( life is wonderful )

ΜΗΝ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ

Και σύ πάλι για φθινόπωρα μου μιλάς. Μου λες για τους φθινοπωρινούς ουρανούς, πως έχουνε λες τα πιο ωραία χρώματα γιατί είναι καθαρά, όλα είναι καθαρά αυτή την εποχή λες και γω δεν θέλω καθόλου να συμφωνήσω μαζί σου. Γιατί καθόλου δεν θέλω να το παραδεχτώ πως φεύγει το καλοκαίρι, δεν με πειράζει που φεύγει η ζέστη, ούτε και που τα βράδια έρχονται πιο νωρίς. Δεν με πειράζει που θα φοράω μακρύ μανίκι, ούτε και που θα πρέπει να στρώσω και πάλι την πράσινη κουβέρτα πάνω στο κρεβάτι μου. Εκείνο που με πειράζει είναι που δεν ξέρω τί σχήμα έχει η πατούσα σου πάνω στην άμμο, δεν τόχω δει ποτέ, ποτέ δεν περπατήσαμε μαζί και να βουλιάζουνε τα πόδια μας μέσα σε αλμυρό νερό και ύστερα να πλατσουρίζουμε εκεί όπου σκάει το κύμα. “Θα σε πάω το επόμενο καλοκαίρι” μουχες πει, “θα δεις”, είπες μετά και τόλεγες περισσότερο σαν ευχή παρά σαν βεβαιότητα, δεν ήξερα πώς να στο εξηγήσω και αν θάπρεπε νάναι από κείνα που χωράνε εξηγήσεις…Δεν ήξερα, δηλαδή, πως να στο πω, πως για να φτάσουμε μαζί μέχρι το επόμενο καλοκαίρι θάπρεπε νάχουμε ήδη βρέξει το δέρμα μας με αλμυρές σταγόνες, γιατί άμα το αλάτι δεν καταχωρηθεί σαν μνήμη, τότε δύσκολα διακρίνεις πόσο και πού έχουνε στεγνώσει τα χείλη σου.

Και συ επιμένεις να μου μιλάς και πάλι για φθινόπωρα. Για κείνες τις μέρες που θα νικάει το γκρίζο και θα πίνουμε ζεστό τον καφέ μας και για κείνα τα βράδια που θα βλέπουμε ταινίες αραγμένοι στον καναπέ και γω θα σε ρωτάω για τα πλάνα που αγάπησες, ενώ ο ντελιβεράς θα φέρνει τις πίτσες πάντα καθυστερημένα. Και θάμαι ακόμα ανυποψιάστη πως ό,τι φαντάστηκες για ζωή σου το κλείδωσες μέσα σε αυτά τα μικρά καρέ-καρέ, πως έριξες δηλαδή στα όνειρα σου ισόβια ποινή, να μείνουν φυλακισμένα, δια βίου, μέσα στην φαντασία σου. Και αν κάποιο από αυτά τολμούσε να δραπετεύσει ψάχνοντας χώρο και χρόνο μέσα στην πραγματικότητα σου, ήμουν ακόμα ανυποψίαστη πως τελικά θα του έκοβες τα φτερά, θα το έπνιγες με τα ίδια σου τα χέρια για να μην σου θυμίζει πόσο πεθύμησες το αλάτι και πόσο γρήγορα σβήνει η άμμος τα χρόνια που έρχονται.

Μα εσύ προτιμάς να μου μιλάς για τα φθινόπωρα. Που ρίχνουν βροχή και καθαρίζουν το χώμα στην αυλή σου από τις μυρωδιές των τριανταφυλιών. Δεν θέλεις άλλα τριαντάφυλλα στα βάζα σου, προτιμάς να τα βλέπεις να ξεραίνονται για να τα κάνεις μετά σελιδοδείκτες στα βιβλία που διαβάζεις κάθε φθινόπωρο. Και ύστερα θέλεις να σκίζεις μία μία τις σελίδες τους, να τις κάνεις μικρές βαρκούλες για νάσαι σίγουρος, πως όσο μεγαλώνεις οι βάρκες σου είναι φτιαγμένες από χαρτί, ώστε να μην αντέξουν να σε περάσουνε απέναντι, δεν θες το απέναντι, γιατί απέναντι, σε περιμένει ένα από τα όνειρα σου. Ένα από κείνα που κατάφερε, κάποια στιγμή, να δραπετεύσει και ζητά ακόμα εξηγήσεις που δεν πίστεψες ποτέ στην αθωότητα του.  

Γι’αυτό προτιμάς να μου μιλάς για τα φθινόπωρα. Αλλά εγώ καθόλου δεν θέλω να το παραδεχτώ πως έσβησες το καλοκαίρι παρότι ακόμα ιδρώνεις και στάζουν χρώματα οι στιγμές πάνω στο σώμα σου. Δεν με πειράζει που φεύγει η ζέστη, ούτε και που θα φοράω μακρύ μανίκι, δεν με πειράζει που θα κατεβάσω από το πατάρι τις σόμπες πετρελαίου και θα στείλω τα χαλιά στο καθαριστήριο. Εκείνο που με πειράζει είναι που άπλωσες τον έρωτα να στεγνώσει από το αλάτι της θάλασσας, χωρίς να τον αφήσεις πρώτα να σκάσει μόνος του, κάπου, σε μια ακτή…