( life is wonderful )

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

“Δεν μπορώ με τίποτα να ρυθμίσω το ζεστό με το κρύο”, λέω στον Π. Εκείνος με κοιτάει λες και κατέβηκα από άλλο πλανήτη. Συνεχίζει να ανακατεύει το φαγητό στην κατσαρόλα ρίχνοντας με προσοχή αλάτι και πιπέρι και δεν ανταποκρίνεται στο μουρμουρητό μου. “Ενώ είναι ζεστό”, επιμένω, “ξαφνικά γίνεται κρύο και παγώνω”. “Τί στο διάολο γίνεται”, του λέω και μάλιστα με ένα εκνευρισμένο τόνο που μάλλον τον ενοχλεί. “Έτσι είναι εδώ στο Λονδίνο”, μου απαντάει μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και αφού έχει βγάλει το φαγητό από την φωτιά. “Δεν τόξερες”, απορεί και βιάζεται να σκεπάσει με μια πετσέτα την κατσαρόλα για να καταψηθεί σωστά το ρύζι. “Πρέπει να δοκιμάσεις πολλές φορές για να πετύχεις την ρύθμιση”, συμπληρώνει και ο τόνος της φωνής του υποδηλώνει πως δεν υπάρχει λόγος να παιδευόμαστε άλλο μ’αυτή την κουβέντα.

Παίρνω δύο πιάτα και τα τοποθετώ στο τραπέζι και ύστερα, μέχρι να τελειώσει το φαγητό ανάβω ένα τσιγάρο και απλώνω στον καναπέ κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Γκρίζα μέρα, κάθε μερα εδώ είναι γκρίζα, χθές υπήρχε μια σφήνα ήλιου κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι και ένα τετραγωνικό γαλάζιου στον ουρανό. Το κινητό μου αναμοσβήνει, “πώς τα περνάς”, βλέπω να γράφει στην οθόνη, μήνυμα από την κολλητή, “προσπαθώ να προσαρμοστώ στο γκρίζο”, της απαντώ και επίσης ακόμα δεν τα έχω βρει με το ζεστό και το κρύο, σκέφτομαι αλλά αυτό δεν το γράφω. Το γράφω μόνο στο μυαλό μου, πως ο Π. λέει πώς έτσι είναι στο Λονδίνο αλλά εγώ λέω πώς μάλλον έτσι είναι παντού. Μια συνεχής προσπάθεια να ρυθμίσεις το ζεστό με το κρύο. Δεν ξέρω κι’αν έχει κάποιο νόημα αυτή η προσπάθεια ή μήπως είναι καλύτερα να αποδεχτείς τις εναλλαγές έστω κι’αν τσιτώνει το δέρμα σου και αυξάνονται οι χτύποι της καρδιάς σου.

Πριν μια βδομάδα ήμουνα στο Τελ Αβίβ, εκεί ο ουρανός ήτανε γαλάζιος, τα πάρκα φωτισμένα με ήλιο και τα σκυλιά έψάχναν μια σκιά για να την κατουρήσουνε. Πίναμε λεμονάνα-έτσι λένε εκεί την λεμονάδα με το δύόσμο- και κοιτούσαμε την θάλασσα και ύστερα φωνάζαμε στον Μπλού (ένα μικρό κανίς) να σταματήσει να κυλιέται στην άμμο. Μόλις έφυγα με πήρε τηλέφωνο η φίλη που ζει εκεί, “σήμερα σφυρίξανε οι σειρήνες”, μου είπε, “τρέχαμε να κρυφτουμε στα καταφύγια”, είπε μετά και γω σκέφτηκα πως μάλλον δεν είχε καμία σημασία εκείνη την ώρα το χρώμα του ουρανού. “Αυτό είναι που δεν αντέχω όσο μεγαλώνω”, μου είπε και εννοούσε πως δεν αντέχει να μην ξέρει τί της ξημερώνει. Λες και υπήρχε μια εποχή που ξέραμε, σκέφτηκα, καμιά εποχή δεν ξέραμε τί μας ξημερώνει απλά ζούσαμε με κείνη την αμέριμνη βεβαιότητα πως κάποιος μας προίκισε με αυτή την γνώση. Την γνώση της ρύθμισης του ζεστού με του κρύου και της ακριβής πρόβλεψης πότε το ένα πρόκειται να αντικαταστήσει το άλλο.

“Μαλακίες”, φώναξα και το φώναξα πιο δυνατά από όσο υπολόγισα. Ο Π. ξαφνιάστηκε, “τί παραμιλάς μονάχη σου”, με ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. Έβγαλε το ρύζι από την κατσαρόλα και με πρόσταξε να δραστηριοποιηθώ. “Βάλε ποτήρια στο τραπέζι”, είπε και έτσι όπως άρχισα να υπακούω στις οδηγίες του θυμήθηκα τον Άλεξ να κάθεται απέναντι μου σε μια καφετέρια κάπου στην οδό Λίνκολν και να επιμένει πως οι άνθρωποι δεν θέλουν πια να ξέρουν την αρχή, την μέση και το τέλος. “Τί θέλουν τότε”, τον ρώτησα. “Θέλουν στιγμές”, μου απάντησε, “στιγμές που να τους απαλάσσουν από τις προβλέψεις”. Στιγμές που να υπερβαίνουν την αγωνία του αν θα νικήσει το κρύο ή το ζεστό, τον ρώτησα. Κάπως έτσι απάντησε και ύστερα αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα έξω στον ήλιο...