( life is wonderful )

ΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Συνήθως αφήνω τη λάμπα αναμμένη. Μια λάμπα φτιαγμένη από διάφανους κύκλους, λευκούς και μοβ, που αφήνουν ένα γλυκό φως μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να το παρενοχλούν. Κλείνω τις κουρτίνες και τα παράθυρα, μα ο ήχος του ωκεανού τρυπώνει από τις χαραμάδες των ξύλων, από τις ίδιες χαραμάδες που τρυπώνουν και οι αράχνες. Νιώθω τα κύματα να απλώνουν κάτω από τη γαλάζια κουνουπιέρα, πάνω στο λευκό μου μαξιλάρι, να ραντίζουν τις σκέψεις μου με σταγόνες από άπειρο, κι ύστερα νιώθω το άπειρο να μπλέκεται μέσα στον ιστό της αράχνης, ένα κομμάτι απείρου μέσα σε ένα δίχτυ, ναι, αυτό γινότανε πάντα λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου, προσπαθούσα να κλείσω ουρανό, ωκεανό και αέρα μέσα στο δικό μου δίχτυ. Μέσα στον ιστό του μυαλού μου. Για να κοιμηθώ μέσα σε σχήματα, μέσα σε γωνίες, μέσα σε κλωστές που κρατούν την ισορροπία, να γείρω το κορμί μου μέσα σε συγκεκριμένες διαστάσεις, να ησυχάσω ακόμα και με ανήσυχες σκέψεις, μα γνώριμες και οικείες. Δεν ήξερα τότε, όπως άρχισα να μαθαίνω τώρα, τώρα που ακούω τα κύματα να περνούν μέσα από τις χαραμάδες,  δεν ήξερα, πως όσο κεντούσα τον ιστό με το μυαλό μου, τόσο χαλούσα το κέντημα της ζωής, τρυπώντας με το βελόνι των σκέψεών μου την εμπιστοσύνη μου σε κείνη.

Κοιτώ το ρολόι. Περασμένα μεσάνυχτα. Δηλαδή βρίσκομαι, ήδη,  στην επόμενη μέρα, ή μάλλον η επόμενη μέρα είναι μέσα στο δωμάτιό μου, η ημερομηνία έχει αλλάξει στην οθόνη του κινητού μου, το φεγγάρι, υποθέτω, άρχισε να κατεβαίνει, να διασχίζει αργά το σκοτάδι, σβήνοντας στη διαδρομή του ένα-ένα τα άστρα, ετοιμάζοντας τον κόσμο να αναπνεύσει το φως του ήλιου. Ξαπλώνω στο λευκό μαξιλάρι και διερωτώμαι, γιατί άραγε η πρώτη ώρα που λογαριάζεται σαν επόμενη μέρα να ’ναι ακόμα μέσα στη νύχτα, γιατί να ’ναι μέσα στο σκοτάδι, γιατί να ’ναι η ώρα που κλείνουν τα μάτια; Η ώρα που οι εικόνες, τα πρόσωπα, οι σκέψεις της μέρας που πέρασε, και εκείνων που προηγήθηκαν για να φτιάξουν παρελθόν, ακόμα κι αν προσπαθήσω να τα κρατήσω όλα ζωντανά, όλα  γλιστρούν κάτω από τα σκεπάσματα και χάνονται, σβήνουν μια-μια οι σκέψεις, ένα-ένα τα πρόσωπα, και όσο πλησιάζει ο ύπνος, έτσι εξαφανίζονται, όπως τα αστέρια εξαφανίζονται ήρεμα, το ένα μετά το άλλο, στην κάθοδο του φεγγαριού.

Ακούω τον ήχο από τα κύματα μα δεν είμαι σίγουρη πια αν είναι ο ήχος των κυμάτων ή ο ήχος των ονείρων μου που κυλούν όπως τα κύματα, συνδεδεμένα αλλά και ξέχωρα, το ένα γεννιέται από το άλλο και πεθαίνει μέσα στο επόμενο. Δεν ξέρω αν με πήρε ο ύπνος ή ο ωκεανός, μα μου φαίνεται πως είναι το ίδιο, μου φαίνεται πως βρέχομαι από όνειρα και κοιμάμαι στο απέραντο, μένει τώρα να δείξω εμπιστοσύνη και να θυμηθώ πως παρότι οι δείκτες του ρολογιού φτιάχνουν ένα χρόνο κατασκευασμένο, η πρώτη ώρα της επόμενης μέρας είναι εκείνη, όπου τα όνειρα διαλύουν το δίχτυ. Και ελευθερώνουν ουρανό, ωκεανό και αέρα.

Μία μετά τα μεσάνυχτα. Η ώρα που ξεκινά το αύριο. Που πάει να πει, πως το αύριο ξεκινά πάντα με όνειρα.

(ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη)