( life is wonderful )

ΚΑΤΙ ΠΑΙΖΕΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ

Φορτώσαμε το μπάσο, την ηλεκτρική κιθάρα και τον ενισχυτή. Ο ενισχυτής όσο που χώρεσε στο αμάξι, τον σφηνώσαμε πίσω στο πόρτ μπαγκάζ, εκεί και τα καλώδια και οι φωτοτυπίες με τους στίχους. “Δεν έχω ιδέα που είναι το Άρσος είπα στο Λευτέρη, ούτε και κείνος είχε ιδέα, πήρε τηλέφωνο το Χρίστο “Έλα ρε φίλε, δώσε οδηγίες”, εκείνος όμως πρότεινε πρώτα μια στάση για “καφε” (ο καλύτερος καφές της Λεμεσού, διευκρίνισε) και αργότερα είπε πως θα μας έδειχνε το δρόμο προς τα βουνά. Στο ραδιόφωνο έπαιζε συνέχεια η είδηση με τις πυρκαγιές, τις βλέπαμε τις πυρκαγιές, σε πέντε μέτωπα την ίδια ώρα, ελικόπτερα περνούσαν πάνω από το κεφάλι μας και ένα σύννεφό κόκκινου καπνού, “τί διάολο συμβαίνει;” ρώτησε ο Λευτέρης και εννοούσε ποιά μαλακία μας χτυπάει ξανά τη πόρτα καλοκαιριάτικα. “Θα αρχίσουνε και εδώ τα ίδια της Ελλάδας να καίνε τα δάση για οικόπεδα”, μου λέει, κλείνουμε το ράδιο, παίρνουμε τον καφέ από τον "Ερμή", ο "Ερμής" είναι ο πιο φτηνός για τους καφέδες, σιγά μην πληρώσουμε 3,5 ευρώ στους άλλους, “μόνο Ερμής” επιμένει, αγοράζω και μια τρούφα για το δρόμο και κείνος προτιμά να βάλει ένα σιντί ενός πολύ προχωρημένου γιαπωνέζικου συγκροτήματος (“λουπαδόροι κι’αυτοί”, μου λέει). Φτάνει με τα κακά νέα, φτάνει…Και είναι γύρω στις πέντε το απόγευμα, ενός Σαββάτου, γίνεται λέει ένα φεστιβάλ διήμερο στο Άρσος, το Άρσος είναι ένα χωριό κοντά στο Όμοδος, λίγο πριν από το Τρόοδος, δεν έχω ξαναπάει αλλά κάτι συμβαίνει φέτος στα χωριά της Κύπρου…Την προηγούμενη βδομάδα ήταν η Λόφου, την επόμενη η Αρμίνου, ομάδες νεαρών δραστηριοποιούνται και φτιάχνουνε εκεί διήμερα και τριήμερα φεστιβάλ. Μουσικοί φορτώνουνε μπάσα και ενισχυτές, καλλιτέχνες προετοιμάζονται για εργαστήρια και στους καφενέδες πλαί στους ηλικιωμένους που παίζουνε τάβλι και μιλάνε για τα κουρέματα μας, ξαφνικά προσγειώνονται τύποι με τατουάζ και σανδάλια που καπνίζουνε στριφτά και μιλάνε για road trips.

Ο Χρήστος και ο Λευτέρης είναι οι Plain History, θα παίξουνε γύρω στις 10.00 το βράδυ, παίζουνε με μπάσα και ηλεκτρικές και σινθεσάιζερ και λουπαδόρους και σμίγουνε περίεργους ήχους, έχουνε απίστευτη ενέργεια οι δύο τους στην σκηνή. Ο πρώτος φωτογράφος με τρέλλα στην μουσική, πειραματίζεται, έχει φοβερό αυτί, ο δεύτερος ένας από τους πιο γνωστούς μουσικούς της Κύπρου που κατάφερε με επιμονή να φτιάξει μια καινούργια μουσική κοινότητα και να ανεβάσει το πήχυ της αισθητικής μας. Αύριο φεύγει για το Μουσικό Χωριό στο Πήλιο, θα διδάσκουνε εκεί μαζί με τον Αλκίνοο και τον Αντρέα Τραχωνίτη, μου λέει, θα είναι και ο Φώτης ο Σιώτας, πρέπει κάποια στιγμή ναρθείς, με «διατάζει». Θα παίξει και η Στέλλα, μου λέει μετά, η Στέλλα παίζει πριν από τους Plain, η Στέλλα τις μέρες εργάζεται στα Καλά Καθούμενα, το πιο γνωστό καφενείο της παλιάς πόλης...Αλλά τα βράδια φτιάχνει τα δικά της παραμύθια, με στίχους περίεργους, για τίγρεις και για ένα ξύπνιο αέρα και μια μουσική που μοιάζει λες και έρχεται από ένα παράλληλο σύμπαν, «μου θυμίζει την Μπιόρκ», λέω στο Χρήστο, ένα άλλο φίλο, που τον βρίσκω τυχαία εκεί και καθόμαστε μαζί στο χώμα περιμένωντας το ρεύμα ναρθεί. Πέντε χωριά ξαφνικά χωρίς φως, φταίνε οι πυρκαγιές είπε κάποιος, φταίνε οι χοροεσπερίδες των ημερών, είπε άλλος, το πρώτο ακούγεται πιο λογικό, το δεύτερο βέβαια είναι πιο... κυπριακό, δεν ξέρουμε τι ισχύει...περιμένουμε απλά το φως. Περιμένουμε από κάπου φώς...

Μόλις φτάσαμε σταθμεύσαμε στο σχολείο. Περάσαμε την ταμπέλα που έγραφε το όνομα του φεστιβάλ. «Ξαρκής Φεστιβάλ» που πάει να πεί απο την αρχή...Εκεί στο σχολείο στήσανε τα μεγάφωνα και την σκηνή. Εκεί στήστανε και οι υπόλοιποι τα αντίσκηνα τους. Παντού αντίσκηνα χρωματιστά και πλαστικές καρέκλες και μια αιώρα δεμένη σε δύο πεύκους και ο ήλιος να αρχίσει να πέφτει. Ξεφορτώνουμε το αμάξι από τα όργανα, ετοιμάζουνε τσεκάρισμα του ήχου, «αργήσατε παιδιά» λέει ο ηχολήπτης, τους δίνει δέκα λεπτά, κάνουν αστεία μεταξύ τους και ύστερα ξεκάρφωτοι ήχοι για τεστάρισμα. Στην πλατεία του χωριού έχουνε ήδη γεμίσει τα καφενεία από τους νεαρούς επισκέπτες με τα τατουάζ και τα περίεργα σανδάλια. Φτάνουμε εκεί προσπερνώντας ανοιχτές αυλάδες με γιαγιάδες να μας χαιρετούνε και να μας προσκαλούνε για καφέ. Το χωριό γραφικό από κείνα που θές να φωτογραφίζεις τα χερούλια στις πόρτες και τις γλάστρες στα μπαλκόνια, στρίβουμε ένα τσιγάρο στην διαδρομή, ο Λευτέρης συζητά με τον Χρήστο για το πως πήγε ο ήχος, είναι αγχωμένοι λένε αλλά θέλουνε να φάνε και μια μερίδα λουκουμάδες στη πλατεία. «Ποιός διοργανώνει το φεστιβάλ βρε παιδιά», ρωτάω, «η Χριστίνα», με ενημερώνει ο Λευτέρης, πολύ δραστήρια κοπέλα λέει και μαζί της πολλοί φίλοι, εθελοντές που γουστάρουνε κάτι να γίνεται επιτέλους για να ξεφύγουμε από τις mainstream μονοτονίες.

Στην πλατεία βλέπω ενα φίλο καλλιτέχνη, μόλις τέλειωσε είπε το εργαστήρι του, όλη τη μέρα αυτό γινόταν στο χωριό, μικρά workshops σε σπίτια που τους δόθηκαν, κάποιος έφτιαχνε γλυπτά, άλλος παραδοσιακό ψωμί, μια ομάδα από γραφίστες έφτιαχναν σουβενίρ και κάποιος άλλος ξύλινες φλογέρες. Χαμός έγινε με τα εργαστήρια, με πληροφορεί μια φίλη, πάνω από 25 άτομα συμμετοχή στο καθένα... Παίρνουμε από μια πλαστική καρέκλα και προσγειωνόμαστε στο πλακόστρωτο, οι ηλικιωμένοι το χαβά τους, σε λίγο θα παίξουνε δύο μουσικοί στην πλατεία λάτιν τραγούδια, ο ένας είναι μισός Κουβανός μισός Κύπριος, περίεργος συνδυασμός, σκέφτομαι και ύστερα παραγγέλνω ένα σάντουιτς λούτζα/χαλούμι από το Άρσος καφέ. Πιο πάνω είναι το εστιατόριο "Αγορά" και ένα μικρό σουπερμάρκετ με χρωματιστά κασόνια γεμάτα φρούτα, λίγο πιο κάτω φτιάχνουνε κρέπες και λουκουμάδες και στο εσωτερικό του κεντρικού καφενείου μια Φιλιπινέζα σερβίρει καφέδες. Το μάτι μου πέφτει στα κάδρα που γεμίζουνε το εσωτερικό του καφενείου, ήρωες της Κύπρου πλαί από ήρωες του 21 και βασιλείς της Ελλάδος. «Ένα κέντημα από αντιφάσεις η εικόνα» λέω στο Λευτέρη εκείνος δεν έχει πάρει χαμπάρι τους καδραρισμένους ήρωες και πολιτικούς, έχει παρει χαμπάρι όμως ένα άλλο πολιτικό που καταφθάνει με συνοδεία το επιτελείο του στην πλατεία, είναι από τους νεαρούς πολιτικούς της Κύπρου που θέλουν να υπόσχονται ένα διαφορετικό μέλλον. «Αυτό τώρα που κολλάει;» διερωτώμαι ενώ ο μισός Κουβανός μισός Κύπριος έχει αρχίσει να γρατσουνάει την κιθάρα και να φωνάζει μπαμπολέιο, ο πολιτικος μπαίνει μέσα στο καφενείο, έχουνε ήδη τοποθετηθεί καρέκλες σε κύκλο, κάθεται στη μέση του κύκλου και σταδιακά οι παρευρισκόμενοι ηλικιωμένοι γεμίζουν τις άδειες θέσεις γύρω του. Περιμένω για το λούτζα/χαλούμι και ταυτόχρονα ακούω από σπόντα τις λέξεις που γυροφέρνουν την πολιτική συζήτηση. Η πράσινη γραμμή, το κούρεμα, η λύση, η επίλυση....»Για σκέψου» μου λέει μια φίλη που καταφθάνει εκεί επίσης για ένα σάντουιτς, «για σκέψου να ανταλάζαμε τους ηλικιωμένους με τους νεαρούς απε΄ξω και όπως μιλάει αυτός ο πολιτικός ξαφνικά γύρω του να βρίσκονταν νεαροί με κοτσίδες και σανδάλια που μιλάνε για road trips, κατασκηνώνουνε στα σχολεία και ξέρουν από πού να περιμένουνε το φως»...Κάνω την εικονα στο μυαλό μου, «θα συνέχιζε να λέει τα ίδια», με ρωτάει η φίλη, «δεν έχω ιδέα» της απαντώ, το μόνο που έχω ιδέα είναι πως έξω ο μισός Κουβανός έχει αλλάξει ρεπερτόριο και παίζει το superstition...»Είμαι προκατελειμένη», λέω στην φίλη, δηλαδή δεν τους πιστεύω, πιστεύω πιο πολύ στην Στέλλα που το πρωί δουλεύει στα Καλά Καθόυμενα και τα βράδια τραγουδάει παραμύθια για τίγρεις και τιγράκια και ένα αέρα ξύπνιο...

Αφήνουμε τον πολιτικό να μιλάει για τις πράσινα λάθη και υποσχέσεις, αφήνουμε και τους καδρωμένους ήρωες και κατευθυνόμαστε προς στο σχολείο. Το ρεύμα έχει πέσει εδώ και μια ώρα, κανείς δεν ξέρει αν θα αποκατασταθεί, «πάρε ρε Χριστίνα την φλογέρα και άρχισε να παίζεις», λέει κάποιος σε μια μουσικό, «να πουμε και του Αντώνη να πάρει τη κιθάρα και να κάθίσουμε εδώ μέχρι ναρθεί το φως»...Μέχρι ναρθεί το φως. Πέντε χωριά στο σκοτάδι αλλά οι μπύρες πηγαινοέρχονται και κάποιος ψήνει σουβλάκια και οι κιθάρες περιμένουν στην σκηνή μπροστά από ένα τεράστιο πεύκο που αφήνει τα φύλλα του να πέσουνε στην οθόνη προβολής. Είναι και κάποιο ξένοι, τουρίστες, «τέτοια πρέπει να βλέπει ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού και να κάνει πια παιγνίδι και όχι τα πεντάστερα ξενοδοχεία μας», λέω στο Λευτέρη, ο Λευτέρης έχει τυλιχτεί μια σάρπα, φυσάει αέρας, δεν ξέρω αν είναι ο ξύπνιος αέρας της Στέλλας αλλά σε λίγο το φως επανέρχεται και οι κιθάρες βγαίνουνε από τις θήκες και οι ενισχυτές καλωδιώνονται και όλοι πια καθόμαστε στο χώμα και ακούμε την Στέλλα να μιλάει για ξωτικά και ύστερα τον Λευτέρη και τον Χρήστο να μας εξηγούνε με ήχους για το πως πρέπει πια να γράφεται Plain...η ιστορία.