( life is wonderful )

ΟΙ ΔΙΧΡΩΜΕΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ

Στη κηδεία του πατέρα μου όλοι κρατούσαν την μύτη τους. Τους έβλεπα έναν-έναν με την άκρη του ματιού μου. Είχα το κεφάλι μου σκυφτό, σε αυτή την θέση, με το λαιμό γερμένο προς τα κάτω και τους λοξοκοιτούσα. Είχα και το χέρι γύρω από τους ώμους της μάνας μου, η οποία πότε έκλαιγε και πότε μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της πώς αν δεν πέθαινε από μόνος του θα τον σκότωνε με τα ίδια της τα χέρια. Αυτό μουρμούριζε και ύστερα έκλαιγε και γω σκεφτόμουνα πως ίσως να μην τον σκότωνε με τα ίδια της τα χέρια. Ίσως και να έψαχνε ένα πιο αιματηρό θάνατο, όπως να του άνοιγε το κεφάλι με το φτυάρι που φύτεψε τις προάλλες τις δίχρωμες τριανταφυλλιές. Για κείνον τις αγόραζε, τις προτιμούσε ο πατέρας μου, γιατί όπως έλεγε «τις βλέπεις και λες υπάρχει θεός». Και η μάνα μου ξυπνούσε χαράματα κάθε Τετάρτη να πάει πρώτη στην λαική για να αγοράσει δίχρωμες, να τις βλέπουνε μαζί και να λένε υπάρχει θεός.
«Μου κατάστρεψε την ζωή» παραμιλoύσε μέσα στα αναφιλητά της και εννοούσε πως της κατάστρεψε την ζωή επειδή πήγε και πέθανε και όχι επειδή έζησε όπως έζησε. Ο πατέρας μου δεν ήταν από κείνους που σου καταστρέφουν την ζωή. Όχι δεν ήταν τέτοιος. Ήταν από τους άλλους, τους λίγους, που διακρίνουν το Θεό μέσα στις τριανταφυλλιές και στην θάλασσα και στην γραμμή του ορίζοντα, η οποία δεν είναι τοσο μακριά, αυτό έλεγε, πως δεν τόσο μακριά και πως μπορείς, αρκεί να το θες, να την αγγίξεις. Κάθε πρωί έπλενε τα χέρια του με ένα σαπούνι πράσινο και απάγγελνε στίχους του Μόντη. Από μικρός αυτό έκανε. Ήξερε απέξω τους στίχους των ποιητών μας, γι’αυτό τούχανε αδυναμία οι καθηγητές στο σχολείο, εκεί στο Καραβά. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί λέγανε στην γιαγιά μου «Λεβέντης ο γιός σας κ. Μαρία,τέτοιους χρειάζεται ο τόπος για να πάει μπροστά». Εκεί έμαθε να μιλάει τα βράδια με στίχους του Μόντη και τα απογεύματα να περιγράφει τα χρώματα και τα πρόσωπα όπως τα ζωγράφιζε ο Διαμαντής.
«Να βάζεις πάντα κόμμα πριν την αναφορική πρόταση» μου έλεγε, για χρόνια αυτή ήτανε η συμβουλή του, και δεν ήτανε τόσο ο κανόνας που τον πονούσε, όσο να μην ξεχνάω πως πρέπει νάχω πάντα τον πήχυ μου ψηλά. «Άφηνε πάντα ένα χαμόγελο για τους περαστικούς» αυτή ήταν η καλημέρα του, κάθε μέρα, πριν ακόμα είμαι σε θέση να καταλάβω τί εννοούσε. Και τώρα; Τί έγινε τώρα ρε πατέρα; Πού στο καλό πήγε εκείνο το χαμόγελο; Γιατί τόκλεισες μέσα σε ένα κουτί που βγάζει μόνο βρώμα; Τί στο διάολο έγινε;
Τους έβλεπα έναν-έναν. Που κρατούσαν την μύτη τους. Άλλοι το έκαναν πιο διακριτικά, ακουμπούσαν το χαρτομάντηλο απαλά στα ρουθούνια τους όπως πουδράρει μια γκόμενα την μούρη της, άλλοι ήταν τελείως απροκάλυπτοι, άρπαζαν με το μαντήλι την μύτη τους, λες και τους τέλειωνε από λεπτό σε λεπτό το οξυγόνο. «Πρέπει να έπαθε κατάθλιψη» σιγοψυθίριζαν μερικοί για να δώσουν μια εξήγηση. «Έμαθα πως κατουρούσε πάνω του» έλεγε ένας «δεν ήτανε με τα καλά του, αυτά παθαίνουνε όσοι πιστεύουνε τους ποιητές » πρόσθετε άλλος «κρίμα, τόσο μορφωμένος άνθρωπος, με τόσα χαρίσματα, να καταντήσει έτσι» συμπλήρωνε ένας τρίτος. Στους επικήδειους που διαβάστηκαν δεν μίλησε ωστόσο κανείς, για κάτουρα και καταθλίψεις. Μίλησαν για τους αγώνες του το καιρό της ΕΟΚΑ, και ήταν μάλιστα εκείνοι οι ίδιοι που όσο ζούσε τον κατηγορούσανε για προδότη. Μίλησαν για την φοβερή του πένα, εκείνοι οι ίδιοι που όσο ζούσε τον πολεμούσαν για τον τρόπο που εκφραζόταν. Μίλησαν για το πόσο αγάπησε αυτό τον τόπο και τον πολιτισμό του, εκείνοι οι ίδιοι που θα τους βόλευε περισσότερο αν τον αγαπούσε λιγότερο. Τον χαρακτήρισαν άνθρωπο με όραμα και αισθητική παιδεία, εκείνοι οι ίδιοι που δεν ήξεραν καν τον ορισμό αυτών των λέξεων.
Ο θάνατος του ωστόσο δεν είχε καμία αισθητική. Εκείνο που είχε ήταν μια σφαίρα στο κρόταφο του, που την σφήνωσε ο ίδιος. Εκείνο που είχε ήταν και ένα αμόρφωτο μπάτσο με λεπτό μουστάκι και γυαλιά ηλίου απομίμηση Καρέρας, μετρίου ύψους και ανύπαρκτης ευστροφίας, ο οποίος χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μας, τέσσερεις μέρες μετά την εξαφάνιση του πατέρα μου και μου είπε: «Κύριε, βρήκαμε τον πατέρα σου νεκρό μέσα στο αυτοκίνητο του πάνω σε ένα λόφο. Πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Δυστυχώς το πτώμα άρχισε να αποσυντίθεται». Τα γεγονότα που επακολούθησαν της βάρβαρης ανακοίνωσης του μπάτσου ήταν πολύ πιο βάρβαρα. Οι σάρκες του πατέρα μου σκορπισμένες παντού μέσα στο αμάξι και μια βρώμα που μου τρυπούσε τον εγκέφαλο. Κανένας δεν δέχτηκε να καθαρίσει το αυτοκίνητο, ούτε βενζινάδικο, ούτε μηχανικός. Εγώ και η μάνα μου το τρίψαμε, με τα ίδια μας τα χέρια. Σκίσαμε ένα-ένα τα παλιά του πουκάμισα, πήραμε βετέξ, ρίχναμε βετέξ στα πουκάμισα και μετά τρίβαμε τις μαξιλάρες να φύγουνε οι σάρκες και το αίμα του. Τρίβαμε και κλαίγαμε, εγώ από μέσα μου, η μάνα μου φωναχτά και το ίδιο φωναχτά έλεγε «θα σε σκοτώσω» λες και δεν ήτανε ήδη πεθαμένος. Και όταν αργότερα πήγαμε στο σπίτι, άρχισε με μια τρομαχτική μανία να ξεριζώνει μια-μια τις τριανταφυλιές. «Τις γαμημένες τις δίχρωμες τριανταφυλιές». Και τις δικές μας και κείνες του γείτονα, όλες τις ξερίζωνε. «Σταμάτα βρε μάνα» της έλεγα, τίποτα δεν άκουγε, τίποτα δεν ήθελε να ακούσει. «Όλες θα τις ξεριζώσω», μου είπε, «όλες, σε όποιο σπίτι υπάρχουν, και στα πατέρια των δρόμων, και στους κυκλικούς κόμβους και στο δημόσιο κήπο και στο γραμμικό πάρκο. Όλες, ακούς, όλες. Μέχρι να μου φέρουνε ένα τρελλογιατρό. Εδώ μπροστά μου τον θέλω τον τρελλογιατρό. Να με ρωτήσει γιατί ξεριζώνω τις τριανταφυλιές. Και γω θα την έχω έτοιμη την απάντηση, τώρα την ξέρω την απάντηση, ακούς, την ξέρω την απάντηση. « Τις ξεριζώνω γιατί δεν υπάρχει θεός, ρε ηλίθιε, δεν υπάρχει θεός».
Ίσως και νάχε δίκαιο η μάνα μου. Ίσως και να μην υπάρχει Θεός αλλά από την άλλη άν τον ακύρωνα θα ακύρωνα και τον ίδιο τον πατέρα μου, που τον έβλεπε μέσα στις δίχρωμες τριανταφυλιές και σε κείνη τη γραμμή του ορίζοντα. Που τον διέκρινε στους στίχους του Μόντη και στα χρώματα και στις μυρωδιές και έπλενε τα χέρια του κάθε πρωί με ένα πράσινο σαπούνι. «Τί σκατά είμαστε ρε μαλάκα» έλεγα στον εαυτό μου όσο κοιτούσα το φέρετρο να χάνεται κάτω από το χώμα. «Τί σκατά είμαστε;»
Λίγο μετά την ταφή με πλησιάσε ο ίδιος μπάτσος με τα Καρέρας κρατώντας κι’αυτός ένα χαρτομάντηλο καρφωμένο στη μύτη του. «Κύριε Πέτρο» μου είπε με κλειστά τα ρουθούνια και σχεδόν ψυθιριστά. «Βρέθηκε ένα σημείωμα, λίγα μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο...Ίσως να το έγραψε ο ίδιος ο πατέρας σας και μάλλον το πήρε ο αέρας».
Άρπαξα το σημείωμα από τα χέρια του, χωρίς να του πω λέξη και απομακρύνθηκα βιαστικά από την υπόλοιπη πομπή. Κάθισα σε ένα τάφο παραδίπλα, τα χέρια μου έτρεμαν, μ’αυτά τα τρεμάμενα χέρια το άνοιξα και με την αγωνία πως μέσα σ’αυτό θα έβρισκα μια απάντηση. Μια εξήγηση. Μια μυρωδιά που να νικάει τη βρώμα.

«-Είναι ολότελα μάταιοι αυτοί οι αγώνες.
-Το ξέρω. Γι’ αυτό αναμείχθηκα,
γι’ αυτό ακριβώς αναμείχθηκα”.*

Αυτό έγραφε. Αυτό και τίποτε άλλο.

* στίχος από ένα ποίημα του ποιητή Κώστα Μόντη