( life is wonderful )

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

1996. Νέα Υόρκη. Από το φωταγωγό του Πέτρου μπαίνει το φως. Κι από τα παράθυρα του μπαίνει η Νέα Υόρκη. Τα πρωινά περπατώ δίπλα από τον ποταμό Χάτσον και χάνομαι στις υπαίθριες αγορές. Σκουντουφλώ πάνω σε άστεγους. Σκουντουφλώ και σε ό, τι νιώθω πως με έχει, μέχρι τώρα, στεγάσει. Τα βράδια περπατώ σε σκοτεινά μικρά δρομάκια. Και δεν πεθυμώ τίποτα. Κοιτώ μόνο τα ψηλά γυάλινα κτίρια. Και μετρώ τις φορές που χάθηκα μέσα σε μάτια που γυάλιζαν.

1998. Τοσκάνη. Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο του τρένου. Η φίλη μου απέναντι κοιμάται. Και γω κοιτάω απέξω τους αμπελώνες της Τοσκάνης. Μυρίζει Μεσόγειο. Μυρίζει ιδρώτα και αλάτι από θάλασσα. Γράφω και σβήνω σε ένα παλιό τετράδιο. Γράφω και σβήνω στο μυαλό μου. Το τρένο προχωρά. Και γω μαζί του. Και η Τοσκάνη στο πλάι μου. Και η Βενετία μπροστά μου. Πεθύμησα να δω νερό. Πεθύμησα, δηλαδή, να ξεδιψάσω με ένα βλέμμα.

1999. Αίγυπτος. Έρημος και θάλασσα. Άμμος και άμμος. Αράζω σε έναν καταυλισμό βεδουίνων. Ξαπλώνω σε μαξιλάρια πάνω στην άμμο δίπλα από την Ερυθρά Θάλασσα. Πίνω αραβικό καφέ και μιλώ ελάχιστα, σχεδόν καθόλου. Τα βράδια εδώ χορεύουν και τραγουδάνε, παίζουν τα ταμπούρλα δυνατά και σκεπάζονται με μακριές κελεμπίες. Εγώ δεν σκεπάζομαι. Μένω ξεσκέπαστη κάτω από έναν ουρανό, εκτεθειμένη. Είμαι τόσο προσωρινή εδώ, που δεν μπορεί καμιά μονιμότητα μου να με ξεγελάσει. Άμμος και άμμος τα βήματά μου. Σβήνονται την ίδια ώρα που σχηματίζονται.

1997 Παρίσι. Κάνει κρύο. Τρέμει το τσιγάρο στα χέρια μου. Περπατώ στη Μονμάρτη ανάμεσα σε περίεργους ζωγράφους. Εσύ με βγάζεις φωτογραφίες προφίλ. Και γω απορώ που σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Τις μέρες γυρνάμε στα μικρά καφέ και στα μουσεία. Και τα βράδια παίρνουμε τον υπόγειο και διαλέγουμε τυχαία σε ποια στάση να κατεβούμε. Δεν μιλάμε γαλλικά. Μα εδώ μιλάμε τουλάχιστον μεταξύ μας. Τα σχέδιά μας διαρκούν τόσο, όσο για να μην προλάβουν να ανατραπούν. Γι’ αυτό και όταν επιστρέφουμε πίσω συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν μας σώζει. Μόνο η ανατροπή μας.

1994 Σίδνεϊ. Είναι απόγευμα και από μια βάρκα κοιτώ πίσω το Σίδνεϊ να γυαλίζει στα μοβ χρώματα του ουρανού. Φοράω ένα τζιν σακάκι και κρατάω τα μαλλιά μου που τα παίρνει ο αέρας. Τυλίγομαι στο τζιν σακάκι μου. Τυλίγομαι στη σιωπή μου. Είμαι ακόμα ανυποψίαστη. Πως στις σιωπές μου είναι που θα ανακαλύπτω σε κάθε επόμενο ταξίδι, το δικό μου χάρτη.

2001 Σαντορίνη. Κάθε απόγευμα παίρνουμε το τζιπάκι και κάνουμε την ίδια διαδρομή ακούγοντας εκείνο το ίδιο τραγούδι. Για να κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα. Τίποτα άλλο δεν θέλουμε να προλάβουμε. Μόνο το ηλιοβασίλεμα την ώρα που θα παίζει εκείνο το ίδιο τραγούδι.

2006 Κάβο Γκρέκο. Ο ήλιος με καίει. Κι άλλα πολλά είναι που με καίνε. Φοράω σκούρα γυαλιά και ένα λευκό μακό μπλουζάκι. Και δυναμώνω την ένταση. Της ζωής μου. Αλλάζω ταχύτητα. Μια ζωή έγραφα για τις on the road διαδρομές μου. Μα ξέχασα να γράψω αυτό: Πως τελικά όλα είναι δρόμος.