( life is wonderful )

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΑΝΑΜΟΝΗ

Στα αεροδρόμια δεν μιλάω πολύ. Ή μάλλον δεν μιλάω καθόλου. Δεν θέλω να κάνω γνωριμίες. Θέλω μόνο να περιεργάζομαι. Τους ανθρώπους, τα πρόσωπα, το διπλανό ή τον απέναντι, να φαντάζομαι την ιστορία τους, έστω κι αν δεν ταιριάζει πουθενά με την πραγματικότητά τους. Θέλω ο καθένας να ’ναι για μένα μια αφορμή να φτιάξω ένα σύντομο παραμύθι, κι ας μην το βρω ποτέ το τέλος.

Απέναντί μου μια κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά και σαρκώδη χείλη. Μοιάζει με κείνες τις ηθοποιούς που παίζανε σε ταινίες του James Bond, όταν μυστικός πράκτορας ήταν ο Connery. Όχι ο καινούριος, τον Connery θέλω να φαντάζομαι στο πλάι της. Είναι τόσο εξωτική που μόνο σαν παραπλάνηση μπορείς να την καταχωρήσεις. Κάνω μετά μια σκέψη. Γιατί άραγε το εξωτικό να ’ναι πάντα συνδυασμένο με μια παραπλάνηση. Λες και ό, τι βρίσκεται έξω από το συνηθισμένο μας κάδρο, μόνο σαν πλάνη μπορούμε να το ερμηνεύσουμε. Για να παραμείνουμε ήσυχοι στα ίδια, οικεία, τετραγωνικά μας. «Ο άνθρωπος εκείνο που φοβάται πιο πολύ είναι να γίνει καλύτερος» μου ’πε ένας φίλος. Και ξαφνικά τον θυμήθηκα.

Η κοπέλα βγάζει μια χτένα, φτηνή, από κείνες που βρίσκεις δεκάδες στα περίπτερα, και χτενίζει τα μαύρα μακριά της μαλλιά. Και όπως την κοιτώ νιώθω πως μπροστά σε μια χειρονομία τόσο αθώα θηλυκή, μπορεί ακόμα και ένα αστέρι να πέσει από τη θέση του.

Αυτές τις ώρες που περιμένω την πτήση μου, οι οποίες είναι συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, ο χρόνος κυλά περίεργα, ή μάλλον νιώθω πως δεν κυλά καθόλου. Λες και κάποιος διάλεξε παύση. Και έτσι αφήνομαι ανάλαφρα να περιεργάζομαι τις λεπτομέρειες. Ακόμα και τον τρόπο που κινήθηκε μια βλεφαρίδα.

Τι να σκέφτονται όλοι αυτοί; Άλλος διαβάζει, άλλος ακούει μουσική, άλλος απλά χαζεύει, άλλος μιλάει με την παρέα του. Μα ό, τι κι αν κάνει, ωστόσο, ο καθένας είναι λες και όλοι στο βάθος κάνουν το ίδιο πράγμα: σκέφτονται εκείνο, που δύσκολα θα ομολογούσαν.

Αναχωρήσεις, αφίξεις, αναμονή, ένα αντίο, ένα καλώς ήρθες, έτσι δεν είναι τελικά και η ζωή; Κάποιον περιμένεις να σου ανακοινώνει πότε θα φύγεις και για πού, πού θα φτάσεις και πότε.

Πάντα κάτι περιμένει ο κόσμος, κάπου ονειρεύεται να πάει, πάντα από κάπου ονειρεύεται να φύγει. Διερωτώμαι ποιος από όλους αυτούς που κοιτάω τώρα, σε αυτή την αίθουσα αναμονής, είναι πραγματικά εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα αναμονής και όχι κάπου στο χτες του ή κάπου σε ένα αύριο.

Όπου και να ταξίδεψα, νομίζω πια πως σε ένα έχω καταλήξει: Πως όπου κι αν πάει ο άνθρωπος θέλει να γυρίσει, εκεί, στα μάτια που αγαπά, στα μάτια που τον αγαπούν. Στα μάτια που μέσα τους έχουν τη διαδρομή και τον προορισμό του και όλο το άγνωστο που τον έφερε και κείνο που θα τον πάρει. Στα μάτια που θα μαρτυρήσουν πως κάπου και κάποτε, υπήρξε.

Είμαι τράνσιτ. Μήπως τελικά αυτή είναι η μόνη και μοναδική πραγματικότητα η δική μου και του κόσμου;