτα να μη μου τη χαλάει. Ο πατέρας μου, πάλι, δεν ξέρει, λέει, κατά πόσο κάποιους πίνακες πρέπει να τους κρεμάσω, «ίσως είναι πολύ μοντέρνοι γι’ αυτό το σπίτι» λέει και κοιτάει προβληματισμένος τους τοίχους, ρουφά μια τζούρα από την πίπα του και δεν μιλάει, λες και του έχουνε αναθέσει να στήσει μια έκθεση τέχνης και προσπαθεί να βρει ποιο θα ’ναι το τέλειο στήσιμο. Τον αφήνω μόνο του να περιπλανιέται στο χώρο και να χαζεύει τους τοίχους, ανέκαθεν αυτό έκανε, έτσι, τον θυμάμαι, από μικρή, να αναλαμβάνει το στόλισμα των τοίχων, μα τώρα είναι που καταλαβαίνω πως τελικά άλλο ήθελε να μου μεταδώσει, αυτό, το πως όσοι τοίχοι δεν είναι για γκρέμισμα, τότε πάει να πει πως είναι για στόλισμα.

Η κολλητή εμφανίζεται ξαφνικά με ένα μικρό πακέτο γεμάτο από κρουασάν και κάτι άλλα παράξενα γλυκά, «φτιάξε καφέ και σου ’φερα πρόγευμα» μου λέει και θέλω να την αγκαλιάσω που θέλει να περάσουμε μαζί αυτό το πρωινό, το ’μαθα πια καλά, πως είναι τα πρωινά η πιο τρυφερή ώρα και άμα ο άλλος θέλει να μοιραστεί το πρωινό του στην αυλή μου, τότε ελπίζω να μεγαλώσει γρήγορα η βουκαμβίλια να ’χω χρώμα να κερνάω τους ανθρώπους μου. «Θα φέρνω κάθε μέρα λουλούδια να βάζω στα βάζα» λέω στην άλλη κολλητή, μα εκείνη κοιτάει στα ράφια της κουζίνας και δεν μου δίνει καμία σημασία. «Πως φαίνεται ότι δεν ξέρεις να μαγειρεύεις» λέει και λύνεται στο γέλιο. «Μα είναι δυνατόν να θες να βάλεις σε αυτό το ράφι τις αγελαδίτσες-μπιμπελό; Μα είσαι τώρα εσύ να ’χεις αγελαδίτσες για μπιμπελό;». Φωνάζει πως εδώ δεν είναι για διακοσμητικά, εδώ είναι για να ’χεις τα κατσαρολικά σου, «τα κατσαρολικά μου χωρέσανε όλα μαζί στο ένα ράφι, δεν έχω άλλα» της λέω και σκέφτομαι μήπως αυτό τελικά είναι ένα σημάδι πως πρέπει να νοικοκυρευτώ, δεν ξέρω τι πάει να πει «να νοικοκυρευτώ» αλλά σαν φροντίδα μου ’ρχεται να το μεταφράσω και είναι ωραία που το νιώθω έτσι, τόσο ωραία που λέω να πάω να αγοράσω κι άλλα τηγάνια ίσως και ένα - δύο πυρέξ, πού ξέρεις μπορεί και να κάνω ψητό στο φούρνο μια Κυριακή μεσημέρι, όταν θα ’χει πια μεγαλώσει η βουκαμβίλια, όταν θα ’χω πια κρεμάσει τις κουρτίνες στα παράθυρα και τους πίνακες στους τοίχους, όταν θα στρώσω στο μάρμαρο τα χαλιά και θα κρεμάσω και τις αιώρες έξω με γάντζους, από την μια κολόνα στην άλλη. Και θα ’ναι μια μέρα ηλιόλουστη και θα αφήσω την πόρτα ανοιχτή να φαίνεται το στενό και πιο πέρα τα δέντρα από το πάρκο, θα αφήσω και το σκυλί μου χωρίς το λουρί να αλωνίζει έξω από τις πόρτες των γειτόνων, και θα βάλω να τραγουδά δυνατά η Μαντελέν το «λα βι εν ροζ», και άμα κάνει θόρυβο η οροφή εγώ θα ξέρω στα σίγουρα πια πως είναι οι φύλακες άγγελοί μου, που κάθονται στα κεραμίδια του καινούριου μου σπιτιού και ξεσκονίζουν τις επόμενες ευχές μου. Και άμα με ρωτήσει κάποιος από τους κολλητούς, τι είναι αυτός ο παράξενος θόρυβος στην οροφή, τότε θα του ομολογήσω το μυστικό. Γιατί σπίτι μου πια δεν είναι ό, τι μου ανήκει, αλλά ό, τι νιώθω πως θέλω να το μοιράζομαι.