( life is wonderful )

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

Είναι αργά το απόγευμα, το Λονδίνο χιονισμένο και από τα παράθυρα του κοιτάμε το φωτισμένο London Eye. «Καταπληκτική θέα», του λέω, συμφωνεί, του αρέσει το σπίτι του, τόχει αγοράσει χρόνια πριν και το έφτιαχνε σταδιακά, ώστε σήμερα να συνδυάζει το προσωπικό του χώρο με το χώρο εργασίας του και το show room με τις δημιουργίες του. Περιοχή Waterloo, παραδίπλα ο Τάμεσης και οι γέφυρες και στο δικό του δρόμο μικρά εστιατόρια και μαγαζιά με vintage αντικείμενα. Μου βάζει κόκκινο κρασί, καθόμαστε στους δερμάτινους καναπέδες του, τα φωτιστικά (δικά του design) φτιάχνουν μια ζεστή ατμόσφαιρα και κάπως έτσι αρχίζουμε να μιλάμε για το πώς ένας δημιουργός μπορεί να υπερασπιστεί την υπογραφή του, χωρίς να συμβιβαστεί με τους περιοριστικούς κανόνες του συστήματος.

Σε λίγες μέρες φεύγει για την Σουηδία ενώ πριν λίγο καιρό επέστρεψε απο την Αυστρία. Μου δείχνει την πρόσκληση της έκθεσης που ετοιμάζει στην Στοκχόλμη. «To be perfectyl Frank” ο τίτλος και  ζητώ πληροφορίες. «Πρόκειται για μια μεγάλη εταιρεία επίπλων την Svenskt Tenn”, μου εξηγεί, «στην οποία κύριος σχεδιαστής υπήρξε ο διάσημος Τζόζεφ Φρανκ. Αυτή η εταιρεία προσκαλεί κάθε δύο χρόνια ένα δημιουργό να της προτείνει καινούργιες ιδεες, οι οποίες να έχουν ως πηγή έμπνευσης τα σχέδια του Φράνκ». Αυτή την φορά η πρόσκληση απευθύνθηκε στον ίδιο, έτσι σε λίγες μέρες θα βρίσκεται στην Στοκχόλμη όπου θα παρουσιάσει το πως ο εκείνος εμπνεύστηκε τα καινούργια αντικείμενα της Svenskt Tenn. Και στην Αυστρία,  ρωτώ βιαστική να μάθω όλες τις πρόσφατες δραστηριότητες του. Εκεί προσκλήθηκε από το Μουσείο Εφηρμοσμένων Τεχνών (MAK), για να επέμβει δημιουργικά σε ένα oίκημα το ανήκει στο μουσείο και βρίσκεται λίγο έξω από την Βιέννη. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του ήταν συλλέκτης ρολογιών, με πληροφορεί. Σ’αυτό το σπίτι το Μουσείο προγραμματίζει μια σειρά από καλλιτεχνικές επεμβάσεις και ο πρώτος που κλήθηκε να «παίξει» με τον χώρο, ήταν ο Μιχάλης Αναστασιάδης. Το στοιχείο των ρολογιών του έδωσε την ιδέα πάνω στην οποία βάσισε την επέμβαση του. Μέσα από αντικείμενα αλλά και installations προσπάθησε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα η οποία να φέρνει το θεατή αντιμέτωπο με την έννοια του χρόνου («time and again” ο τίτλος). Λιωμένοι καθρέφτες, ρολόγια του τοίχου που στέκονται στην αίθουσα σαν ανθρώπινες φιγουρες και ένα φωτιστικό-εκκρεμές που παραπέμπει σε ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Πάντα ψάχνεις για ένα δυνατό concept, τον ρωτώ και κείνος γνέφει καταφατικά λέγοντας μου πως για τον ίδιο η πιο σημαντική χρήση ενός αντικειμένου είναι η... συναισθηματική. Τί εννοεί; «Πώς μιλά στις αισθήσεις σου ένα αντικείμενο; Αυτό με ενδιαφέρει. Γιατί από αυτό το διάλογο εξαρτάται και η σχέση που θέλεις να έχεις μαζί του. Η διαχρονικότητα ενός αντικειμένου προυποθέτει την ικανότητα του να απευθύνεται στις αισθήσεις σου». Και αυτό τί προυποθέτει από την πλευ΄ρα του δημιουργού, διερωτώμαι. «Αφαίρεση», μου απαντά και διευκρινίζει πως μ’αυτή την λέξη δεν εννοεί τον μινιμαλισμό. Ο μινιμαλισμός, κατα την άποψη του, είναι μια παρεξηγημένη έννοια, προτιμά λοιπόν να μιλά για αφαίρεση που σημαίνει την ικανότητα να συμπυκνώσεις αυτό που θέλεις να εκφράσεις.

Δεν του αρέσει να χαρακτηρίζει τον εαυτό του καλλιτέχνη ούτε και designer (παρότι ειδικεύτηκε στο industrial design). Θεωρεί όλους αυτούς τους ορισμούς περιοριστικούς. «Είμαι ένας δημιουργικός άνθρωπος» μου λέει και αυτή η φράση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία ταυτότητας του. Τον ενοχλεί και η «διαμάχη» μεταξύ design και σύγχρονης τέχνης γι’αυτό και όταν του λένε πως η δουλειά του είναι πιο κοντά στην σύγχρονη τέχνη επαναλαμβάνει πως δεν τον ενδιαφέρουν οι διαχωρισμοί. Ανέκαθεν είχε την προδιάθεση να μην αποδέχεται τις «ταμπέλες» και τους «κανόνες». Ο μόνος ίσως συμβιβασμός που έκανε ήταν να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Όταν πολύ συντομα ανακάλυψε πως δεν ήθελε να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο επάγγελμα διάλεξε μεταπτυχιακό στο Royal College, στο βιομηχανικό σχέδιο. Τελειώνοντας εξακολουθούσε, ωστόσο, να αισθάνεται πως δεν είχε βρει το δικό του χώρο. “Ήξερα τί δεν ήθελα και όχι τί ήθελα” λέει και χαμογελάει. Ίσως όμως αυτός είναι τελικά ο τρόπος για να βρει κανείς αυτό που θέλει να κάνει στην ζωή του, κάνω σχόλιο και κείνος συμφωνεί. Και σήμερα αν τον ρωτήσεις τί θέλει η μόνη απάντηση που δίνει είναι “Θέλω να έχω την ελευθερία να δημιουργώ”. Και γι’αυτή ακριβώς την ελευθερία παιδεύτηκε αρκετά για να φτάσει εδώ που βρίσκεται σήμερα.

Πριν από έξι περίπου χρόνια αποφάσισε να δημιουργήσει το δικό του brand. Ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, βρήκε εργαστήρια όπου μπορούσε να κατασκευάσει τα αντικείμενα του (κυρίως φωτιστικά), πρόσλαβε σχεδιαστές και έφτιαξε το δικό του show room. Σήμερα τα αντικείμενα που υπογράφει πουλιούνται σε όλο τον κόσμο, από Ευρώπη μέχρι Αμερική, Αυστραλία και Κίνα. Και όπως μου υπογραμμίζει δεν χτύπησε ο ίδιος καμία πόρτα, αντιθέτως όλες οι επαφές με το εξωτερικό έγιναν με πρωτοβουλία των εταιρειών, των γκαλερί και των μουσείων που εντοπίσαν τις δημιουργίες του. Για κείνον η εμπορική επιτυχία της υπογραφής του δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την ελευθερία δοκιμάσει την δημιουργικότητα του σε ακόμη μεγαλύτερα project. “Για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα από την τέχνη σου”, μου λέει “πρέπει να καταφέρεις να πείσεις τους άλλους για τις δημιουργίες σου. Και ο μόνος τρόπος να τους πείσεις είναι να πιστεύεις σε αυτό που κάνεις”. Επιμονή και πίστη είναι για κείνον οι λέξεις-κλειδιά. “Θυμάμαι, την εποχή που σπούδαζα” μου λέει “μας υπαγόρευαν πως έπρεπε να πάμε να χτυπήσουμε πόρτες εταιρειών για να δείξουμε την δουλειά μας. Και ποιός αποφασίζει δηλαδή ότι μόνο αυτός είναι ο τρόπος;”. Ακολουθησε και ο ίδιος, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αυτό το “στερεότυπο” μέχρι που αντιλήφθηκε ότι το μόνο που συνέβαινε ήταν να φθείρεται ο τρόπος σκέψης του. Προτίμησε τότε να κάνει ενα εντελώς άσχετο (με το χώρο) επάγγελμα (δίδασκε γιόκα) για να βγάζει τα προς το ζειν και να μην θέτει σε κίνδυνο την δημιουργικότητα του. Τί προυποθέτει να πας κόντρα στο ρεύμα, τον ρωτώ. “Αν δεν θέλεις να συμβιβαστείς βρίσκεις την δύναμη να πας και κόντρα στο ρεύμα. Ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα το μόνο που πετυχαίνει είναι να σκοτώσει την δημιουργικότητα σου”.

Μου διηγείται ένα περιστατικό: “Πριν χρόνια είχα κλείσει ένα ραντεβού με τον ιδιοκτήτη μιας σημαντικής εταιρείας στο χώρο του design για να του δείξω ένα φωτιστικό που είχα σχεδιάσει. Η απάντηση του ήταν αρνητική. Όταν ξεκίνησα την δική μου εταιρεία, μου έγραψε ο ίδιος ένα email, στο οποίο μου έλεγε πως είχε ανακαλύψει τα design μου και πως τον εντυπωσιάσε ιδιαίτερα ένα αντικείμενο (εκείνο που του είχα δείξει χρόνια πριν) γι’αυτό και επιθυμεί να συνεργαστούμε». Δεν αισθάνθηκες δικαιωμένος, τον ρωτώ και μου απαντά πως τώρα σχεδιάζει για πολύ πιο δυνατές εταιρείες, όπως είναι η Flos, με την οποία πρόκειται να λανσάρει δύο μεγάλες συλλογές, τον Απρίλιο. «Είναι σημαντικό να αναλαμβάνεις το ρίσκο των επιλογών σου», μου λέει «γιατί μόνο έτσι προχωράς και μόνο έτσι κερδίζεις την ελευθερία να δημιουργείς με τον τρόπο που σου ταιριάζει». Δηλαδή σε πετυχαίνω σε μια καλή φάση κάνω σχόλιο. «Απολαμβάνω αυτή την ελευθερία» μου λέει κοιτάζοντας απέξω το London Eye και το χιόνι που μόλις άρχισε να πέφτει.

 

(Με τον Μιχάλη Αναστασιάδη συναντηθήκαμε το χειμώνα του 2013)