( life is wonderful )

ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

Από τα παράθυρα του μπαίνει όλη η θάλασσα. Κοιτώ τα καράβια στο βάθος που είναι φωταγωγημένα, είναι ήδη βράδι, το νερό μαύρο και ο ουρανός με αστέρια, στο cd player του παίζει αραβική μουσική και το σπίτι μυρίζει μαγειρευτό φαγητό. Ανοίγει το ψυγείο να φέρει μια παγωμένη μπύρα, κάθομαι σε ένα πορτοκαλί καναπέ με γαλάζια μαξιλάρια, «πώς είναι να ξυπνάς και να βλέπεις την θάλασσα;» τον ρωτώ και κείνος δεν απαντάει αμέσως. Γυρνάει, με κοιτάει με ένα χαμόγελο και μου λέει πως χθές ήτανε πράσινη, δεν ήξερε πως η θάλασσα μπορεί γίνει τόσο πράσινη, μα από τον καιρό που μετακόμισε σε αυτό το διαμέρισμα, την είδε σε όλα της τα χρώματα και κάπως έτσι έφυγε και το τελευταίο ίχνος θλίψης που κουβαλούσε μέσα του.  Κι’ ύστερα μου φέρνει ελιές σε ένα πιάτο και λίγα κουλουράκια και ύστερα κάθεται απέναντι μου και μπροστά μας η θάλασσα και τα φωταγωγημένα καράβια και κάπως έτσι αρχίζουμε να μιλάμε για το πώς φεύγει η θλίψη και γίνεται αγάπη και για το πώς το μόνο που έχουμε να κάνουμε σε αυτή την ζωή είναι να βρούμε ο καθένας το δικό του…κήπο.

Φοράει ένα μακό λευκό μπλουζάκι, τα μάτια του πότε σαν μικρού παιδιού και πότε σαν ανθρώπου που έζησε χίλιες ζωές. Είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί κανείς να στο διδάξει, μου λέει και αρχίζει να μου μιλάει για την αναπνοή. Έχει σημασία να αναπνέουμε σωστά, να βγαίνει ο αέρας από τον ομφαλό, εκεί είναι και όλα όσα κουβαλάμε από μικροί, συναισθήματα, φόβοι, όλα εκεί. Η τεχνική και το συναίσθημα είναι πολύ κοντά λέει και γω κουνώ το κεφάλι μου σιωπηλή.  Έτσι όπως ζούμε όμως, λέει, ανακόψαμε την αναπνοή μας, σκοτώσαμε το ένστικτό μας, ανακόψαμε την εφηβική μας ηλικία γιατί μας είπαν ότι πρέπει νάμαστε γκόμενοι και γκόμενες και να ρουφάμε κοιλιά. Συμφωνώ ξανά μαζί του, παραδέχεται ωστόσο πως και κείνος έχει το ναρκισσισμό του, θέλω να γίνονται ατυχήματα στο δρόμο για πάρτι μου, λέει και γελάει, ο καθένας το δικαιούται, του λέω. Θυμάται ένα βίντεο κλίπ της Τζένιφερ Λόπεζ που την έτρεχαν ξωπίσω χιλιάδες άντρες  και ύστερα θυμάται το τραγούδι της Imany, που του σύστησα, νάσαι καλά μου λέει, μετά που πέθανε η Amy Whinehouse χρειαζόμουνα μια άλλη μουσική. Λατρεύει την Amy, μου αποκαλύπτει πως όταν πέθανε πήγε και χτύπησε στο χέρι του ένα τατουάζ ίδιο με το δικό της. Μου το δείχνει. Ένας ναύτης. Θα μου άρεσε να είμαι ναύτης, λέει και ύστερα λέει πως ο ηθοποιός, η πουτάνα και ο ναύτης έχουνε ένα κοινό.Έχουν ένα εθισμό με το επάγγελμα τους.  Έτσι είναι, μου λέει και ύστερα αρπάζει μια ελιά, αρπάζω ένα κουλουράκι και κάνουμε παύση.

Φοβάσαι πριν βγεις στην σκηνή; Ναι φοβάται πολύ. Λες και θα βγει στην αρένα. Μόνο και μόνο από τον παιδικό φόβο μήπως ξεχάσει τα λόγια του. Νομίζω, μου λέει, πως το σύμπαν εξαρτάται από μένα εκείνη την ώρα και πως αν κάτι πάει λάθος θα καταρρεύσει. Βλακεία, λέει μετά. Τίποτα δεν θα καταρρεύσει. Απλά θα σπάσει ο δικός μου διαλογισμός, αυτό φοβάμαι, μην σπάσει εκείνη η εσωτερική πορεία που είναι χτισμένη πάνω σε λέξεις. Σαν μια πολύ ωραία υπνοβασία. Και θέλω να την απολαύσω, γι’ αυτό φοβάμαι μην την χαλάσω. Γιατί είναι τόσος κόπος το πριν. Τόσος κόπος. Ξέρεις τι πάει να πει να κάθεσαι πάνω σε μια καρέκλα και να βλέπεις ένα προβολέα απέναντι σου;. Ένας βέλγος σκηνοθέτης του είχε κάποτε πει πως είναι σημαντικό να δώσει μια απάντηση στον εαυτό του, όχι πώς κάνει θέατρο αλλά γιατί κάνει θέατρο. Ξέρεις ποια είναι η απάντηση; τον ρωτώ. Σκέφτεται. Και ύστερα κουνά το κεφάλι του αρνητικά. Όχι δεν έχει απάντηση. Είναι σαν μια  τελετή το θεάτρο μου λέει, όχι όπως την εκκλησία σήμερα με τα χρυσά και τα άμφια και τον αρχιεπίσκοπο όλα αυτά τα απεχθάνομαι, λέει, όλο αυτό το χρυσό που χαλά το μήνυμα της αγάπης, το αντίστοιχο χρυσό στο θέατρο είναι η Ντενίση. Όλοι αυτοί δεν αναπνέουν σωστά. Αναπνέουν με το εγώ τους. Το εγώ επεμβαίνει και το μόνο που σε νοιάζει είναι το πώς θα εξυπηρετήσεις το εγώ και όχι το κείμενο κι’ αυτό που θέλει να πει. Και το κείμενο πάντα εννοεί αγάπη. Δεν υπάρχει κανένας που να έγραψε και να μην εννοούσε αγάπη. Ο εχθρός του θεάτρου, της αγάπης, της ζωής μας είναι το εγώ μας, μου λέει και ύστερα πάλι παύση…

Νιώθεις πως αυτό το ταλέντο που έχεις είναι σαν δώρο; τον ρωτώ. Ναι είναι δώρο και νιωθω τυχερός, απαντά. Και τις φορές που τόνιωσα σαν τέτοιο κατάλαβα ότι δεν πρέπει να το παιρνεις προσωπικά. Δεν είναι δικό μου.  Είναι κάτι πιο μεγάλο από μένα. Κι’αν το περιορίσω στα δικά μου μετρα τότε κινδυνεύω να γίνω ένα κουβαρι από μανιέρες. Κινδυνεύω να με πειράζουν τα αρνητικά σχόλια, να κάνω εχθρούς να κάθομαι πίσω στο καμαρίνι και να λέω φτού φτού ήρθε ο τάδε που είναι κακή ενέργεια. Δεν θελω να ζω έτσι, λέει. Δεν θέλω να φοβάμαι την ενέργεια κανενός.  Αν κουβαλάς αγάπη, αν πηγαίνεις που και πού σε κανένα ορφανοτροφείο και τρώεις κανένα χαστούκι τότε λες σύνελθε κούκλα μου.

Γιατί κουβαλούσες μέσα σου θλίψη; τον ρωτώ. Κάνει μια παύση. Έρχομαι από πατέρα αυτόχειρα, μου λέει. Νομίζω ότι από κει ξεκίνησα να απαντώ γιατί θέατρο. Είχα μεν αποφοιτήσει όταν πέθανε ο πατέρας μου αλλά με την αυτοκτονία του ήξερα ότι έπρεπε να βρω το γιατί μου στο θεατρο. Το γιατί σου στο θέατρο ή το γιατί σου στην ζωή; τον ρωτω. Τελικά είναι το ίδιο μου λέει. Βγαίνω και παίζω με τα κύτταρα μου και το πώς έχουνε επηρεαστεί και αν έχω αγαπηθεί και αν μπορώ να είμαι λίγο σαν πηγή. Ήτανε δύσκολο με τον παπά μου, μου λέει μετά. Όλη εκείνη η ιστορία είχε μια αλλόκοτη αισθητική…Μου κάνει εντύπωση που χρησιμοποιεί την λέξη αισθητική. Μετά καταλαβαίνω. Μετα όταν αρχίζει να μου δίνει εικόνες. Δεν ήτανε ένας θάνατος όπου είναι ο άλλος στο κρεβάτι και φεύγει, λέει. Ήτανε κάποιος που ήθελε να φύγει και το έκανε με δηλητήριο, με φυτοφάρμακο, και ήρθε μια μέρα ένας αστυνομκός, βρήκαμε τον παπά σας κύριε μου είπε, συγνώμη ήταν πεθαμένος, μου είπε, τον ψάχναμε τρείς μέρες, το σώμα του άρχισε να αποσυντίθεται, μου είπε…Στην εκκλησία κρατούσαν την μύτη τους και εκεί ήτανε που κατάλαβα ότι έχει Θεό, γιατί ο παπάς μου αποκλείεται να είναι αυτό το πράγμα που βρωμά. Το ένιωσα βαθειά μέσα μου, αλήθεια στο λέω, πως είμαστε σώμα αλλά είμαστε και ψυχή και ο παπάς μου, εκείνο δηλαδή που έλαμπαν τα μάτια του, που γελούσε, που τραγουδούσε κάθε μεσημέρι την ώρα που έπλενε τα χέρια του, λάτρευε τον Καζαντίδη ο παπάς μου…Ναι το σώμα έφυγε, ναι το σώμα γίνεται σκουλίκια αλλά το άλλο δεν γίνεται σκουλίκια το άλλο γίνεται λουλούδια, γίνεται ροή, γίνεται μνήμη….Μου πήρε καιρό, λεει μετά, είχα θυμό μέσα μου, ειδικά της μέρες που πεινούσα στην Αθήνα, που δεν είχα κανένα να με βοηθήσει και τελειωναν τα λεφτά, έλεγα πως ήθελε νάταν εκεί να με φροντίσει. Ήμουν 22 όταν πέθανε και νομίζω ότι το ταξίδι μου ουσιαστικά ξεκινά από τότε. Μου έδωσε τροφή ο παπάς μου γιατί δεν φοβήθηκε αυτό που φοβάται όλος κόσμος. Δεν φοβήθηκε το θάνατο. Και πήγε σε ένα βουνο με θέα. Αρα ακόμα και την ώρα που έφευγε αγαπούσε την ζωή γιατί έκανε την καρέκλα του πίσω νάναι αναπαυτικά. Ο άνθρωπος μόνο την ζωή ξέρει να ανιχνεύει ως το τελευταίο του, δεν αναγνωρίζει η ψυχή τέλος, γιατί δεν έχει τέλος, αυτό μούμαθε.

Γιατί στα λέω όλα αυτά; Δεν θέλω να βγαίνουν λέξεις στεναχωρημένες από το στόμα μου. Γιατί δεν είναι έτσι πια. Και πώς είναι του λέω; Και τότε αρχίζει να μου περιγράφει για τα χρόνια της Αθήνας, τότε που περνούσε δύσκολα, ένας φίλος του είπε, αγόρασε ένα φυτό, βάλτο στο σπίτι σου, άρχισε να το ποτίζεις, φρόντισε το και όλα τα άλλα θα έρθουν μετά. Και όλα τα άλλα ήρθαν μετά; τον ρωτώ. Ναι όλα τα άλλα ήρθαν μετά, λέει. Συνέβηκαν μικρά θαύματα…Το θέατρο, ο πατέρας μου, η βουκαμβίλια που φύτρωσε στο τάφο του, οι κόρες της αδελφής μου που μεγαλώνουν, η μάνα μου που έχει μια απίστευτη αίσθηση του χιούμορ, από την μάνα μου πήρα το χιούμορ, μου λεει  και ύστερα συνεχίζει λέγοντας πως τα πάντα στην ζωή είναι ένα μάθημα. Αλλά δεν θέλει πια να έχει γύρω του ανθρώπους που σκέφτονται μόνο με το μυαλό τους και όχι με την καρδιά τους. Δεν μπορώ να ξεκινώ μια δουλειά με κάποιον που μου λέει ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι γινόμαστε σκουλίκια, λέει. Προτιμώ να πάω με τους τρελούς που πιστεύουν σε κείνο που κάνει το λουλούδι να ανθίσει, σε κείνο που είναι μια ενέργεια που ρέει και υπαρχει συνέχεια…Όπως ένα μωρό που όταν το αγκαλιάσεις νιώθεις μια περίεργη ηρεμία έτσι είναι και ένας άνθρωπος που δεν σκέφτεται με το νού του μόνο, έτσι είναι και ένας ηθοποιός που δεν σκέφτεται με το νού του μόνο, εκείνος είναι που θα σε πάρει μαζί του σε ένα ταξίδι…

Εσένα δεν παλεύει καμιά φορά το μυαλό με την καρδιά σου; τον ρωτώ. Λιγόστεψαν αυτές οι μάχες μου λέει. Τον βοήθησε και το ρέικι μου λέει μετά. Παλιά ζήλευε, το παραδέχεται. Ήθελα να κάνω και γω σίριαλ σαν το Παπακαλιάτη, μου λέει, έλεγα είναι άδικο να μην βρίσκω δουλειές, να σερβίρω σε μπαρ και να καθαρίζω τουαλέτες. Το σύμπαν τα άκουγε όμως αυτά και μούστελνε τουαλέτες. Μέχρι που κάποια μέρα έγινε ένα κλίκ, βοήθησε και το βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πώς ένιωσες που βραβεύτηκες τον ρωτώ, ήτανε τέλεια τέλεια τέλεια, μου λέει και σηκώνει τα χέρια ψηλά από ενθουσιασμό. Εκεί ένιωσα ότι μου εκλεισε το μάτι η ζωή. Χαρά τεράστια. Και μετά οι οκτώ χιλιάδες που έπιασα, πρώτη φορά έπιασα τοσα λεφτά, εκείνο το καλοκαίρι αγόραζα θυμαμαι συνέχεια κινητά από τη χαρά μου και τάχανα. Κάτι μαλάκωσε λοιπόν μέσα μου, μου λέει ξανά. Έφυγε και ο θυμός. Βρήκες το δικό σου κήπο; Ετσι ακριβώς. Και με κάθε ευκαιρία βάζω μέσα στον κήπο μου καινούργια πράγματα. Τώρα έβαλα την Imany, να μπει και κείνη στην κήπο να την ακούμε…Ήρθαμε για την ευτυχία μου λέει αμέσως μετά. Ήρθαμε για νάμαστε ευτυχισμένοι. Γιατί δεν είμαστε λοιπόν; τον ρωτώ. Γιατί δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πως ο καθένας έχει ένα δρόμο και πως μέσα από αυτό το δρόμο έχει κάποια μαθήματα να παρει. Αλλά δεν ήρθαμε για την δυστυχία. Για την ευτυχία γεννηθήκαμε. Ο καθένας έχει το δικό του κήπο. Κα αυτός ο κήπος είναι η αγάπη. Όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό τότε μόνο θα καταλάβουμε πως ό,τι και να μας συμβαινει, είτε είμαστε άρρωστοι, είτε φτωχοί, είτε νέοι, είτε γέροι, αρκεί μέσα μας να έχουμε αγάπη και είμαστε ευτυχισμένοι.

 

(Με τον Μάριο Ιωάννου συναντηθήκαμε άνοιξη του 2011)