( life is wonderful )

ΠΟΙΑ ΡΙΤΑ ΡΕ ΜΑΝΑ;

“Την Ρίτα να μου βάλεις να ακούσω”.
“Ποιά Ρίτα ρε μάνα; Σακελαρίου;”
“Μία είναι η Ρίτα. Αλλά πού να ξέρεις εσύ. Κι’αυτό το μαραφέτι να πάς τώρα να το πετάξεις”.
“Ποιό μαραφέτι ρε μάνα;”
Μου έγνεψε να ανοίξω το συρτάρι του σιδερένιου κομοδίνου που βρισκόταν δίπλα από το νοσοκομειακό της κρεβάτι. Εκεί μέσα υπήρχε ένα μικρό ραδιόφωνο, λευκό, από κείνα που πουλάνε μέχρι και τα περίπτερα και που κανείς δεν τα γοράζει πια.
“Πού το βρήκες αυτό;” την ρώτησα με πραγματική περιέργεια.
Η νοσοκόμα η οποία μόλις είχε μπει στο δωμάτιο της κρατώντας ένα δίσκο με ένα γιαούρτι και ένα ζελέ έσπευσε να μου εξηγήσει πως εκείνη τόφερε, είχε λέει ένα έξτρα και της τόφερε γιατί η μάνα μου κάθε πρωί που ξυπνούσε την παρακάλαγε να ανοίξει το ραδιόφωνο για να ακούσει την Ρίτα.
“Για ποιά Ρίτα μιλάει, δεν κατάλαβα αλλά εγώ το ράδιοφωνο το έφερα καλού κακού” είπε και γέλασε δυνατά ενώ τοποθετούσε το δίσκο με το γιαούρτι και το ζελέ στο κομοδίνο.
“Να το πετάξεις τώρα”, φώναξε η μάνα μου αλλά δεν ήξερα σε ποιά από τις δύο μας απεύθυνε την οδηγία.
“Ένα παλιόπραγμα είναι. Όλο μιλάνε μιλάνε και τίποτα δεν λένε. Τον κακό τους τον καιρό. Ούτε μια Ρίτα δεν ξέρουνε να βάλουνε. Στα κομμάτια να πάει. Ακούς;”

Άκουγα. Όπως κάθε μέρα εδώ και μήνες. Αυτό έκανα, δεν υπήρχε και τίποτα άλλο να κάνω. Από τότε που ο γιατρός έκανε την διάγνωση. Άλτςχαιμερ στα πρώτα στάδια, είπε μόνο που εγώ την λέξη μόνο ακουστά την είχα και όσο για την αρρώστια έπρεπε να την γκουγκλάρω εκατοντάδες φορές για να αντιληφθώ τί σήμαινε και πόσα στάδια μας περίμεναν. Ούτε και τώρα μπορώ να αντιληφθώ τι σημαίνει, μόνο περιγραφές κάνω, άχρωμες, ανούσιες και κάποιες φορές και αηδιαστικές. Είναι μέρες που προσπαθώ να διακρίνω σ’αυτό το πλάσμα που βλέπω απέναντι μου, κάτι από την μάνα μου. Επιζητώ να δω το αυστηρό της ύφος ή την επικριτική κλίση που παίρνει το φρύδι της προκειμένου να μου υποδείξει πόσο λάθος έχω πάρει την ζωή μου. Κάποιες φορές σκέφτομαι να την προκαλέσω, να ξεστομίσω μια από τις ατάκες που συνήθως αποτελούσαν το έναυσμα για να αρχίσει το κήρυγμα, πως τελικά τα ίδια μυαλά με τον πατέρα μου κουβαλώ τα οποία για την μάνα μου δεν συνέθεταν άξιο λόγου περιεχόμενο. Υπάρχουν κι’αλλες φορές που απλά την παρατηρώ, την κοιτώ με τις ώρες και όσο περισσότερο την κοιτώ τόσο περισσότερο μου φαίνεται σαν ένα μικρό κοριτσάκι, ένα μικρό ανυπεράσπιστο κοριτσάκι εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σώμα ζαρωμένο και ανήμπορο, από το οποίο δεν βρίσκει κανένα τρόπο να δραπετεύσει και το μόνο που της απομένει για να διασώσει την παιδικότητα της, είναι να κατουράει πάνω στο κρεβάτι και να γελάει καθώς νιώθει το κάτουρο να κυλάει στα σεντόνια. Αυτές ήτανε οι φορές που της έπιανα το χέρι και της το κρατούσε σφικτά και ύστερα της χαίδευα τα δάχτυλα ένα ένα με όση τρυφερότητα μου είχε απαγορεύσει να εκδηλώνω, γιατί όπως έλεγε η ζωή είναι σκληρή και οι τρυφερότητες δεν την μαλακώνουν απλά σε κάνουνε εσένα πιο αδύναμη να την αντέξεις. Αυτό ήτανε για την μάνα μου η ζωή. Ένας αγώνας. Από την ώρα που γεννιέσαι μέχρι την ώρα που θα πεθάνεις. Και άν έκανες το λάθος να πιστεύεις πως υπάρχει κάτι περισσότερο όπως για παράδειγμα ένα ολοστρόγυλλο φεγγάρι ή ένας κατακόκκινος ήλιος ή ένας πολύχρωμος βυθός, εκείνη φρόντιζε να σου σβήσει μοναμιάς τα χρώματα και τα σχήματα προτού προλάβει το μυαλό σου να δημιουργήσει μια δική του αλλιώτικη ζωγραφιά. “Η ζωή δεν είναι σινεμάς” μου έλεγε κι’αυτό μου τόλεγε κάθε φορά που υποψιαζόταν πως έγερνα περισσότερο προς τη μεριά του παραμυθιού, πως σ’αυτό ήθελα να πιστεύω και πως άν για κάτι ήμουνα ικανή να αγωνιστώ ήτανε για να του φτιάξω χώρο να υπάρξει μέσα στην σκληρή κατ’εκείνη πραγματικότητα. Δεν κατάλαβα ποτέ τι από όλα όσα έζησε την έκαναν να σκληράνει τόσο πολύ ώστε να γειώνει κάθε φορά με τα στυλάτα τακούνια της κάθε υποψία ονείρου. Από όλες τις πληροφορίες που είχα καταφέρει να συλλέξω, δεδομένου ότι η ίδια σπάνια μιλούσε για την παιδική της ηλικία, καμία δεν αιτιολογούσε την συναισθηματική της αναπηρία- πως αλλιώς να χαρακτηρίσω την ανικανότητα της να εκδηλώνει τρυφερότητα όχι μόνο απέναντι μου αλλά απέναντι και στον ίδιο της τον εαυτό-γεγονός που την καθιστούσε ένα άλυτο για μένα αίνιγμα. Ήτανε πάντα καλοντυμένη, ιδιαίτερα στυλάτη, με όμορφα κοσμήματα που το καθένα τους κουβαλούσε και μια ξεχωριστή ιστορία. “Ξεχώριζε στην γειτονιά, την ήθελαν μέχρι και οι κοκκινοσκούφηδες”, μου μαρτύρησε μια θειά μου, περιγράφοντας τα χρόνια του αγώνα και τα κατορθώματα της μάνας μου να κουβαλάει ραβασάκια κάτω από τα φουστάνια της, για τις ανάγκες της οργάνωσης. “Έμοιαζε με Εγγλέζα, είχε πανέμορφα ξανθά μαλλιά και μελισσιά μάτια, σπάνια την σταματούσανε στα μπλόκα, ήτανε βλέπεις και από καλή οικογένεια, από τα πιο καλές στον Ταχτακαλά. Ποιός να υποψιαστεί ότι μια τέτοια κοπέλα θα ανακατευότανε με τις οργανώσεις. Άλλες εποχές όμως πού να τις καταλάβεις, τότε δεν ήτανε όπως τώρα, τότε είχαμε όλοι μας ανάγκη από ένα όραμα”.

“Άμα δεν μου βάλεις την Ρίτα να παίζει να πάς στο διάολο και συ και όλοι εδώ μέσα”, άρχισε να ουρλιάζει επανακτώντας κάτι από τον παλιό καλό της εαυτό, πράγμα που με έκανε να νιώσω ανακούφιση παρά δυσφορία, παρότι οι υπολοιποι επισκέπτες στο θάλαμο αντέδρασαν με εκνευρισμό.
“Ποιά Ρίτα θες πες μου και γω θα σου βάλω όλα της τα τραγούδια”.
“Άμα δεν ξέρεις για ποιά μιλώ να πας και συ και όλοι σας στο διάολο”.
Μακάρι να πήγαινα στο διάολο, δεν ήξερα και πού αλλού να πάω για να μπορέσω να διαχειριστώ την κατάσταση της. Αυτή δεν ήτανε η μάνα μου. Αυτή η γυναίκα που μύριζε κάτουρο αντί Rive gauche και που είχε τοποθετημένες πάνω στο κομοδίνο τις μασέλες της αντί τα χρυσοποίκιλτα της δαχτυλίδια, δεν ήτανε η μάνα μου. Μου ήτανε τόσο άγνωστη όσο και η ίδια η μοίρα του ανθρώπου και μου καταργούσε κάθε προσπάθεια να κρατηθώ στο όποιο παραμύθι. «Η ζωή δεν είναι σινεμάς», ίσως και νάχε δίκαιο τελικά που μου επαναλάμβανε αυτή την φράση μέχρι να νιώσει πως χάραζε το κάθε της γράμμα στο υποσυνείδητο μου, κάτι που δεν το ένιωσε ποτέ γιατί κάθε φορά το υποσυνείδητο μου κλωτσούσε και έσβηνε τις συλλαβές. Έτσι όπως την παρατηρούσα να βουλιάζει μέσα στα σεντονια του νοσοκομείου και να φωνάζει για μια...Ρίτα, ένιωθα ωστόσο πως ήτανε πια μάταιο να διερωτώμαι ποιά από τις δύο μας είχε δικαιωθεί. Εκείνη που αφαίρεσε από την ζωή της το παραμύθι ή εγώ που ό,τι ζούσα επιδίωκα να μοιάζει με ταινία.
Το βράδυ πήρα τηλέφωνο εκείνη την ίδια θεία. Μόνο αυτή, σκέφτηκα, θα μπορούσε να με βοηθήσει στον εντοπισμό της...Ρίτας.
«Την Ρίτα Χέιγουρθ εννοεί καρδιά μου», μου είπε χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Την Ρίτα Χέιγουρθ;» επανάλαβα για να σιγουρευτώ πως άκουσα καλά.
«Ναι αυτήν. Δεν τόξερες πως της είχε μεγάλη αδυναμία η μάνα σου;»
«Όχι δεν τόξερα, κατακρίβειαν δεν είχα ιδέα».
«Ε μάθε το τώρα. Ίσως τώρα νάναι ο καιρός να το μάθεις».
«Γιατί δεν μου τόπε ποτέ;»
«Πού να ξέρω. Ίσως γιατί ούτε και η ίδια δεν ήθελε να το θυμάται».
«Τί εννοείς;»
Μου εξήγησε τι εννοούσε. Ήτανε δεν ήτανε 17χρονών η μάνα μου, μαθήτρια των Καλογριών, όταν είδε για πρώτη φορά την Ρίτα Χέιγουρθ στο σινεμά να παίζει την Τζίλντα. Υπάρχουν τέτοιες γυναίκες, διερωτήθηκε κι’αυτός ο προβληματισμός της κλόνισε τις βεβαιότητες του μικρόκοσμου, μέσα στον οποίο ζούσε και ανάπνεε. Όσες γυναίκες ήξερε, και οι πλείστες ήτανε οι πελάτισσες της μάνας της, ράφταινα η μάνα της, η καλύτερη στο Ταχτακαλά, είχανε αφράτους πισινούς και συμβιβασμένο βλέμμα. Και σίγουρα δεν απέπνεαν την μυρωδιά μιας μοιραίας ύπαρξης. Η Τζίλντα όμως ήτανε μια μοιραία γυναίκα με μοίρα θηλυκιά, μια μοίρα που ξεκινούσε από τα γοβάκια της και τέλειωνε στο λάγνο της βλέμμα. Κι’αυτό ήτανε ό,τι η ίδια ονειρευότανε να ζήσει. Πήρε λοιπόν μια κόκκινη μπογιά και αποφάσισε μια καλή πρωία να βάψει τα μαλλία της κόκκινα. Ήταν η πρώτη και τελευταία επαναστατική της πράξη, η πράξη μέσα από την οποία προσπάθησε να ξεφύγει πό το δοσμένο της πλαίσιο και να ζήσει λίγο στην ψευδαίσθηση του σινεμά. Τούφα τούφα της έκοψε ο πατέρας της τα μαλλιά της μόλις αντίκρυσε την κόκκινη της χαίτη. Και σε κάθε τούφα της επαναλάμβανε πως η ζωή δεν ειναι σινεμάς και πως αν δεν αλλάξει μυαλά δεν πρόκειται ποτέ να δει χαίρι.
«Τώρα κατάλαβες γιατί ζητάει την Ρίτα;» μου είπε η θειά μου και αμέσως μετά με καληνύχτισε.
Την επομένη το πρωί την βρήκα να κάθεται στο κρεβάτι με τα μαλλιά της μαζεμένα σε κοτσίδα.
«Λουστήκαμε σήμερα» μου είπε η νοσοκόμα χρησιμοποιώντας το πληθυντικό όπως κάνουν συχνά οι περήφανες μαμάδες.
Η μάνα μου με κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Με ένα βλέμμα που έμοιαζε λες και μετρούσε όλες τις ανείπωτες συλλαβές της ζωής της.
«Κοίτα τί σούφερα» της είπα και έβγαλα από την τσάντα μου το ipad.
Το κοίταξε με απορία και πριν προλάβει να μου την εκφράσει της έβαλα το βίντεο να παίζει.
Η Ρίτα...να βγάζει το γάντι και να λικνίζει το σώμα της.
Και γω να της κρατώ σφικτά το ζαρωμένο της χέρι χαιδεύοντας ένα ένα τα δάχτυλα της.