( life is wonderful )

ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΕΙΣ ΣΩΣΤΑ

Από τα παράθυρα του έμπαινε όλη η θάλασσα, τα καράβια στο βαθος φωταγωγημένα, ήτανε ήδη βράδι, δηλαδή σκοτάδι και το νερό σχεδόν σαν μαύρο. "Πώς είναι να ξυπνάς το πρωί και να κοιτάς την θάλασσα;" τον ρώτησα, δεν ήξερα αν με άκουσε, ήτανε χωμένος μέσα στο ψυγείο και έψαχνε για μια μπύρα, επανέλαβα την ερώτηση πιο δυνατά και τότε έκλεισε το ψυγείο, με κοίταξε με ένα χαμόγελο και ύστερα κοίταξε πέρα στα καράβια χωρίς να πει λέξη. Λοιπόν; τον ρώτησα, "πώς είναι να ξυπνάς με την θάλασσα;". " Χθές ήτανε πράσινη", απάντησε, "δεν ήξερα ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει τόσο πράσινη", συνέχισε, "και τις προάλλες ήτανε γκρίζα", έτσι είπε, ούτε και σε αυτό το χρώμα την είχε δει ποτέ, μα από τότε που βρήκε αυτό το μικρό διαμέρισμα, που τα τζάμια του καδράρουνε θάλασσα, την είδε σε όλα της τα χρώματα "και κάπως έτσι έφυγε, χωρίς καμία άλλη εξήγηση, χωρίς κανένα άλλο ψάξιμο, το τελευταίο ίχνος θλίψης που είχα μέσα μου". Έτσι είπε.

Και ύστερα άνοιξε την παγωμένη μπύρα, κάθισε απέναντι μου σε ένα πορτοκαλί καναπέ που είχε πάνω του γαλάζια μαξιλάρια και άρχισε να μου μιλά για την ιστορία της θλίψης, από τα 22 του την κουβαλούσε, δεν το είχε επιλέξει, ένας αστυνομικός μια μέρα χτύπησε την πόρτα του, ¨ο πατέρας σας βρέθηκε πεθαμένος", του είπε, "μέσα στο αυτοκίνητο του, σε ένα λόφο κάπου έξω από την πόλη". Είχανε ήδη περάσει τρείς μέρες που τον ψάχνανε, μόνος του είχε αποφασίσει να τελειώσει με την ζωή του, "την αγαπούσε όμως την ζωή ο πατέρας μου", μου λέει, "τα μεσημέρια την ώρα που έπλενε τα χέρια του πάντα τραγουδούσε, τραγούδια του Καζαντζίδη, του άρεσε ο Καζαντζίδης"." Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά", μου είπε μετά, "δεν μ’αρέσει να βγάζω λέξεις στεναχωρημένες, γιατί δεν είναι έτσι". Και πως είναι; τον ρώτησα…

Και τότε άρχισε να μου διηγείται για κείνη την εποχή, όπου δεν είχε λεφτά, τίποτα δεν είχε, περπατούσε με τα πόδια μέσα στην βροχή και περίμενε πως κάτι καλό θα συμβεί αλλά δεν συνέβαινε και ήτανε θυμωμένος που είχε φύγει ο πατέρας του, "ήθελα να μην έφευγε", μου είπε, "να ήτανε εδώ για με πάρει από το χέρι και να μου πει μην ανησυχείς, όλα θα πανέ καλά, ήθελα κάποιος να μου πει πώς όλα θα πάνε καλά". Μέχρι που ένας φίλος μια μέρα, του είπε, "αγόρασε ένα φυτό, βάλτο στο σπίτι σου", τίποτα άλλο δεν είχε το σπίτι του, άδειο, ένα κρεβάτι μόνο και ένα φυτό, "πότιζε το, φρόντιζε το και θα δεις που όλα θα έρθουνε μετά, πρώτα είναι η φροντίδα και όλα τα άλλα έρχονται". Ετσι έγινε. Αγόρασε το φυτό και όλα τα άλλα ήρθανε μετά, ήρθανε μετά που άνοιξε τα παράθυρα του και έμπαινε ήλιος και έμαθε πως είναι σημαντικό να μπαίνει ο ήλιος και νάχει τα παράθυρα ανοιχτά.

Και ύστερα άλλαξε σπίτι, από τα παράθυρα του ήθελε να μπαίνει μαζί με τον ήλιο και η θάλασσα και τα καράβια στο βάθος που ήτανε τα βράδια φωταγωγημένα, "θάτανε ωραία να γινόμουνα ναύτης" μου λέει, δεν έγινε ναύτης, έγινε ηθοποιός. Και έμαθε να αναπνέει σωστά, δηλαδή λίγο πιο κάτω από τον ομφαλό, εκεί είναι η διαδρομή της αναπνοής και όποιος ρουφά κοιλιά χάνει κάτι από την ζωή του, "αυτό μας μαθαίνουνε", μου λεει, "να ρουφάμε κοιλιά, για να φαινόμαστε ωραίοι, για να κρύβουμε τί δεν μας κάνει να νιώθουμε ωραία και έτσι δεν αναπνέουμε, περνάει η ζωή μας με λιγότερες ανάσες, χάνουμε οξυγόνο, εμένα ο πατέρας μου τραγουδούσε όμως κάθε μεσημέρι την ώρα που έπλενε τα χέρια του και ύστερα είδα μια βουκαμβίλια να φυτρώνει στο κοιμητήριο και έτσι έμαθα πως πρώτα είναι η φροντίδα και ύστερα έρχονται όλα τ’αλλα, δηλαδή το να αγαπάς, τίποτα άλλο δεν έχουμε, μόνο την αγάπη και για να αγαπήσεις πρέπει να μάθεις να αναπνέεις σωστά, να αναπνέεις αγάπη"…

Και ύστερα άνοιξε το ψυγείο πήρε μια μπύρα και ύστερα κοίταξα τα καράβια στο βάθος και το νερό της θάλασσας και ύστερα πήρα μια βαθειά ανάσα και τουπα πως είναι ώρα να φύγω γιατί είχα ξεχάσει να ποτίσω την βουκαμβίλια μου και ανησύχησα μήπως μου μαράνει που δεν την φρόντισα. Ανησύχησα, μήπως μαράνουνε και όλα τ’άλλα που είναι ναρθούνε, γιατί τα περίμενα ναρθούνε χωρίς να αναπνέω σωστά. Χωρίς να αναπνέω αγάπη…