( life is wonderful )

Ο ΛΕΚΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Διέσχισα την παλιά δημοτική αγορά κι’ είδα τον Σ.  απέναντι μου,  μόλις είχε αγοράσει ποτήρια, είπε, από ένα παλαιοπωλείο παραδίπλα, μου έγνεψε να τον ακολουθήσω μέχρι το καφενείο του, τον ακολούθησα, με κέρασε διπλό σκέτο και ύστερα τούπα για κείνο το συγγραφέα που συνάντησα. «Θες να σε πάω εγώ μια βόλτα στο παράδοξο;», μου είπε  ο Σ. και βέβαια ήθελα, γι’ αυτό άλλωστε περιπλανιόμουνα, «δεν χρειάζεται να περπατήσεις πολύ», είπε, «απέναντι θα πάμε», και το απέναντι ήτανε ένα ξενοδοχείο ύπνου, έτσι έγραφε στην πινακίδα, ένα κτίριο σκοτεινό σαν ξεχασμένο, κατά μήκος της πράσινης γραμμής, με τα παντζούρια συνήθως κλειστά.

Ανεβήκαμε μια σκάλα, οι τοίχοι γαλάζιοι, ένα σκυλί στο τελευταίο σκαλί κουνούσε την ουρά του, ο Σ. το χαίδεψε, «ποιος είναι;» φώναξε μια αντρική φωνή, ο Σ. αποκρίθηκε, ο άντρας χαμογέλασε, «είναι μια μάνα και ένας γιος οι ιδιοκτήτες», μου ψυθίρισε ο Σ., ο άντρας λοιπόν ήταν ο γιός, γύρω στα 50, μπορεί και λιγότερα, «κάντε την βόλτα σας» είπε και έστριψα αριστερά, κλειστές γαλάζιες πόρτες σε ένα μακρόστενο διάδρομο, «αυτά δεν νοικιάζονται», είπε, «θέλουνε φτιάξιμο», μισοάνοιξα μια πόρτα, ένα κλουβί με παπαγάλους και ύστερα άλλη, στο πάτωμα πιάτα με σκυλίσια τροφή και ρούχα πεταμένα και από τα παράθυρα η θέα των απέναντι με τις σημαίες τους, συνέχισα να ανοίγω πόρτες, στο τελευταίο δωμάτιο στοιβαγμένα σακιά, σαν φυλάκιο-απομεινάρι του πολέμου. Ο Σ. έκανε στροφή, ακολούθησα, ένα σαλονάκι στο ενδιάμεσο και μια κουζίνα, εδώ μένουν μάνα και γιός, η μάνα έβλεπε τηλεόραση, μαυροντυμένη με άσπρα μαλλιά, το σκυλί κάθότανε στα πόδια της, «πόσα χρόνια έχετε το ξενοδοχείο;» την ρώτησα, «πολλά» απάντησε, «μετά τον πόλεμο το πήραμε», είπε και γύρισε στην τηλεόραση. Το πρώτο δωμάτιο ήτανε του γιού, στο τοίχο δεκάδες κρεμασμένα κομπολόγια, «σ’ αρέσουνε τα κομπολόγια;» ρώτησα «ναι» είπε και έμοιαζε σαν έφηβος που χαίρεται την συλλογή του, πιο πέρα πόρτες με αριθμούς, το 24, το 25, μια μπόχα έβγαινε από το γαλάζιο και μια εγκατάλειψη σαν λερωμένη μοναξιά και στα δωμάτια κρεβάτια ετοιμόρροπα με τιγρέ κουβέρτες, από κείνες που πουλάνε οι πλανώδιοι.  «Ποιος έρχεται να μείνει εδώ;» ρώτησα τον Σ. όταν είχαμε ήδη φύγει. «Δεν ξέρω» μου απάντησε μα άκουσε-είπε- κάποιους να λένε, πως εκεί πάνε συνήθως οι ηλικιωμένοι που νοικιάζουνε Κινέζες πόρνες…

Δύο βήματα πιο κάτω το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών. Έίχα ήδη αργήσει για το θέατρο. Κάθισα στο τρίτο σκαλοπάτι, στο μυαλό μου σφηνωμένα ακόμα τα γαλάζια δωμάτια, κοίταξα το ροζ φράχτη του σκηνικού και το βίντεο με τον κήπο, δεν ήξερα πώς να τα χωρέσω όλα στο κεφάλι μου, μα  έλα που τα χώρεσε συγκλονιστικά ο Μάριος Ιωάννου στον τελευταίο μονόλογο του… «Άνοιξε μάνα το παράθυρο να μπει ο κήπος» φώναζε ο Μάριος και γω έβλεπα ένα γιο με κομπολόγια και μια μάνα στην τηλεόραση και γέρους κάτω από τιγρέ κουβέρτες…Και κείνο το λεκέ της μοναξιάς.