( life is wonderful )

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΙΓΑΝΙΔΗΣ

Στην “Μέλισσα” στις πέντε μούπε ο Λευτέρης. Ήμουνα εκεί. Στις πέντε. Τους βρήκα στο τραπέζι στο βάθος πλάι από ένα ερμάρι γεμάτο πιατικά και κεντημένα πετσετάκια. Τί τρώς, τον ρώτησα μόλις κάθισα, “μπαμπά” μου απάντησε, “έλα πάρε άμα δεν σιχαίνεσαι”, μούδωσε κουταλάκι, μου παράγγειλε και καφέ και κάπως έτσι άρχισαμε να μιλάμε για ένα χαικού, και για όλα εκείνα που μόνο κάποιος που ξέρει τί πάει να πει λοξή ματιά, τα ακουμπάει.

“Απο μικρός τόχα αυτό με τις ηχογραφήσεις” (σκουπίζει τα γένια από τον μπαμπά και προχωράει). “Να μου πάρετε ένα κασσετοφωνάκι, είπα στους δικούς μου, τάχα μου για να ηχογραφώ τους δασκάλους και να ακούω τα μαθήματα γιατί ήμουνα ακουστικός τύπος”. Αυτό έκανες; Γελάει. Όχι δεν έκανε αυτό, ηχογραφούσε την γιαγιά του, τις θειάδες του, αυτά ηχογραφούσε. Τί νάναι άραγε αυτό που κάνει ένα παιδί να θέλει να ηχογραφεί τις φωνές, απορώ. Με κοιτάζει και χαμογελάει. “Έλα ντε. Έτσι ήμουνα. Άκουγα τα χρώματα των φωνών, ήτανε δηλαδή σαν τραγούδια στ’αυτιά μου. Σαν τυφλός μεγάλωσα, μη βλέπωντας, ακούγοντας”.

Η γκαρσόνα διακόπτει. “Ντέλετε νερό;” (σπασμένα ελληνικά, γλυκό χαμόγελο). Εμείς συνεχίζουμε. Παιδική ηλικία: “Όταν είσαι παιδάκι δεν χρειάζεται να ορίσεις αυτές τις έννοιες, αγάπη, δημιουργικότητα κτλ. Υπάρχουνε αλλά δεν σου δίνουν στίγμα. Άλλα είναι που σε ενδιαφέρουν. Σε ενδιαφέρει το παγωτό”. Έρχεται όμως μια στιγμή που υπάρχει μια συνείδηση, του λέω. “Ναί ξεφουσκώνει κι’αυτό φέρνει μια απογοήτευση, μια απώλεια. Λες Α! αυτό το όνομάζουνε δημιουργικότητα, το έχω άραγε εγώ; Γυρνάει δηλαδή ο φακός πάνω σου και τότε είναι η απώλεια. Είναι όπως όταν ένα παιδάκι κάνει κάτι επιτυχημένο και το χειροκροτούν και τότε αρχίζει διαρκώς να κάνει το ίδιο σόου επειδή ξέρει ότι αρέσει. Είναι ένας κύκλος που ύστερα κολλάει πάνω μας για όλη την ζωή: Να είσαι αυτό που κάποτε άρεσε”.

Δεν ήτανε εξαίρεση αυτός. Απλώς όταν το συνειδητοποίησε μπήκε άλλος μηχανισμός που μπλοκάρει την μηχανή γιατί δεν ήθελε νάναι το στρατιωτάκι που λέει το μάθημα του. Αυτό είναι περιοριστικό, ανελεύθερο, λέει, του γνέφω πως συμφωνώ και ύστερα θέλω να μάθω για το τώρα του. “Μετά από κάποια ηλικία δεν έχεις κανένα λόγο να έχεις προσωπεία, δεν σε νοιάζει. Αυτό το θυμάμαι από την μάνα μου, όσο περνούσανε τα χρόνια γινότανε πιο ευθύς, έτσι είναι οι ανθρώποι όσο μεγαλώνουνε διότι δεν έχουνε κανένα δοσατζή να κάνουν ελιγμούς, είναι μόνοι απέναντι στο μόνο σίγουρο γεγονός. Κι’αυτή είναι μια πολύ πιο άμεση και ξεκουραστική σχέση. Λες τρείς κουβέντες και είναι όλες στο δόξα πατρί”. Είναι ένα είδος ελευθερίας, κάνω σχόλιο. “Και βέβαια είναι γιατί έχει αλήθεια, δεν έχει υπόλοιπο”. Μήπως για να βρούμε την αλήθεια πρέπει να κουραστούμε από τα προσωπεία; “Ναί μπορεί. Μπορεί νάναι σαν την υγεία που την καταλαβαίνουμε μετά. Αυτό λέει και ένα ποιήμα του Ζεν. Ένα αριστούργημα. Λέει: “Όταν ταιριάζει το παπούτσι ξεχνιέται το πόδι”. Δηλαδή όταν δεν έχεις καμία ενόχληση από το σώμα, δεν υπάρχει σώμα. Όταν είσαι παιδάκι είσαι μόνο άέρας. Έλεγες πάω στο πάρκο και δεν υπήρχαν ούτε πόδια ούτε σκάλα, ούτε τραύματα. Μετά το σώμα σε γειώνει. Είμαστε χους, χώμα, κι’αυτό είναι η αντίφαση μας”.

Το κινητό του μας διακόπτει. Το απαντάει. “Έλα ρε συνώτζαιρε, δίνω συνέντευξη, ναί, παίξαμε χθες, ήτανε καλά νομίζω, έχω όμως και την αίσθηση του “πέρασε και δεν ακούμπησε;”, ναί, δεν ήρθανε βλέπεις δέκα κοπέλες μετά στο δωμάτιο να νιώσω την επιτυχία, στο δωμάτιο οκτώ ήμουνα φίλε, χωρίς παντζούρια, πήγα τουαλέτα και με κοιτούσε απέξω ένας μάστορας που σοβάτιζε, κατα τ ’άλλα ωραία, ο Αναστασιάδης το μόνιμο μοτίβο (γελάει), μετά από δω θα πάω Κίνα, έλα τα λέμε μετά…

Πέρασε και δεν ακούμπησε; Κάθε φορά τόχεις αυτό το ερώτημα; Ναί, τόχει, όχι όλες τις φορές γιατί είναι και κάποιες που την νιώθει στα σπλάχνα του την πληροφορία. Δεν μετράς πόσες κοπέλες ήρθανε μετά; τον πειράζω, γελάει και μου λέει πως αυτό είναι ο άξονας επιτυχίας του στάρ μουσικού. Τί είναι το πέρασε και δεν ακούμπησε, επιμένω. “Είναι όπως το σεξ, που καμιά φορά δεν είσαι σίγουρος και λες σου άρεσε; ήτανε καλά; αυτό. Χρειάζεσαι δηλαδή μια συλλογή στοιχείων και όταν την χρειάζεσαι πάει να πει ότι δεν το αισθάνθηκες πολύ καλά το ακούμπημα”.

Σκέφτεσαι συχνά τί έκανες με την καλλιτεχνική ζωή σου; “Δεν ξεφεύγει κανείς από αυτό το ερώτημα”. ΥΠάρχει απάντηση; “Δεν υπάρχει απόλυτη απάντηση, υπάρχει ένας απόηχος. Δηλαδή ξαφνικά λαμβάνω ένα μέιλ από αγνώστους και το χαίρομαι γιατί δεν τάζησα εγώ αυτά στο καιρό τους. Σε μένα ήτανε αλλιώς, ίσχυε αυτό που λέει και η Αγία Γραφή, ήτανε δηλαδή υπό το μόδιον. Το μόδιον είναι το κομοδίνο και κάπου σε ένα από τα ευαγγέλια λέει ο Χριστός πως δεν πρέπει να κρύβεις το λίχνο κάτω από το μόδιον γιατί έτσι δεν φωτίζει. Υπάρχει δηλαδή μια πρακτικότητα σε αυτή την σκέψη που στην δικιά μου καλλιτεχνική ζωή δεν ακολουθήθηκε”. Γιατί δεν ακολουθήθηκε; “Δεν ξέρω. Από προσωπική αναπηρία; Ψυχική; Αυτά ξέρεις είναι κοινωνικά φίλτρα. Ο πατέρας μου ήτανε ένας άνθρωπος χωρίς φίλτρα, σαν τον Λουί ντε Φινέζ, ήτανε ο πατέρας μου. Πηγαίνανε με την μάνα μου σε μια ταβέρνα και ήτανε το τραπέζι των προηγουμένων ακόμα στρωμένο και πριν το μαζέψουνε τα γκαρσόνια άρχιζε και έτρωγε από τα προηγούμενα. Αυτό σε μια αστική κατάσταση ήτανε απαράδεκτο, οπότε το μπράτσο του πατέρα μου ήτανε γεμάτο από τσιμπήματα από την μάνα μου η οποία προσπαθούσε μυστικά να τον φέρει στην θέση του. Έτσι ήτανε ο πατέρας μου. Δεν είχε μεσάζοντες, ήτανε άμεσος.

Εμείς περάσαμε ένα ψυχολογικό φίλτρο, είμαστε αυτή η γενιά που ο πατέρας-Λουίζ ντε Φινέζ δεν καταλάβαινε. Δεν καταλάβαινε την δυσκολία του να μπεις στην τάξη και να πεις κάτι σε πολλούς ανθρώπους. Ότι δηλαδή αυτό μπορεί να σου δημιουργήσει μια αγοραφοβική κατάσταση. Εγώ άμα πάρω ένα ζάναξ νιώθω περισσότερο άνετος, δεν παίρνω όμως γιατί ύστερα νιώθω την σκλαβιά του και δεν μιλάω για τον εθισμό, μιλάω για κείνο το χημικό που σου αλλοιώνει τον οργανισμό. Όποτε όμως πάρω νιώθω πιο άνετος άρα λέω πως δεν είμαι καλά αφού χρειάζεται να πάρω φάρμακα για να νιώσω αυτή την άνεση. Ίσως το ότι μπορώ και παίζω αυτά που φτιάχνω με την μουσική μου να μου δίνει την σπρωξιά να είμαι ο εαυτός μου..Δεν ξέρω”

“Έχω και μια μάταιη ανησυχία σαν άνθρωπος. Δηλαδή αυτό το “πέρασε και δεν ακούμπησε” στρέφεται και στο μέσα μου. Λέω τί έκανες σημέρα; τί ένιωσες; υπήρχε δόσιμο; Ίσως νάναι και στο dna μου αυτή η μάταιη ανησυχία. Θυμάμαι την γιαγιά μου. Όποτε μαγείρευε για όλη την οικογένεια φοβότανε την κριτική της γυναίκας του γιού της, από την Καλαμάτα ήτανε εκείνη, εμείς οι υπόλοιποι Βόριοι, στην γιαγιά μου μετρούσε η γνώμη της λοιπόν και την θυμάμαι το πώς έφερνε τα πράγματα στο τραπέζι. Με ένα τρέμουλο. Με μια ανησυχία περιττή. Τόχω και γω αυτό το τρέμουλο. Δηλαδή υπάρχει πάντα μέσα μου ένα ερώτημα αν την βρίσκει ο άλλος. Είχαμε πάει κάποτε με τους Κολυμβητές να παίξουμε σε ένα φεστιβάλ, κάπου τέρμα Πατησίων σε ένα παλιό εργοστάσιο.  Εκεί θα τραγουδούσε και ο Παπάζογλου, ο Νίκος είχε μεγάλη επιτυχία γιατί υπήρχε ένα τσιφτετέλι που έρεε και έδινε μια υπόσχεση χαράς σωματικής. Εμείς παίζαμε τα τραγούδια του Αργύρη  δηλαδή ήτανε ένας αρχιτέκτονας που αγαπούσε τον Βαμβακάρη και έγραφε σε άλλες γραμμές λόγιες. Δεν άρεσαμε καθόλου, μας φωνάζανε από κάτω τα φρικιά της εποχής να φύγουμε, «ούστ ρε που είναι ο παπάζογλου» εγώ ήμουνα μικρός, γύρω στα 20, και έλεγα άμα δεν με θέλουνε να φύγω, ο Αργύρης όμως επέμενε παρόλη την δυσαρέσκεια».

Και σύ επέμενες στην πορεία σου, του λέω. «Χωρίς όμως να κάνω αισθητή την παρουσία μου στην πιάτσα. Το φερέφωνο της φωνούλας μου ήταν η δισκογραφία, τα λάιβ ήτανε ελάχιστα». Υπάρχουνε κάποια τραύματα λοιπόν; «Μα είναι ορατά, δεν τα βλέπεις, εκζέματα κτλ» (χαμογελάει)

Τώρα φτιάχνει το καινούργιο του δίσκο. Τίποτα άλλο δεν σκέφτεται μου λέει. Μόνο αυτό. Είναι σαν ναρκωτικό. Σαν τριπ. Είναι ομως και σαν ημερολόγια οι δίσκοι. Ο ίδιος το ομολογεί. Σήμερα μάλιστα πήγε στο στούντιο, παίξανε ένα τραγούδι με τον Λευτέρη (Μουμτζή), το δοκιμάσανε, μου λέει πως θάθελα να το άκουγα. Τί λένε τα ημερολόγια σου, τον ρωτώ και εννοώ βέβαια τους δίσκους του. «Εκείνο που λένε είναι πως δεν αλλάζει τίποτα. Δεν αλλάζει ο τρόπος που ακούς, ο τρόπος που συνθέτεις. Ίσως να γίνεσαι πιο έξυπνος και να αποφεύγεις τα χοντρά, τα κραυγαλέα που είχες νεώτερος, εκείνη την αντίδραση, τώρα είσαι λίγο πιο ακίνητος και ακούς γύρω σου. Και αφήνεις πιο άφοβα να εκδηλωθεί εκείνη η ποιητική ματιά που τη κρατούσες κάποτε μόνο για τον εαυτό σου επειδή φοβόσουνα την κοινοποίηση της, φοβόσουνα εκείνο το «εγώ έτσι κοιτώ των κόσμο».

Αυτή η ευθύτητα που λέγαμε πριν, κάνω σχόλιο. «Αμα προχωρά η ηλικία δεν θές να χάνεις χρόνο με περιττά πράγματα και όλο αυτό το φούμαρο της κουλτούρας ή της λαικούρας. Αυτά παύουν. Ξέρεις ότι τα πράγματα είναι ταξικά πάντοτε, ότι υπάρχουνε συντεταγμένες, αλλά δεν σε προσδιορίζουν, τις παρατηρείς χωρίς να νιώθεις δέσμιος. Είσαι αυτό που κάνεις. Και σε αυτή την ευθύτητα συμβάλει τελικά και η φλόγα που νιώθεις όταν φτιάχνεις κάτι».

Αυτή η φλόγα δεν σβήνει; «Δεν σβήνει παρότι πέρασα από φάσεις που δεν ήθελα να ακουμπήσω καθόλου την μουσική, σκληρές περιόδους με κείνο το ψυχικό σκηνικό που δύσκολα μπορείς να το κάνεις λέξεις. Ότι δεν σε σκοτώνει όμως... Η ζωή τελικά πάντα μας υπερβαίνει, τον ρωτώ. «Αυτό είναι αλήθεια. Αυτό μας βγάζει λίγο οφ σάιτ, μας κάνει λίγο γελοίους εμάς τους καλλιτέχνες με την έννοια ότι υπερεκτιμούμε το παιγνιδάκι μας. Απλώς και γω τώρα είμαι στο ναρκωτικό του καινούργιου δίσκου οπότε λέω θα τελειώσει και θα επιστρέψω πίσω στην ανθρώπινη ζωή. Έχει όνομα ο δισκος σου; «Διχάζομαι ακόμα ανάμεσα σε δύο. Το ένα μούρθε σαν επιφοίτηση. Είναι η συνήχηση του who is who και το χους εις χουν δηλαδή το χώμα στο χώμα. Έγραψα αυτό το στιχάκι «Who is who/ χους εις χουν/ τι ωραία που ηχούν/ πρόσωπο και χώμα».

Καταπληκτικό, του λέω, χαμογελάει και λίγο πριν φύγω, λίγο πριν τον αγκαλιάσω σφικτά, μου ψιθυρίζει πως αυτό το στιχάκι θάθελε να του χαράξουνε στο τάφο του. Ηχούν ωραία πρόσωπο και χώμα, τον ρωτάω στο αυτί. Ελα ντέ, μου απαντάει και αποχαιρετιζόμαστε.