( life is wonderful )

Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

O Πέτρος έμενε σ’ ένα λοφτ στο East Village. Μεταξύ της πρώτης και δεύτερης λεωφόρου. Με ένα φωταγωγό που έριχνε, ειδικά τα πρωινά, ένα υπέροχο φως. Εκεί, στις άκρες του Μανχάταν. Πίναμε τον καφέ μας και μου ’βαζε να ακούω όπερες, την ίδια ώρα που οι σειρήνες των περιπολικών αλώνιζαν την πόλη. Εγώ δεν άντεχα τις άριες. Και έτσι καβγαδίζαμε πρωινιάτικα. Επέμενα πως ήθελα να ακούσω τη «Γόβα Στιλέτο». Να παίζει ο Κραουνάκης και από το παράθυρο να κοιτώ τα τεράστια γυάλινα κτίρια. Αυτό ήθελα. Να φτιάχνω, δηλαδή ένα κοντράστ και μέσα σε αυτό να απλώνω τον αντιφατικό μου εαυτό. Κι ας ήμουνα στο Μανχάταν. Κι ας δεν μπορούσα να εξηγήσω στον Πέτρο για το γκέτο της ζωής μου. Κι ας  περίμενα από κείνον να είναι η τροφή μου. Πλακωνόμαστε λοιπόν, πάνω από ένα σιντί και γω του φώναζα πως ποτέ δεν θα τον παντρευόμουνα, πως θα τον εγκατέλειπα στη μοναξιά μιας άριας. Εκείνος αντιμετώπιζε τις υστερίες μου με ένα βλέμμα αδιαφορίας κι ύστερα έβγαζε ένα ταλαίπωρο σημειωματάριο, καθότανε στην άκρη του τραπεζιού, άναβε τσιγάρο κι άρχιζε να μου διαβάζει τα ποιήματά του. Έγραφε ποιήματα. Πολύπλοκα και δυσνόητα. Αγωνιζόμουνα να καταλάβω τον ψυχισμό του μέσα από τις λέξεις. «Αν δεν μπορείς να με καταλάβεις μέσα από τους στίχους μου δεν θα μπορέσεις να με καταλάβεις ποτέ», μου ’λεγε με ύφος αλαζονικό. Κι ύστερα εκείνος έφευγε για τη δουλειά του. Και γω έφευγα για να εξερευνήσω τους νεοϋρκέζικους δρόμους. Τα βράδια μου μαγείρευε και γω φυλλομετρούσα αμερικάνικα περιοδικά, ενώ μου εξιστορούσε τις φοβίες του. Φοβότανε τα αεροπλάνα και τον πόλεμο. Εγώ γελούσα που φοβότανε. Εκείνος θύμωνε που γελούσα μα ύστερα του περνούσε και μου ’λεγε «Θέλω να μείνεις εδώ για πάντα». Μα δεν έμεινα…

Χρόνια μετά, μου έστειλε ένα γράμμα. Ένα από τα καινούρια του ποιήματα το ίδιο δυσνόητο. Και μαζί ένα σημείωμα όπου έλεγε «είμαι καλά, έχω μια σχέση, σκέφτομαι να παντρευτώ, τη λένε Μίτσι». Δεν ήξερα τι προέλευση μπορεί να είχε αυτό το όνομα, που εμένα μου θύμιζε σκυλί. Δεν ρώτησα. Το μόνο που ήθελα να μάθω ήτανε πώς μετάφραζε τα ποιήματά του στη Μίτσι. Κι ύστερα με έπιανε το παράπονο που δεν ήμουνα πια εγώ η ζωή του. Μήνες μετά, βρέθηκα πάλι στο Μανχάταν. Είχε πια μετακομίσει στο West Village. Σε ένα διαμέρισμα χωρίς φωταγωγό. Δεν έπαιζε άριες τα πρωινά. Και δεν κάπνιζε μέσα στο σπίτι. Μαγείρευε χόρτα βραστά και έγραφε ποιήματα σε ένα γραφείο δίπλα από το παράθυρο. Τα βράδια ο Πέτρος έγραφε και η Μίτσι έκανε γιόγκα. Την βρήκα ανάποδα, έτσι την γνώρισα ανάποδα, με το κεφάλι στο έδαφος και τα μάτια κλειστά. «Αυτή είναι η Μίτσι» μου είπε ο Πέτρος και γω είδα μια μικρόσωμη Γιαπωνέζα με μαύρα μαλλιά και κόκκινα χείλη σε κατακόρυφη στάση. Είχε μετακομίσει τον προηγούμενο χρόνο από το Τόκιο στη Νέα Υόρκη. Ήθελε να σπουδάσει καλές τέχνες. Ήθελε να φτιάχνει υφάσματα που να μοιάζουν με πίνακες. Της άρεσε να διαβάζει βιβλία κα να τρώει υγιεινά. Δεν θύμωνε ή μάλλον όταν θύμωνε δεν φώναζε. Έκλαιγε σιωπηλά. Ο Πέτρος μου ’λεγε ότι είχε ένα μοναδικό τρόπο να τον ηρεμεί. Κι ύστερα μου ομολόγησε πως ποτέ δεν της είχε διαβάσει τα ποιήματά του. Πώς να τα μεταφράσει έτσι κι αλλιώς. Και γω απορούσα που δεν ήθελε να μεταφράσει τη ζωή του. Το ερχόμενο καλοκαίρι θα πήγαινε στο Τόκιο ή κάπου έξω από το Τόκιο να γνωρίσει τους δικούς της. Κι ύστερα θα έφερνε τη Μίτσι εδώ, να πάνε μαζί στη θάλασσα και να φάνε χωριάτικες σαλάτες με μπόλικη φέτα. Εγώ όσο έμενα εκεί, έβγαινα κάθε βράδυ σε ένα στενό μπαλκόνι για να καπνίσω. Και όσο κρατούσε ένα τσιγάρο, σκεφτόμουνα πώς να ’ναι άραγε το Τόκιο. Πώς να ’ναι το σπίτι της Μίτσι και πώς η γειτονιά της. Μου φαινότανε τόσο παράλογο. Εκείνη από το Τόκιο, εγώ από δω και στο ενδιάμεσο ένας έρωτας. Ο δικός μου για τον Πέτρο, ο δικός της για τον Πέτρο, τον Πέτρο με τα πολύπλοκα ποιήματα. Έφυγα μια βδομάδα μετά. Φίλησα τη Μίτσι σταυρωτά και τον Πέτρο στο μάγουλο.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Και τώρα είναι Δευτέρα βράδυ. Ανακατεύω τα συρτάρια μου και βρίσκω τυχαία ένα γράμμα που μου ’χε στείλει κάποια στιγμή ο Πέτρος από το Τόκιο. Ένα γράμμα όπου έγραφε:

Θέλω τόσο πολύ να σου διαβάσω ένα ποίημα. Το έγραψα χθες το απόγευμα, ενώ κοιτούσα τις ανθισμένες κερασιές…

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)