( life is wonderful )

ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΝΕΖΗΣ

Περιοχή Wimbledon, δηλαδή μια ωραία γειτονιά με μεγάλα σπίτια και πάρκα, με μαγαζιά και χαριτωμένα εστιατόρια, όλα χριστουγεννιάτικα στολισμένα. Έφτασα στην καφετέρια που μου πρότεινε, πιο νωρίς από τις 12.00 (ώρα του ραντεβού), διάλεξα ένα τραπέζι που υπολόγισα πως θα έχει ησυχία, παράγγειλα ένα καπουτσίνο και τον περίμενα. Τον είδα να καταφθάνει με το ποδήλατο του και ένα γκρίζο μάλλινο καπέλο. Για κάποιο λόγο αντιλήφθηκε αμέσως πως εγώ ήμουν η δημοσιογράφος που θα συναντούσε, κάθισε απέναντι μου, παράγγειλε κι’αυτός καφέ και κάπως έτσι αρχίσαμε να μιλάμε για τις διαδρομές ενός Έλληνα συγγραφέα που διάλεξε όχι μόνο το Λονδίνο για να ζήσει αλλά και μια διαφορετική πορεία από κείνη που είχε κάποτε φανταστεί.

«Ωραία γειτονιά» του είπα, με πληροφόρησε πως πρόσφατα μετακόμισε εδώ, μαζί με την γυναίκα του και το μόλις 18 μηνών κοριτσάκι του. «Τώρα με το παιδί διανύω την εποχή των ξενυχτιών», είπε χαμογελώντας και συμπλήρωσε πως αυτό τον δυσκολεύει λιγάκι στο γράψιμο. Γράφεις το καινούργιο σου βιβλίο, τον ρώτησα. Ναί, υπολογίζει πως μέχρι το καλοκαίρι θα το τελειώσει αλλά δεν πρόκειται να μου αποκαλύψει την ιστορία. «Κανείς δεν ξέρει τί γράφω παρα μόνο όταν το τελειώσω», ομολογεί. Και συνήθως η γυναίκα του είναι η πρώτη αναγνώστρια. Σε έχει επηρεάσει στον τρόπο που γράφεις η εμπειρία του παιδιού, τον ρωτώ. «Πολύ», μου λέει «ένα παιδί σε κάνει να σκεφτείς τον κόσμο αλλιώς. Έπιασα τον εαυτό μου, κάποιες προτάσεις που παλιά θα τις έγραφα ελαφρά τη καρδία, τώρα να τις βρίσκω επιφανειακές». Πάντα τις αλλαγές που σου συμβαίνουν τις συνειδητοποιείς μέσα από το γράψιμο; «Ναί και αφού περάσει αρκετός καιρός» παραδέχεται. Ίσως επειδή ο ίδιος μεταφράζει τα βιβλία του (γράφει πρώτα στα αγγλικά), και στην διαδικασία της μετάφρασης συνειδητοποιεί πού και πώς άλλαξε. «Είναι λες και κάνω ψυχανάλυση» λέει και γελάει.

Το πρόσωπο του οικείο, εκπέμπει μια ζεστή ατμόσφαιρα, μιλάμε λες και είμαστε φίλοι που έχουν καιρό να τα πούνε. Μου περιγράφει πως άλλαξε από το καιρό που πρωτοήρθε στο Λονδίνο. Τότε ήτανε ένας φοιτητής στο τμήμα μηχανολογίας, ήρθε για μεταπτυχιακό, δεν είχε γράψει λέξη μέχρι τότε στην ζωή του, ούτε και είχε φανταστεί πως θα τα παρατουσε όλα για να γίνει συγγραφέας. Μεγαλωμένος σε μια μικρή κοινωνία με όλες τις ελληνικές παραδόσεις εμφυτευμένες στο μυαλό του ερχόμενος στο Λονδίνο έπαθε σοκ με τον τόσο διαφορετικό τρόπο σκέψης. Του πήρε καιρό να προσαρμοστεί. Μου έκανε εντύπωση που μέχρι τα 29 σου δεν είχες γράψει τίποτα, του λέω. «Μεγάλωσα και γω με την κλασσική ελληνική αστική ιδέα της επιτυχίας» μου περιγράφει. «Ότι κάποια στιγμή θα κάνω ένα επάγγελμα το οποίο θα μου προσφέρει οικονομική άνεση και κοινωνικό στάτους και αυτό θα έλυνε όλα μου τα προβλήματα. Ήταν δική μου επιλογή να σπουδάσω μηχανολόγος- μηχανικός, δεν ακολούθησα το επάγγελμα των γονιών μου όπως συνήθως συμβαινει, (δημόσιοι υπαλλήλοι οι γονιοί του). Όλα λοιπόν είχανε κινηθεί στην ζωή μου με αυτή την ταχύτητα. Να σπουδάσω, να τελειώσω, να βρω μια καλή δουλειά, δεν άφηνα χρόνο στον εαυτό μου να σκεφτεί πως ίσως με ενδιαφέρει κάτι πιο δημιουργικό. Μπορεί βέβαια μην έγραφα αλλά ωστόσο διάβαζα πάρα πολύ και μάλιστα αγγλική λογοτεχνία. Ερχόμενος λοιπόν εδώ βρήκα κάποια στιγμή μια δουλειά στο Σέφιλντ, μια βιομηχανική περιοχή και εκεί τα πράγματα πήραν μια άλλη πορεία».

Σέφιλντ. Για να δει φίλο του έπρεπε να ταξιδέψει τρείς ώρες με το αυτοκίνητο. Πλήρης απομώνωση. Σπίτι, δουλειά και το αντίστροφο. Αρχισε να νιώθει πως κάτι του λείπει και κάπως έτσι άρχιζει να γράφει.. Όταν έβγαινε έξω να πάει σινεμά ή σε μια καφετέρια, η μοναξιά του όξυνε την παρατηρητικότητα, αυτό που αργότερα θα καταχωρούσε σαν σημαντικό προσόν για ένα συγγραφέα. «Όπως είχει πει και ο Τολστόι» λέει «μπορείς σαν συγγραφέας να εφεύρεις οτιδήποτε εκτός από την ανθρώπινη ψυχολογία. Είναι σημαντικό λοιπόν να μην χάνεις επαφή με την πραγματικότητα». Αποφασίζει να κάνει μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής, παρατάει λοιπόν την δουλειά του και αλλάζει πορεία. Σε εξέπληξε και σένα τον ίδιο η μεταστροφή της πορείας σου, τον ρώτω. Μένει για λίγο σκεφτικός και μετά μου απαντάει πως ναί μεν τον εξέπληξε γιατί ήτανε κάτι που δεν είχε φανταστεί, αλλά από την άλλη πάντα ένιωθε πως εκείνο που του ταιριάζει έιναι να απομωνώνεται και να δημιουργεί. «Δεν ήμουνα ποτέ των ομαδικών παιγνιδιών» λέει, από πιτσιρικάς εννοεί αλλά και αργότερα όταν έπρεπε να πηγαίνει στα διάφορα εργοστάσια, να κάνει τα λεγόμενα μήτιγκ και τα brainstorming, δεν ένιωθε ότι του ταίριαζαν όλα αυτά. Ήτανε τολμηρό ωστόσο να τα εγκαταλείψεις όλα, του λέω. Ίσως και να ήταν, μου απαντά αλλά ένιωθε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Και τώρα σε τί φάση βρίσκεσαι μετά από την έκδοση 4 βιβλίων; Είναι στην φάση ενός απολογισμού, λέει, θέλει να δει που έχει πάει και πού θέλει να πάει. Εξακολουθεί ωστόσο να χρειάζεται μια εικόνα, κατα κανόνα ένα τοπίο, όχι αστικό, για να τον εμπνεύσει. Τα πρώτα του βιβλία είχαν να κάνουν περισσότερο με την αναπαράσταση μιας μικρής κοινωνίας. Τώρα όμως έχει πάρει μια κατεύνθυση προς πιο ψυχολογικές αφηγήσεις. «Θέλω να απομωνώσω ένα χαρακτήρα και να δω πως αλλάζει ο ίδιος και πως αντιδρά κάτω από κάποιες συνθήκες. Με το «Μοναστήρι» άρχισα κάπως να το κάνω αλλά νομίζω πως στο βιβλίο που γράφω τώρα είναι πιο έντονο». Παλιά όταν σε ρωτούσανε γιατί γράφεις απαντούσες πως είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις, του λέω. Χαμογελάει. «Δεν θα έδινα πια την ίδια απάντηση. Γράφω για να επεξεργαστώ και να εξερευνήσω καποιες ιδεες και κάποιες καταστάσεις. Δεν με ενδιαφέρει πια τόσο η πλοκή, όσο η ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα. Με βάζει σε μια διαδικασία να σκεφτώ κάποια πράγματα και πια συνειδητοποιώ πως όταν τελειώνω ένα βιβλίο είμαι λίγο διαφορετικός από ό,τι όταν το είχα ξεκινήσει, πράγμα που δεν συνέβαινε με τα πρώτα βιβλία. Βάζω πια τον εαυτό μου σε διαφορετικές ψυχολογίες και διερωτώμαι για κάποια πραγματα της ζωής αλλιώς». Υποθέτω ότι αυτό εύχεσαι να συμβεί και στον αναγνώστη σου; «Μα ναί βέβαια, αυτή είναι η μεγαλύτερη μου φιλοδοξία. Να δίνω εκείνα τα ερωτηματικά τα οποία αφήνουν χώρο να ψάξεις για τις δικές σου απαντήσεις».

Δεν είναι από την φύση του περιπετειώδης τύπος, μου λέει. Ακόμα και να ταξιδεύει του ήτανε δύσκολο παρόλο που συνειδητοποίησε ότι τελικά τα ταξίδια του άνοιξαν άλλες διαδρομές στο γράψιμο. Σε ένα από αυτά τα εμπνεύστηκε και το βιβλίο που γράφει τώρα. Παλιά ήτανε και πιο μελαγχολικός ομολογεί, αλλά δεν το θεωρεί πια κουσούρι. Αντιθέτως πιστεύει πως αυτή η μελαγχολία είναι που του άναψε την σπίθα της συγγραφής. Μαζί του συμβαίνει το οξύμωρο όταν αισθάνεται μελαγχολικά να γράφει με περισσότερο χιούμορ και όταν νιώθει πιο ευτυχισμένος (όπως τώρα) να γράφει κάπως πιο σοβαρά.

Γιατί είχες πει πως αν αληθεύει ότι κάθε συγγραφέας γράφει στην πραγματικότητα το ίδιο βιβλίο, το δικό σου θα ήταν το βιβλιο της αποτυχίας, τον ρωτώ. Γιατί έτσι είναι και η ζωή μας, μου απαντάει. Ξεκινάμε με άλλα όνειρα και στην πορεία πετυχαίνουμε πολύ λιγότερα από κείνα που ονειρευτήκαμε. Και αυτό το στοιχείο της αποτυχίας που χρεωνόμαστε με ενδιαφέρει...

 

(Με τον Πάνο Καρνέζη συναντηθήκαμε χειμώνα του 2012)