( life is wonderful )

ΛΕΣ ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ ΑΠΟΨΕ;

Δεν τόχα καθόλου καταλάβει πως είχα ήδη ξεπεράσει τα140 χλμ. Έφταιγε το αμάξι, που ήτανε καινούργιο, τόχες νοικιάσει δύο μέρες πριν, και μούδινε εκείνη την αίσθηση πως άμα θέλω μπορώ και να πετάξω, και συ μαζί μου, «λες να πετάξουμε;» σούπα, δεν έφερες αντίρρηση, παρότι φοβάσαι τις ταχύτητες και τα αυτοκίνητα. «Σου έχω εμπιστοσύνη» μούπες αλλά δεν ήμουνα σίγουρη πως το εννοούσες, μάλλον έφταιγε η άπειρη ποσότητας ζιβανίας που κατέβασες σε κείνο το ταβερνάκι που τρώγαμε πιο πριν. «Είσαι λιώμα», σου είπα για να σου υποδείξω τα χάλια σου, μα δεν ήταν ακριβώς έτσι, γιατί εσύ ένιωθες μια απίστευτη χαρά, «σ’αγαπάω και σένα και όλο τον κόσμο» φώναζες και δυνάμωνες την ένταση του ραδιοφώνου, έπιασες ένα σταθμό που έπαιζε καψουροτράγουδα από κείνα που μόνο σε μπουζουκομάγαζα αντέχει κανείς να ακούσει. «Πότε θα το πάρεις χαμπάρι ρε μωρό πως ό,τι και να γίνει εμείς θάμαστε πάντα με τα πόδια λίγο πιο πάνω από το έδαφος», μου είπες και δεν ήτανε ακριβώς ερώτηση, δεν είχες βάλει, δηλαδή, ερωτηματικό στο τέλος, τόπες σαν διαπίστωση ή μάλλον σαν μια παρατήρηση για να βιαστώ, όχι με τις ταχύτητες, αλλά με τις παραδοχές μου. «Πρέπει να κόψεις το ποτό, τόχεις παρακάνει» σου είπα με ύφος μαμάς, εσύ γέλασες δυνατά και ύστερα άνοιξες το τζάμι του παραθύρου τέρμα, έπαιρνε ο αέρας τα μαλλιά μου, έπαιρνε και τα δικά σου, τράβηξες πάνω την μπλούζα σου και γύρισες το στήθος σου προς το παράθυρο λες και ήθελες να δροσιστεί η καρδιά σου, «τι κάνεις; θα σκοτωθούμε», σου φώναξα, «δεν σκοτωνόμαστε έτσι» μου απάντησες και εννοούσες πως άλλα είναι που  μας σκοτώνουν κάθε μέρα και όχι το ότι γύρισες το στήθος σου προς το παράθυρο για να σε χαιδέψει φρέσκος αέρας. Ελάττωσα ταχύτητα, είχα υποψιάστεί ποια θα ήταν η επόμενη σου κίνηση, πως δηλαδή θα έβγαζες το σώμα σου από την μέση και πάνω έξω από το παράθυρο και θα τραγουδούσες κοιτώντας τον ουρανό και την πόλη που φαινόταν φωτισμένη στο βάθος και μέσα στα χιλιάδες φώτα ξεχνούσες τις ασχήμιες της. «Για δες ένα φεγγάρι» μούπες και έκανες παύση στο τραγούδι και γω δεν ήξερα πού να προλάβω να εστιάσω. Στο δρόμο; Στον ουρανό; Στο φεγγάρι; Ή στο γυμνό σου σώμα που το χάδευε ο αέρας και η νύχτα;

Λίγες ώρες πριν πίναμε σφηνάκια ζιβανίας αραχτοί σε μια ταβέρνα που εσύ ανακάλυψες, «την έχει ένας φοβερός τύπος», μουπες, «πρέπει να τον γνωρίσεις», επέμενες και κείνο που ήθελες να πεις είναι πως δεν με πήγαινες απλά για φαγητό, αλλά για μια εμπειρία, από κείνες που σου προσφέρουνε μονάχα παρόν, ούτε το χτες σε νοιάζει, ούτε το αύριο, το μόνο που θες είναι να αρπάξεις την στιγμή αγκαλιά και να νιώσεις την ζεστασιά της.  «Αρκεί να ζούμε τέτοιες στιγμές» μου είπες λες και διάβασες την σκέψη μου, «στιγμές που σε πάνε λίγο πάνω από το έδαφος, εκεί μωρό μου ο αέρας είναι πάντα πιο ζεστός, αυτό να το θυμάσαι» είπες και άρχισες πάλι να τραγουδάς.

Πάτησα το γκάζι στα 140 χλμ. Λές να πετάξουμε; σε ρώτησα ξανά, είχες ήδη κλείσει το παράθυρο, επέστρεψε το στήθος σου πίσω στο κάθισμα και το βλέμμα σου ευθεία στο δρόμο. «Σου άρεσε ο τύπος που σου γνώρισα;» με ρώτησες και πριν προλάβω να απαντήσω θυμήθηκες πόσο υπέροχα έφτιαξε τις αγκινάρες και πόσο υπέροχα διηγότανε ιστορίες όσο εσύ έτρωγες λαίμαργα την μια αγκινάρα μετά την άλλη. Σου έριξα ένα χαμόγελο και δεν χρειάστηκε να πω λέξη. Γιατί κατάλαβες. Γιατί κατάλαβα. Πως εκείνο που χρειάζεται κάποιες φορές είναι να κοιτάξουμε την πραγματικότητα λοξά. Για να νιώσουμε μια ζεστή στιγμή να μας χαιδεύει στο στήθος…