( life is wonderful )

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

Προτιμούσε να απαντήσει γραπτώς. Το ζητούσε σαν παράκληση, με κανένα ύφος απαίτησης. Άκουγα την φωνή της στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, γλυκιά και συνάμα, σχεδόν απολογητική, και αισθανόμουνα ακόμη πιο έντονα, πως δεν έπρεπε να συμβιβαστώ, χάνοντας την ευκαιρία (την μοναδική ίσως) να την γνωρίσω από κοντά. Άρχισα να διαβάζω τα «Μαύρα Λουστρίνια» (το τελευταίο της βιβλίο) και μέχρι να φτάσω στην τελευταία του σελίδα, είχα γεμίσει από απορίες. Όχι δημοσιογραφικές. Προσωπικές (αν μπορεί να υπάρξει αυτός ο διαχωρισμός). Απορίες ζωής. Που ένιωθα πως ήθελα να τις διατυπώσω, κοιτώντας την στο πρόσωπο, αφήνοντας την να μου διηγηθεί την ζωή της, την ίδια ώρα που θα έκλεβα- σαν συλλέκτης εμπειριών- κάτι από το ύφος ή τις έκφράσεις της, κάτι από το τόνο της φωνής ή τις χειρονομίες της, για να μάθω περισσότερα για κείνη και ταυτόχρονα περισσότερα, ίσως, για μένα. Έτσι με έκανε αυτό το βιβλίο να αισθάνομαι. Μια ανάγκη, δηλαδή, να ανοίξω τις ντουλάπες μου και να βρώ τα δικά μου… μαύρα λουστρίνια. Να βρω ποια ήταν εκείνη η στιγμή- αν υπήρξε-που αισθάνθηκα απόλυτα πως η ζωή ήτανε αποκλειστικά δική μου ευθύνη. Και τι πάει να πεί αυτό; (δεν ήξερα ακριβώς). Μα η κ. Δούκα με έκανε να θέλω να το ψάξω…Γιατί όπως της είχε πει κάποτε ο Γιάννης Ρίτσος «μιλώντας για τον εαυτό σου και για μας μίλησες. Μιλώντας αποκλειστικά για μας δεν θα μιλούσες για κανέναν…»

«Δεν γίνεται», της απάντησα, «μια γραπτή συνέντευξη», συνέχισα, «δεν έχει θερμοκρασία, δεν έχει ατμόσφαιρα, δεν έχει χρώματα». Το ήξερε βέβαια. Ένας άνθρωπος που γράφει όπως η ίδια, και που έχει ζήσει όπως η ίδια, ξέρει από χρώματα και θερμοκρασίες. Πάντα κοίταζε να δει τι υπάρχει πίσω από την εικόνα και πέρα από το γεγονός. Προσπαθώντας να δώσει μορφή σ’αυτή την ανάγκη της να παρατηρεί την ζωή των ανθρώπων. Με ερωτήματα ουσιώδη σαν αφετηρία, μα και σαν κατάληξη. Ερωτήματα όπως «πώς προχωρεί ο άνθρωπος;» «από πού αντλεί δύναμη, γιατί απελπίζεται, γιατί αισιοδοξεί;». Η ζωή της- έγραφε σε κάποια αράδα στο βιβλίο της- θα πήγαινε χαράμι αν δεν έβρισκε τρόπο να τα συνθέσει όλα αυτά, εάν δεν επινοούσε την αιτία για να υπάρξει σε ένα κόσμο που δεν τον έχει επιλέξει…Έτσι έγραφε. Και γώ απορούσα. Της το εξήγησα. Της είπα για τις απορίες μου. Και κάπου βρήκαμε την μέση λύση. Θα μου έδινε κάποιες γραπτές απαντήσεις και θα συναντιόμασταν από κοντά, για να μου τις παραδώσει…Για ένα καφέ, κάπου στην Αθήνα…

Οδός Βαλαωρίτου, στην αρχή της. Έκανε μια αφόρητη ζέστη. Πρόσθετα ένα-ένα τα παγάκια στον καφέ μου περιμένοντας την, διώχνοντας συνέχεια από το μέτωπο τα μαλλιά μου. Μ’ αυτή την ίδια χειρονομία την είδα να πλησιάζει. Να κάνει ένα έτσι και να διώχνει τα μαλλιά από το μέτωπο της και με το άλλο της χέρι να φτιάχνει το λευκό πουκάμισο της. Σηκώθηκα να την καλωσορίσω, κάθισε απέναντι μου και με περιεργαζότανε με μια απίστευτη γλυκύτητα. Με έκανε να νιώθω τόσο οικεία, που θα μπορούσα έτσι ανεξήγητα να αρχίσω να της εξομολογούμαι την ζωή μου. Και μόνο να στο εκπέμπει κανείς αυτό, μου μοιάζει σαν ταλέντο ζωής, σκέφτηκα, μα δεν είπα τίποτα…Παράγγειλε ένα παγωμένο χυμό και άνοιξε ένα μαύρο ντοσιέ βγάζοντας από κει μέσα τις απαντήσεις. Τις έγραψα χθές βράδυ, μου είπε, προσπάθησα να κυλάνε σαν μια κουβέντα χαλαρή, όπως όταν μιλάμε…Μα δεν ήταν όπως μιλάμε. Όπως μιλάμε ήτανε μετά. Με τον παγωμένο χυμό και τον νερομένο μου πια εσπρέσσο και με όλες τις θερμοκρασίες να παίζουνε γύρω μας…

Έμοιαζε χαλαρή. Λές και είμασταν αρακτές σε μια μεγάλη βεράντα και κοιτάζαμε την θάλασσα. Ή κάπως έτσι. Μετροφύλλισα τις απαντήσεις. Διάβασα στα πεταχτά (από μέσα μου) την πρώτη…Εκείνη που την ρωτούσα τι πάει να πεί πως η ζωή είναι αποκλειστικά δική μας ευθύνη…Και η γραπτή απάντηση της: «Αποκλειστικά δική μας ευθύνη είναι να μην αφηνόμαστε άβουλα και μοιραία στο ρεύμα των καιρών. Και για μένα, τότε, αποκλειστικά δική μου ευθύνη ήταν να μην παραιτηθώ. Έχει σημασία, ότι από τα έντεκα μου είχα κατανοήσει πως πρέπει να μάθω γράμματα. Όσο και αν φαίνεται αυτονόητο, εκείνα τα χρόνια, στην δεκαετία του 60, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Έπρεπε να δώσω τις μάχες μου. Όλοι οι συγγενείς μου επέμεναν ότι πρέπει να γίνω μοδίστρα, εγώ όμως ήθελα να προχωρήσω. Κρυφά από τη μάνα μου και τους θείους μου είχα δώσει εξετάσεις στα 12 μου, για να περάσω στο γυμνάσιο. Και όταν τέλειωσα το γυμνάσιο, πάλι με δικό μου αγώνα, έπρεπε να δώσω εξετάσεις στη Φιλοσοφική. Και με πολλές στερήσεις και δυσκολίες. Από κει και πέρα η ζωή είναι ζωή. Δεν θα μπορούσα να πω, ότι πάντα γινόταν αυτό που εγώ ήθελα ή επιθυμούσα…Μπορώ όμως να πω ότι σεβάστηκα τις επιλογές μου. Να το πω κι αλλιώς: αποκλειστικά δική μας ευθύνη στην ζωή είναι να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Να προσπαθούμε να συνομιλούμε με ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Να έχουμε συναίσθηση της θέσης μας μέσα στον κόσμο…».

Κλείνω τα χαρτιά. Δεν διαβάζω άλλο. Την κοιτάω να πίνει τον χυμό της, να με ρωτάει για την Κύπρο, να μου ομολογεί πως δεν έχει έρθει ποτέ, να μου περιγράφει πως νιώθει γι’ αυτό το νησί και γώ ασυναίσθητα την ίδια ώρα να ξεφεύγω. Να την κοιτάω και να την φαντάζομαι μικρή, γύρω στα 12 της, την μέρα που πέθανε ο πατέρας της. Εκείνη την μέρα την έστειλαν να αγοράσει ένα νεκρικό βελούδο, εκείνη όμως παρακούοντας την μάνα της, αγόρασε καθοδόν, τα πρώτα της μαύρα λουστρίνια…Συγκλονιστική στιγμή, σκέφτομαι. «Τι ωραία που είναι εδώ» μου λέει και με επαναφέρει στο παρών. Με ρωτάει για μένα. Και γώ για κείνην. Για το σπίτι της. Για την μητέρα της που είναι τώρα άρρωστη και την περιποιείται κάθε μέρα, εδώ και τρία χρόνια. Για τον γιό της, τον Γιάννη (τον θυμάμαι στις φωτογραφίες του βιβλίου). Έχει μια φωνή μελωδική, μιλά χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις ακόμα κι’ όταν μου παραδέχεται πως πολλές φορές θυμώνει και λέει βαριά επίθετα, ειδικά για καταστάσεις στην κοινωνία που την ενοχλούν, το λέει ήπια, δεν μπορώ να την φανταστώ θυμωμένη. «Όποτε είσαι δώ, νάρχεσαι να πίνουμε τον καφέ μας αν έχεις χρόνο» με προτρέπει, αφού έχει ήδη περάσει μια ώρα όπου ανταλάζουμε σαν φίλες, πληροφορίες και γώ ήδη φαντάζομαι το σκηνικό. Να την επισκέπτομαι, να κάθομαι στο σπίτι της πάνω σε μια πολυθρόνα και να προσπαθώ να μάθω πως είναι να γράφει κανείς ένα βιβλίο. Να την μετατρέπω σε δάσκαλο και σύμβουλο μου…Κι’ αλλα τέτοια σκέφτομαι, μα αυτή την φορά, της τα ομολογώ. Χαμογελάει. Πως ξεφεύγει κανείς από το προσωπικό του για να χτίσει μια ιστορία και να την κάνει βιβλίο; την ρωτώ έστω κι’ αν μοιάζει αφελής η απορία μου. «Το απολύτως προσωπικό σου χωρίς μια επινόηση δεν μπορεί να σταθεί» αρχίζει να λέει (και μοιάζει σαν συμβουλή). Και συνεχίζει: «Στα πρώτα μου βιβλία, θυμάμαι, ξεκινούσα να γράφω με την ιδέα ότι μιλάω για τον εαυτό μου και ενώ πίστευα ότι μιλάω για μένα, στο τέλος έβλεπα και διαπίστωνα πως εκείνο που είχα γράψει ήταν μια επινόηση, δεν ήταν ο εαυτός μου. Και ακριβώς επειδή ήτανε επινόηση, ήταν και πιο αληθινό. Αν προσκολληθείς απολύτως στην πραγματικότητα, σ’ αυτό που είσαι, σε αυτό που αισθάνεσαι και το αποτυπώσεις στο χαρτί τότε δεν είναι τίποτα, είναι ακόμα μια κοινοτυπία. Το γράψιμο αρχίζει και γίνεται τέχνη από την στιγμή που απογειώνεται και η στιγμή αυτή είναι όταν μιλάς πια για ένα επινοημένο εαυτό…». Μου περιγράφει πως είναι να συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι ο ήρωας σου είναι άλλος από σένα, πως σε εκπλήσσει, πως είναι και η συντροφιά σου και μου φαίνεται πολύ μαγικό. Το παραδέχεται πως είναι μαγικό αν και πολλές φορές της πέρασε από το μυαλό, πως εκείνη σκυμμένη πάνω από τα χαρτιά της, με το τασάκι της γεμάτο γόπες, εκεί στην κουζίνα του σπιτιού της, αφημένη για ώρες και μέρες προσπαθώντας να γράψει, ίσως να έχανε κάτι από την ζωή…Αυτές ωστόσο οι σκέψεις διαρκούνε για λίγο... Γιατί τελικά το γράψιμο γι’ αυτήν δεν είναι αναζήτηση, έστω κι’ αν άρχισε ως τέτοια. Είναι τρόπος ζωής…
Γυρνάω στα χαρτιά της. Στις γραπτές απαντήσεις. Κρατώντας όμως την θερμοκρασία εκείνης της συνάντησης. Τάχω ραντίσει, νιώθω, με το άρωμα της, εκείνη την μυρωδιά που έβγαινε από τις χειρονομίες και το τόνο της φωνής της. Γλυκιά και ήρεμη, σαν ένα δροσιστικό αναψυκτικό μέσα στον καύσωνα εκείνης της μέρας. Γέρνω πίσω στην καρέκλα του γραφείου μου και διαβάζω:
«Θα έλεγα ότι καταρχήν η ζωή μου με οδήγησε στο να αισθανθώ την ανάγκη να εκφραστώ μέσα από το γράψιμο. Από ένα σημείο και μετά και αυτό έχει να κάνει με την ωριμότητα μου, την ηλικία μου δηλαδή, το γράψιμο απέκτησε την δική του αυτοτέλεια και σίγουρα με βοήθησε και με βοηθάει να ζω αλλιώς, πιστεύω καλύτερα…αν και δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Η τέχνη άλλωστε, κάθε μορφή τέχνης, προύποθέτει κάτι, «ένα κρυμμένο τραύμα» όπως θάλεγε και η Λίνα Νικολακοπούλου. Ο άνθρωπος που είναι απολύτως ευχαριστημένος από την ζωή του, ευτυχισμένος, δηλαδή, με την τρέχουσα σημασία της λέξης, δεν έχει και τόσο την ανάγκη να «παλεύει» με το χάος πασχίζοντας να του δώσει μορφή…»
Και πότε άραγε το γράψιμο έγινε για κείνη τρόπος ζωής; «Δεν θα μπορούσα να το ορίσω ακριβώς. Στα πρώτα μου βιβλία, το γράψιμο είχε να κάνει και με την ανάγκη μου να καταγγείλω ας πούμε τα κακώς κείμενα….Όχι ότι πίστευα ότι θα αλλάξω τον κόσμο…πίστευα πάντως ότι γράφοντας, αντιστέκομαι σε κάθε μορφή εξουσίας, ότι δεν αφήνομαι στον εφησυχασμό. Έπειτα, σιγά-σιγά, αυτή η καταγγελτική ανάγκη μεταμορφώθηκε σε τρόπο ζωής. Χωρίς να αρνούμαι την παρεμβατικότητα της γραφής και της τέχνης γενικότερα, σήμερα οι απαιτήσεις μου από το γράψιμο και από τον εαυτό μου είναι πιο πολύπλοκες…δεν γράφω πια για να εκτονωθώ, αλλά για να αποτυπώσω την ζωή μέσα από την πολυπλοκότητα της…Αυτό και μόνο θα έλεγα ότι μου επιβάλλει να σκέφτομαι αλλιώς, να διαβάζω αλλιώς, να επιμένω αλλιώς ακόμη και για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Και πάνω απ’ όλα να μην συμβιβάζομαι με την λογική του μαύρου-άσπρου…»

Έχει ήδη περάσει ένα δίωρο. «Θέλετε να πιείτε κάτι άλλο;». Ευχαρίστως τώρα θα έπινα ένα καφεδάκι, μου απαντάει χαμογελώντας. Δεν έχουμε διάθεση να σταματήσουμε την κουβέντα μας. Στα γύρω τραπέζια έχουν αλλάξει τα πρόσωπα, μπορεί και οι σερβιτόροι τις βάρδιες τους, απέξω άρχισε να πέφτει λιγάκι ο ήλιος…Είναι ένα Σάββατο απόγευμα, κάπου στην Αθήνα, που περπατάμε νοερά με μαύρα λουστρίνια έστω κι’ αν είναι καλοκαίρι…Δεν θυμάμαι πως αρχίζει η κουβέντα μας, μα θυμάμαι πως κάποια στιγμή μου λέει πως οφείλουμε νάμαστε ταπεινοί, να μην είμαστε καβαλημένα καλάμια κι’ ύστερα, κοιτάζοντας, υποθέτω, το βλέμμα μου, λέει «τώρα θα σκέφτεσαι πως πάει αυτή έχει σαλτάρει…». Γελάμε. Το αντίθετο της απαντώ. Κι’ υστερα γίνεται πιο σοβαρή. Μου εξηγά πως δεν πρέπει να εκβιάζουμε τα όρια μας, πρέπει να προχωράμε δηλαδή χωρίς να ξεφορτώνουμε τις παλιές μας αποσκευές. Η ίδια κουβαλάει στους ώμους της όλα τα βιβλία που έχει γράψει και με κείνα μαζί προχωράει πιο πέρα. Αλλάζουμε κουβέντα, λέμε κι’ άλλα, τόσα πολλά, εκείνη την στιγμή αισθάνομαι ότι τα συγκρατώ λέξη προς λέξη, μα την επόμενη μέρα, συνειδητοποιώ ότι έχω κρατήσει περισσότερο ό,τι μου μετάδωσε σαν ουσία. Ουσία ζωής. Αυτό το αίσθημα σου εκπέμπει η κ. Δούκα. Πως σου μιλάει καθημερινά για τα καθημερινά, πως σου μιλάει απλά ακόμα και για τα δύσκολα και πως φεύγοντας από μια συνάντηση μαζί της αισθάνεσαι πως ξέρεις κάτι παραπάνω (για σένα), μόνο που ο χρόνος θα δείξει τι είναι αυτό το κάτι παραπάνω…Θυμάμαι την εξής ατάκα: Πως ένας συγγραφέας που φιλοδοξεί να δώσει λίγο την εποχή του πρέπει νάναι περίεργος και παρατηρητικός. Κι’ υστερα θυμάμαι να μου περιγράφει πως αισθάνεται πια την ανάγκη να ξαναδεί όλα της τα βιβλία, να τα ξαναδιαβάσει, να κάνει κάποιες διορθώσεις και να τα επανεκδώσει (πράγμα που θα γίνει). Μιλάει σαν μια μάνα που θα ντύσει τα παιδιά της με τα καλά τους για να τα πάει μια ακόμα όμορφη εκδρομή. «Θέλω να τα φροντίσω ακόμα μια φορά προτού τα αποχαιρετίσω για να συνεχίζουν από δω και μπρός το ταξίδι τους…»
Το γράψιμο είναι η παρηγοριά μου, μου λέει έτσι πιο χαμηλόφωνα, κάποια στιγμή. Και τονίζει την λέξη παρηγοριά τόσο που θάθελα να ταυτιστώ απόλυτα μ’ αυτό το συναίσθημα. Παρηγοριά σε τι; ρωτώ. Στο ότι δεν είμαι μόνη σ’ αυτό τον κόσμο…».

Δύο μέρες μετά. Ξανά στο γραφείο μου. Να προσπαθώ να επαναφέρω την ατμόσφαιρα της Βαλαωρίτου, στα μικρά τετραγωνικά μου. Την φασαρία από δίπλα, τους περαστικούς στο δρόμο, το τασάκι που γεμίζαμε και δύο μας απενοχοποιημένα, όσο διαρκούσε η κουβέντα μας. Κι’ οσο σκέφτομαι την ίδια, σε μια λέξη επανέρχομαι ξανά και ξανά: Γλυκύτυτα και ευγένεια. Με την βαθύτερη ερμηνεία των λέξεων, εκείνη δηλαδή που υποδηλώνει μια στάση και ένα υπόβαθρο ζωής. Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή μα τίποτα από όσα γράφω δεν θέλω νάναι υπολογισμένα. Καθώς διάβαζα τα Μαύρα λουστρίνια, θυμάμαι πως ήθελα πολύ να την ρωτήσω ποιος τελικά ήταν αυτός ο τρόπος που επινόησε για να ζήσει την ζωή της. Ψάχνω να δω αν τελικά έκανα, αυτή την ερώτηση κι’αν τελικά μου έδωσε μια απάντηση. Ανακουφίζομαι καθώς την διαβάζω…
«Δεν νομίζω ότι μπορώ να τον περιγράψω…το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι με τα χρόνια έμαθα να είμαι ολιγαρκής…να μου φτάνει το θαύμα του σπόρου που φυτρώνει στο χώμα…Να το πω αλλιώς και λίγο πιο καθημερινά: να μην δελεάζομαι από τις διαφημίσεις, να μην καταλανώνω, να μην παραμυθιάζομαι εύκολα, να αναζητώ τα πάντα, τα αίτια, να αναγνωρίζω τα λάθη μου και να σέβομαι τα όρια μου. Αυτό κυρίως. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να προσπαθείς να βλέπεις ως που μπορείς να φτάσεις και να προσπαθείς να προχωρήσεις λίγο παραπέρα και λίγο πιο ψηλά χωρίς να πετάς εδώ και κεί τις αποσκευές σου, χωρίς να λές ά! αυτό το δυσάρεστο βίωμα με βαραίνει. Ά αυτή η τραυματική εμπειρία με κάνει αναχρονιστικό, ά αυτή η ανάμνηση με κάνει μελοδραματικό. Έτσι πιστεύω, εγκαταλείποντας απερίσκεπτα τις αποσκευές μας, χάνουμε λίγο-λίγο τον εαυτό μας, γινόμαστε αθύρματα της επιθυμίας που άλλοι μας επιβάλλουν σαν τρόπο ζωής…»

Οι αποσκευές. Ναι, μου είχε μιλήσει γι’αυτές. Να μην πετάς τίποτα, μου είχε πεί. Η ίδια αισθανότανε πάντα επιτακτική την ανάγκη να ξαναδεί τον κόσμο. Και τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αρνείται τα αναμασημένα…τόσο απλά και τόσο κοινότυπα ( Δική της, βέβαια, η επεξήγηση). Σε ότι αφορά την τέχνη, πιστεύει πως όλα έχουνε ειπωθεί, από εποχή σε εποχή αλλάζει μόνο ο τρόπος, η φόρμα, η αναζήτηση. Αν δεν επιδιώκει ο καλλιτέχνης να δει με τα δικά του μάτια τον κόσμο, να τον ξαναδεί δηλαδή, τέχνη επί της ουσίας δεν μπορεί να υπάρξει…
Παίρνω ξανά το βιβλίο της στα χέρια μου. Λατρεύω εκείνη την φράση στο οπισθόφυλλο. Που λέει πως… «Το ήξερα ότι θα γράφω ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο. Και θα πεθάνω με την ίδια έμμονη ιδέα: Την δυνατότητα ή όχι του ανθρώπου να αποτυπώνει με αυτοεπίγνωση και εντιμότητα τις εκπτώσεις του στην διαδρομή από το «είναι» που δικαιούται στο «έχειν» που διεκδικεί…».
Μέσα σε μια φράση συμπυκνώνει τόσα νοήματα. Ζητώ να μου εξηγήσει γι’ αυτές τις εκπτώσεις-ποιες είναι-από το «είναι» στο «έχειν»:
«Όλοι μας έχουμε δικαίωμα στο να υπάρχουμε. Στο να σκεφτόμαστε δηλαδή, στο να ονειρευόμαστε, στο να φανταζόμαστε, στο να συμμετέχουμε. Και όλα αυτά μαζί και πολλά άλλα συνιστούν το «είναι» μας, την ύπαρξη μας. Και ταυτοχρόνως όλοι μας οφείλουμε να διεκδικούμε μια καλύτερη ζωή που συνδέεται άμεσα, είτε το θέλουμε, είτε όχι, με τα υλικά αγαθά. Το ζητούμενο τώρα είναι κατά πόσον το «έχειν» αυτό που διεκδικούμε, θα μπορούσε να συνυπάρξει με την ύπαρξη μας. Μήπως δηλαδή στην διαδρομή προς τα υλικά αγαθά χάνουμε την πνευματικότητα μας. Μήπως εκπίπτουμε ως άνθρωποι και ως λαοί, σιγά-σιγά, αδυνατώντας να αυτοπροσδιοριστούμε. Ή για να το πω αλλιώς, μήπως μας λείπει η εντιμότητα και η αυτοεπίγνωση όλων όσων απεμπολήσαμε στην πορεία της ζωής μας διεκδικώντας υλικά αγαθά. Και ξέρετε αυτή η ψυχοφθόρα διεκδίκηση σε ατομικό επίπεδο, αν δεν έχουμε αυτογνωσία, δεν τελειώνει παρά μόνο με τον θάνατο μας…Οι παππούδες μας όμως γνώριζαν ότι τα υλικά αγαθά, για τα οποία χάνουμε καμιά φορά την ουσία της ζωής, δεν μπορούμε να τα πάρουμε στον τάφο μας…».

Και ποια είναι η ουσία της ζωής; Ποιο είναι εκείνο το βαθύτερο νόημα της; Για την ίδια κάποτε, και τώρα ίσως, είχε πρωταρχική σημασία να καταλάβει αυτό το βαθύτερο νόημα της ζωής. Ένα νόημα που ταύτιζε βέβαια με την Αριστερά, παρότι ομολογούσε πως η σχέση της με την αριστερά ήταν μια σχέση τραυματική. «Ίσως ακριβώς επειδή η σχέση μου με την Αριστερά ήταν μια σχέση τραυματική να ήταν και μια σχέση δημιουργική. Ποτέ δεν αφέθηκα σ’ αυτήν τύφλά αλλά και ποτέ δεν την παρέκαμψα. Κι’ αυτό για μένα σημαίνει ότι αξία έχει να βλέπουμε αριστερά τον κόσμο, να αντιλαμβανόμαστε αριστερά όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά να συντηρούμε πάντα μέσα μας και την δυνατότητα μας να μην ευθυγραμμιζόμαστε απόλυτα με την όποια επίσημη ηγεσία, να ακονίζουμε λίγο και την δική μας κρίση σε σχέση με την καλύτερη κοινωνία, που όλοι οραματιζόμαστε. Σήμερα για παράδειγμα, εποχή των μεγάλων διαψεύσεων και ανακατατάξεων ο ρόλος της Αριστεράς για μένα θα ήταν να αναζητήσει τους άλλους τρόπους, την άλλη φωνή, τους άλλους αγώνες. Διότι, και αυτό θέλω να το τονίσω, η Αριστερά ως σκέψη και ως πράξη προυπήρχε και του Μάρξ και του Λένιν. Αριστερός, κατ’εμέ ήταν και ο Σπάρτακος…Όσο για το βαθύτερο νόημα της ζωής…συνδέεται άμεσα πιστεύω με το βαθύτερο νόημα του καθενός μας, εξαρτάται από το τι θέλουμε από τη ζωή μας εμείς οι ίδιοι…Άλλος θέλει χρήματα, άλλος δόξα, άλλος αρκείται σε μια γλάστρα βασιλικό….

Σάββατο απόγευμα στην Βαλαωρίτου. Είχε πάει ήδη 6.00 το απόγευμα καθώς μου είπε πως ήρθε η ώρα να φύγει, να επιστρέψει στο σπίτι της…Μου επαναλαμβάνει πως όταν είμαι εκεί, να πηγαίνω να την επισκέπτομαι, να τα λέμε. Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Γιατί η Μάρω Δούκα είναι ένας άνθρωπος που σε κάνει να νιώθεις πως μιλώντας μαζί της έχεις ήδη κερδίσει κάτι από τον εαυτό σου…Κι’ αυτό, το γράφω ξανά, είναι ταλέντο ζωής. Γυρνάω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου, και συνειδητοποιώ πως ξέχασα να την ρωτήσω, ή μάλλον δεν είμαι σίγουρη αν την ρώτησα, τι είναι αυτό που την κάνει ευτυχισμένη. Ήθελα να μάθω, (όσο κι’ αν η ερώτηση μοιάζει στερεότυπη, ποτέ δεν είναι). Ψάχνω εναγωνίως στα χαρτιά, στις απαντήσεις της…«Ευτυχισμένες στιγμές μου χάρισε η δυνατότητα μου να αντλώ από το θαύμα του σπόρου που φυτρώνει στο χώμα. Με άλλα λόγια ουσιαστική ευχαρίστηση και ευτυχία (παρότι τις ευτυχισμένες μας στιγμές τις ζούμε συνήθως χωρίς να έχουμε ακριβώς την συνείδηση ότι τις ζούμε) αντλώ από τα πολύ απλά πράγματα…»
Σάββατο βράδυ στη Βαλαωρίτου. Φοράω τα μαύρα μου λουστρίνια και μυρίζομαι ήδη βασιλικό. Κι’ας μην είναι αλήθεια, κι’ας είναι τα πόδια μου γυμνά στα πέδιλα και τα ρουθούνια μου εκτεθειμένα στο νέφος της Αθήνας. Εγώ ήδη ψάχνω να βρώ πώς γίνεται και μέσα στο γυαλιστερό λουστρίνι αντικατοπτρίζεται ακόμα και το μπλέ του ουρανού…