( life is wonderful )

ΣΕ ΕΝΑ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ

Έχουμε ένα μισάωρο ακόμη. Ο Παναγιώτης θέλει επειγόντως καφέ. Εγώ τσιγάρο. «Πότε θα το κόψω το ρημάδι» σκέφτομαι και θυμάμαι τον εαυτό μου να χώνεται σε εκείνα τα φρικτά κίτρινα και ασφυκτικά κουβούκλια του αεροδρόμιου του Ντουπάι. Ήμουνα συνήθως η μόνη γυναίκα, άντε ακόμη μία- αγγλίδα τις πλείστες φορές- που κι’ αυτή μόνο σαν τράνσιτ χώρο μπορούσε να χειριστεί το Ντουπάι. Καπνίζαμε με τα βλέμματα στο πάτωμα, ανάμεσα σε άντρες που μας κοιτούσαν περίεργα, και γω μετρούσα από αμηχανία πλακάκια στο τοίχο ή σβησμένες γόπες στο τεράστιο τασάκι. Το περίεργο ήταν πως την ίδια ώρα που ένιωθα αμηχανία συναισθανόμουνα και πόση γοητεία κρύβουν αυτές οι στιγμές. Μια γοητεία παράξενη που μόνο σε ένα αεροδρόμιο μπορείς να την νιώσεις, έστω και με την πρόφαση ενός τσιγάρου. «Ποια απογειώση τους περιμένει όλους αυτούς μετά που θα ρουφήξουν και την τελευταία τζούρα καπνού;» σκεφτόμουνα. Πού πάνε, από πού φεύγουν και εκεί στα 30.000 πόδια, καθώς τους σερβίρουν ένα κρύο κοτόπουλο τυλιγμένο σε σελοφάν και ένα φρατζολάκι ψωμί, ποια σκέψη θάναι εκείνη που θα στριφογυρίζει στο μυαλό τους, σαν τον έλικα της μηχανής; Δεν ξέρω πως γίνεται αυτό το μαγικό μα τόχω πιά- μετά από δεκάδες ταξίδια- παρατηρήμένο: πως οι σκέψεις που προηγούνται μιας απογείωσης ή μιας προσγείωσης, είναι αλλιώτικες από τις καθημερινές. Λες και τοξέρουνε πως πρόκειται να πετάξουν, έστω και για λίγο, πιο ψηλά από τα σύννεφα, και γι’ αυτό δεν μασάνε σε αναταράξεις. Έχουν ένα αλλιώτικο προορισμό. Να εμφανιστούν μόνο εκείνη την ώρα που άλλάζεις για λίγο ζωή.
Στο πρίν και στο μετά, λοιπόν, με θυμάμαι να κάθομαι συνήθως σε μια από τις καφετέριες του αεροδρομίου, και να σημειώνω σε ένα κομμάτι χαρτί αυτές τις σκέψεις, πίνοντας αμέτρητους καφέδες. Ένιωθα πως έπρεπε να τις θυμάμαι γιατί είχανε μέσα τους μια άλλη καθαρότητα, την καθαρότητα της τράνσιτ ψυχολογίας, εκείνου δηλαδή του φεύγα που ανακατεύει (για όσο διαρκεί) τα συγυρισμένα σου. Κοιτούσα για ώρα τους ανθρώπους γύρω μου. Μια κυρία-ακόμα την θυμάμαι- με το σκυλί της σε ειδικό κλουβί- στο αεροδρόμιο του Παρισιού- ηλικιωμένη μα στυλάτη, με έντονο κόκκινο κραγιόν, το ίδιο χρώμα με το λουρί στο λαιμό του σκύλου. Την παρατηρούσα και δεν μπορούσα να διακρίνω αν σε κείνο το ειδικό κλουβί μαζί με το σκυλί κουβαλούσε την μοναξιά ή την χαρά της. Ένα άλλο ζευγάρι, άλλη φορά, πρέπει νάτανε στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, δεν θυμάμαι ακριβώς, τους θυμάμαι όμως να τσακώνονται σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, εκείνη ψευτοέκλαιγε, εκείνος κοιτούσε τρυγύρω δήθεν αδιάφορα, και γω απορούσα ποια είναι άραγε αυτή η χώρα που την πίστεψαν για κοινό τους προορισμό; Και άλλη φορά, ένας τύπος με μακριά μαλλιά γύρω στα 25, που κοιμότανε στο πάτωμα με μαξιλάρι το σάκ βουαγιάζ του και αγκαλιά την κιθάρα του, τι όνειρα άραγε έβλεπε, και είχανε άραγε αυτά μέσα τους την μουσική του, εκεί στο αδιάφορο πάτωμα ενός αεροδρομίου; Έγραφα και έσβηνα, με την ίδια ταχύτητα που άλλαζαν οι ανακοινώσεις στους ηλεκτρονικούς πίνακες και περιμένωντας, προσπαθούσα να διακρίνω τι περίμενα και να φανταστώ τι άραγε περίμεναν και όλοι αυτοί με τους οποίους το μόνο που με ένωνε ήταν μια κάρτα επιβίβασης.
Είναι κάποιες φορές, που αδειάζω τις τζέπες των τζιν μου, για να κάνω μπουγάδα, και ξαφνικά ανακαλύπτω κρυμμένη και ξεχασμένη εκεί μια από αυτές τις κάρτες επιβίβασης. Τη κοιτάω και κάθε φορά συνειδητοποιώ πως αυτό το κομμάτι χαρτί έχει πάνω του τυπωμένα πολύ περισσότερα στοιχεία από ένα αριθμό πτήσης, θέσης και εξόδου. Εχει πάνω του και ένα αριθμό συναισθημάτων, εκείνων από τα οποία έφευγα και των άλλων που περίμενα να νιώσω…Υποθέτω πως στα, παλιά πια, τζιν και κείνων όλων που συνάντησα έστω και για μια στιγμή, κάπου σε ένα αεροδρόμιο, υπάρχει ακόμα το αποτύπωμα μιας κάρτας επιβίβασης μαζί με τις σκέψεις τους, τις σκέψεις που ήξεραν να πετάνε, πάνω από τα σύννεφα…
«Θάναι η τελευταία μας πτήση από αυτό το αεροδρόμιο, το συνειδητοποιείς;» Ο Παναγιώτης έχει τελειώσει τον καφέ του και αποφασίζει να σπάσει την σιωπή μας. Και έτσι διακόπτει και το πήγαινε έλα των ασυνάρτητων σκέψεων μου. «Καιρός ήταν», του απαντώ πολύ κυνικά και κείνος γελάει. Θέλει να με βγάλει μια φωτογραφία αλλά εγώ θυμώνω γιατί είμαι ξενυχτισμένη-βάρβαρη η ώρα της συγκεκριμένης πτήσης- και έχω μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου. Εκείνος όμως επιμένει, του αρέσει λέει να βγάζει snapshots προσώπων στο αεροδρόμιο. «Έχουνε μια άλλη γοητεία», λέει και γω του χαμογελάω, νιώθοντας, πως τελικά τόση ώρα, για το ίδιο ακριβώς μιλούσαμε. Έστω και αν δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη…